Αν

Διήγημα "Αν"

Χρυσάνθη Ιακώβου, Δέσποινα Κούλα

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην πόρτα της εκκλησίας. Ένα παλιό Fiat μοντέλο του 1995, άσπρο και με ένα βαθούλωμα στο πίσω «φτερό», δείγμα κάποιας απροσεξίας του ιδιοκτήτη. Η Ανατολή κοίταξε μέσα από το παράθυρο τον Άγγελο που την περίμενε στα σκαλιά της Αγίας Μαρίνας. Ήταν όμορφος. Ο Άγγελος που ερωτεύτηκε τόσο παράφορα και παράξενα, γιατί σε τίποτε δεν ταιριάζαν. Ονειρευόταν πολλούς μήνες πριν αυτή τη στιγμή. Και πολλά χρόνια αυτή τη μέρα, όπως κάθε κορίτσι κάνει όνειρα για την ημέρα που θα παντρευτεί. Σήμερα δεν ήταν όλα όπως τα είχε πλάσει στη φαντασία της. Δε φορούσε νυφικό σαν αυτά που έβλεπε στα περιοδικά και στις βιτρίνες, αλλά ένα ζαχαρί λευκό φόρεμα. Δεν πήγε στην εκκλησία με πολυτελές αυτοκίνητο, ούτε είχε πέπλο στα μαλλιά, παρά λίγους λεμονανθούς που με δεξιοτεχνία είχε σκαλώσει στον κότσο της. Δε θα την παρέδιδε στον άντρα της ο πατέρας της, ως είθισται, αλλά ένας καλός φίλος. Κι αυτό ήταν που την πονούσε πιο πολύ απ' όλα. Η παντελής απουσία των δικών της ανθρώπων, της μητέρας της, του αδελφού της. Δεν ήταν κανείς τους εκεί για να την καμαρώσει. Ένιωθε τόσο μόνη. Αν δεν είχε κι αυτό το μικρό πλασματάκι μες την κοιλιά της δε θα άντεχε τόση μοναξιά. Ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος. Αυτός ήταν ο λόγος που κανένας από τους δικούς της δεν παρευρέθη στο γάμο της. Δε θέλανε αυτό το γάμο, ούτε τον Άγγελο και φυσικά ούτε το «μπαστάρδι» -όπως το λέγανε- που είχε μέσα της. Την πιέσανε πολλές φορές για να κάνει έκτρωση. Η Ανατολή ήταν αποφασισμένη όμως να κρατήσει το μωρό της παρά τη μικρή της ηλικία και να ζήσει κοντά στον άνθρωπο που αγάπησε ή που έτσι πίστευε.

Ο ουρανός έτοιμος να τους περιλούσει με δάκρυα. Κοίταξε το λιγοστό κόσμο που την περίμενε να τη χειροκροτήσει μόλις θα κατέβαινε. Πήρε μια ανάσα. Πώς να συγκρατήσει τα μάτια της να μην κλάψει. Έφερε στο μυαλό της το προσφιλές πρόσωπο της μητέρας της. Πώς θα 'θελε να ήταν εδώ τώρα και να την αγκαλιάσει... μέσα σε εκείνη τη ζεστή, μεγάλη αγκάλη της. Να τη φιλήσει γλυκά στο μέτωπο, να δώσει την ευχή της. Τα παπούτσια τη στένευαν ή επειδή ήταν δανεικά ή επειδή ένιωθε όλα γύρω της να ασφυκτιούν. Δε φαντάστηκε ποτέ ότι σε μια τόσο όμορφη στιγμή της ζωής της θα είχε τέτοια συναισθήματα.

Ο Γιάννης άνοιξε την πόρτα και άπλωσε το χέρι του. «Πάμε... Είναι η ώρα». Της χαμογέλασε. Ήξερε τάχα πώς ένιωθε; Άραγε κάποιος από τους καλεσμένους θα αντιλαμβανόταν πόσο την πονούσε η απουσία των δικών της; Άρχισε δυνατά να χτυπά η καρδιά της. Έκλεισε για λίγο τα βαμμένα της βλέφαρα. Αχ να ξυπνούσε και να ήταν όλα αλλιώς. Να ήταν εκεί στα σκαλιά με τα καλά της ρούχα, χαμογελαστή η μητέρα της και πλάι της ο μεγάλος της αδερφός. Μάθανε τι ώρα είναι ο γάμος; Μήπως αλλάξανε γνώμη και φανούνε σε λιγάκι; Μήπως μετάνιωσαν για όσα είπαν και τελικά έρθουνε;

