Σκουριασμένοι έρωτες

Οι έρωτες

πώς ξεφτίζουν αλήθεια

πώς χορταριάζουν

πώς σκουριάζουν

Είναι η γενιά μας δυστυχισμένη;

Οι σημερινοί τριάντα και κάτι - τριάντα παρά κάτι είναι αυτοί που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση και τη γενικότερη κατάρρευση κάθε βεβαιότητας σε αυτήν τη χώρα περισσότερο από όλους. Είναι όμως, στα αλήθεια, μόνο η κρίση η αιτία που η γενιά μας είναι προβληματισμένη;

Σύμφωνα με έναν πρόχειρο, αλλά απόλυτα ρεαλιστικό, ορισμό, ευτυχία = πραγματικότητα - προσδοκίες. Κοινώς, η απογοήτευση δεν εξαρτάται από ένα γεγονός καθ' εαυτό, αλλά από τις ελπίδες που είχαμε για αυτό.

Το θέμα της γενικότερης -και απόλυτα δικαιολογημένης βέβαια- απογοήτευσης της γενιάς μας δεν ξεκινάει με την οικονομική κρίση, αλλά από παλιότερα, από τους παππούδες μας. Αυτοί ανήκαν σε μια πραγματικά δύσκολη γενιά: πόλεμοι, φτώχεια, πείνα. Αυτό τους έκανε να μεγαλώσουν τα παιδιά τους -δηλαδή τους γονείς μας- με την ιδέα ότι πρέπει να προοδεύσουν, να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, να βρούνε καλές και σταθερές δουλειές.

Οι περισσότεροι από τους γονείς μας ξεκίνησαν με άδειες τσέπες. Αλλά η εργατικότητα τους και οι ανέλπιστα καλές οικονομικά δεκαετίες του '70, του '80, του '90 τους βοήθησαν όχι μόνο να αποκτήσουν την οικονομική σταθερότητα που αποζητούσαν, αλλά να επιτύχουν και ένα πολύ καλό βιοτικό επίπεδο, όπου παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά οι έννοιες της πολυτέλειας, της σπατάλης, της καλοπέρασης. Ούτε και οι ίδιοι πίστευαν πως τα κατάφεραν όλα αυτά.

Εμάς, στη συνέχεια, οι γονείς μας μάς μεγάλωσαν με υπέρμετρη αισιοδοξία και με την αίσθηση των απεριόριστων δυνατοτήτων: μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε. Σαν να μην ήταν ήδη αρκετά ουτοπική αυτή η ιδέα, μάς μεγάλωσαν και με μια άλλη, ακόμα πιο σουρεαλιστική: ότι είμαστε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι. Μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε, επειδή μας αξίζει και το σύμπαν μάς το χρωστάει.

Εμείς, λοιπόν, μεγαλώσαμε στα πολύχρωμα 90s, μέσα στη ζεστή ασφάλεια και υπεραισιοδοξία των γονιών μας -και ήταν υπέροχα. Αυτό όμως -μαζί φυσικά με την ψευδαίσθηση των απεριόριστων επιλογών, πιθανοτήτων και δυνατοτήτων- ανέβασε τις προσδοκίες μας στα ύψη. Δεν ανέβασε όμως, από την άλλη, την ορμητικότητα μας, τη δυναμική μας. Θέλαμε να γίνουμε πολλά πράγματα, αλλά δεν ξέραμε τι ακριβώς, ούτε με ποιον τρόπο.

Προτού χτυπήσει η οικονομική κρίση, είχαμε σχηματίσει ήδη ένα πλάνο στο κεφάλι μας, όπου οι προσδοκίες μας ήταν στα σύννεφα. Όχι μόνο στο θέμα της επαγγελματικής εξέλιξης, αλλά και της προσωπικής αυτοπραγμάτωσης. Η δουλειά μας δε φτάνει να μας αρέσει ή να μας καλύπτει οικονομικά, πρέπει και να μας οδηγεί στην απόλυτη ολοκλήρωση. Με τον σύντροφό μας δεν αρκεί να περνάμε καλά και να ταιριάζουμε, πρέπει να είναι το άλλο μας μισό και να βιώνουμε διαρκώς το απόλυτο πάθος. Τα χρήματα μας δεν πρέπει να μας εξασφαλίζουν μια αξιοπρεπή ζωή, αλλά μια πλούσια ζωή. Η ζωή μας πρέπει να είναι γεμάτη δραστηριότητες με τις οποίες να παθιαζόμαστε. Πρέπει να έχουμε πολλούς φίλους, ελκυστική εμφάνιση, αδύνατο σώμα και ένα αρκετό δυνατό προσωπικό προφίλ ώστε να το προωθήσουμε στο facebook. Η εποχή μας έχει ως απόλυτο σύνθημα την επίτευξη της ευτυχίας και της προσωπικής ολοκλήρωσης και εμείς τρέχουμε πανικόβλητοι προσπαθώντας να αυτοπροσδιοριστούμε.

Η γενιά μας έπασχε ούτως ή άλλως από μια μάλλον λανθασμένη εντύπωση περί ευτυχίας. Δε θα μπορούσαμε ποτέ να αποκτήσουμε όλα αυτά που προσδοκούσαμε, ακόμα κι αν δεν υπήρχε οικονομική κρίση. Η κρίση αποκάλυψε, με τον σκληρότερο για εμάς τρόπο, την τρομακτική απόκλιση μεταξύ προσδοκίας και πραγματικότητας. Εμείς όμως επιμένουμε να αντιμετωπίζουμε μόνο ως οικονομικό ένα πρόβλημα που είναι και βαθύτατα υπαρξιακό.

 

Περιοδικό Ser-Free #40

Whiplash

Whiplash (Χωρίς Μέτρο), 2014

Σκηνοθέτης: Damien Chazelle

Ηθοποιοί: Miles Teller, J.K. Simmons

Ο Andrew (Miles Teller) είναι ένας νέος ταλαντούχος ντράμερ που φιλοδοξεί να γίνει ένας μεγάλος τζαζίστας. Σπουδάζοντας στο μουσικό κολλέγιο Shaffer, θέλει πάσει θυσία να κερδίσει μια θέση στην τζαζ μπάντα του καθηγητή Terence Fletcher (J.K. Simmons). Ο Andrew, μπαίνοντας στην μπάντα, θα διαπιστώσει ότι ο εκκεντρικός, απαιτητικός, τελειομανής δάσκαλος του χρησιμοποιεί ιδιαίτερα σκληρές και μάλλον ανορθόδοξες παιδαγωγικά μεθόδους για να φέρει τους μουσικούς του στα επίπεδα που θέλει. Ο Andrew ματώνει, καθώς εξασκείται όλο και σκληρότερα, και ο Fletcher τον πιέζει, οδηγώντας τον συχνά έξω από τα όρια του.

Ένα απίστευτα σφιχτό και μεστό φιλμ, με δυνατό ρυθμό, καταιγιστική εξέλιξη και σοκαριστικό θέμα. Αξίζει τόσος κόπος για την τέχνη; Μέχρι ποιο σημείο πρέπει να πιεστείς για να εξελίξεις το ταλέντο σου; Πόσα αξίζει να θυσιάσεις; Μέχρι ποιο σημείο επιτρέπεται να επεμβαίνει ο δάσκαλος για να βγάλει τον καλύτερο εαυτό του μαθητή του; Είναι αποδεκτό να χρησιμοποιείς αντιπαιδαγωγικές και βάναυσες μεθόδους προκειμένου να κάνεις τον μαθητή σου να κινητοποιηθεί;

Τα όρια και οι αντοχές ενός καλλιτέχνη, η πεμπτουσία της τέχνης ως τρόπος και σκοπός ζωής, τα σύνορα που χωρίζουν την εκπαιδευτική μέθοδο από το σαδισμό και το αν είναι αποδεκτό το να φτάνεις στην κακοποίηση για χάρη του ταλέντου είναι μερικά από τα ζητήματα που θέτει με πολύ εύστοχο τρόπο ο Damien Chazelle.

Χωρίς σάλτσες και περιττές σκηνές, η ταινία κινείται σκιαγραφώντας το παιχνίδι ανάμεσα στο μαθητή και το δάσκαλο, που ενσαρκώνουν υπέροχα οι Miles Teller και J.K. Simmons -ειδικά ο δεύτερος ερμηνεύει αναμφίβολα το ρόλο της καριέρας του και φυσικά κερδίζει το Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου. Υπέροχη σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα σεναριακή κλιμάκωση, δυνατό φινάλε και ασφαλώς απολαυστική μουσική.

Το Whiplash είναι σίγουρα η καλύτερη ταινία που κυκλοφόρησε το 2014 (και δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι θα έπρεπε να είχε κερδίσει και το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας). Δίνει πολλή τροφή για συζήτηση και σκέψεις, πάνω σε ένα θέμα μάλιστα που σπάνια βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη. Σε μια εποχή που ο αμερικανικός κινηματογράφος βρίσκεται σε ύφεση και ανακυκλώνει τις ιδέες του, το Whiplash όχι μόνο ξεχωρίζει, αλλά δείχνει και την κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να κινηθεί από εδώ και πέρα το σινεμά.