Άφησε τον αγέρα να μπει στα πνευμόνια της. Πέρασε απαλά από το πρόσωπό της και πήρε την υγρασία από τα βουρκωμένα μάτια της. Η Ανατολή ανασήκωσε το βλέμμα της. Κοίταξε τον Άγγελο που την περίμενε με μια μικρή ανθοδέσμη στα χέρια. Άρχισε να τον πλησιάζει στηριγμένη στο μπράτσο του Γιάννη. Κι έτσι, καθώς όλο και πιο κοντά του πήγαινε, κάτι θαρρείς πως σκίρτησε μέσα της για πρώτη φορά. Τόσο μικρό, σαν πετάρισμα. Φτερούγισμα μικρής ύπαρξης. Κι έτσι κάπως έλαμψε το χλωμό της πρόσωπο.

«Είσαι μια κούκλα», της είπε ο Άγγελος...

Δέσποινα Κούλα

_____________________________________________________

 

"Αν έχω μείνει τώρα έγκυος τι θα κάνεις;".

Ανασηκώθηκε, αφήνοντας επίτηδες εκτεθειμένο το στήθος της, και κάθισε οκλαδόν. Άναψε τσιγάρο με ύφος αυτάρεσκο, φυσώντας τον καπνό προς το ταβάνι. Ο μελαχρινός νεαρός, που μέχρι τότε ξάπλωνε ανέμελος δίπλα της, έκανε απότομα να ανασηκωθεί και να απαντήσει, όμως αυτή τον διέκοψε.

"Ξέρεις, έτσι την πάτησαν οι δικοί μου. Γκαστρώθηκε η μάνα μου σε μένα και πήρε τον πατέρα μου, αλλιώς σιγά που θα τον έπαιρνε".

Ξεσπάει σε ένα αμήχανο γέλιο κουνώντας νευρικά το τσιγάρο της.

"Καλά, πρέπει να έχω φάει πολύ βρίσιμο από τη μάνα μου. Και από τους δύο δηλαδή. Αν δεν ήμουν εγώ, θα είχαν φτιάξει τις ζωές τους ωραία και καλά, θα ήταν ευτυχισμένοι... Αλλά τι τα θες, αν δεν προσέχεις, αυτά παθαίνεις!".

Άφησε ξανά ένα γελάκι, αλλά πνίχτηκε στο λαιμό της, άρχισε να βήχει.

"Εντάξει, ο μπαμπάς μου δεν ήταν για γάμους και για αγάπες. Είναι ελεύθερο πνεύμα, πώς να το κάνουμε; Το τι κέρατο την έριξε τη μάνα μου, δε λέγεται. Είναι και όμορφος βλέπεις, είχε πέραση. Και η μάνα μου όμως μη χάσει, σε κάθε ξεπόρτισμα του μπαμπά ερχόταν και μου τα έλεγε χαρτί και καλαμάρι. «Κάτσε ρε μαμά, δεν είμαστε φιλενάδες, δε χρειάζεται να τα λέμε όλα μεταξύ μας», ήθελα να της πω. «Μη μου χαλάς το πατρικό πρότυπο». Μετά είδε κι αποείδε ότι δεν την υποστηρίζω και σταμάτησε να μου τα λέει…".

Ο νεαρός έκανε να απλώσει το χέρι του στην πλάτη της, αλλά αυτή συνέχισε με τόσο τσιριχτή φωνή που αποτραβήχτηκε.

"Όχι ότι η μάνα μου είναι καλύτερη! Ε κάποια στιγμή βρήκε κι αυτή γκόμενο, έναν σφίχτη από το γυμναστήριο, πέντε χρόνια μικρότερο, τι ξεφτίλα. Χαμός έγινε στο σπίτι. Αν και νομίζω ότι ο μπαμπάς μάλλον ανακουφίστηκε. Πήραν διαζύγιο επιτέλους και ξεφορτώθηκε ο ένας τον άλλον. «Δεν το παίρνατε από την αρχή το διαζύγιο βρε παιδιά να ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι; ». Τώρα που το πήραν, τι να το κάνω;".

Έσβησε το τσιγάρο της -αυτό έμεινε να καπνίζει μόνο του, να βαραίνει την ατμόσφαιρα.

"Τάχα για μένα δε χώρισαν νωρίτερα… Την άκουσα τη μαμά, ένα βράδυ που ο μπαμπάς ετοίμαζε τη βαλίτσα του για να φύγει. «Μη φύγεις Άγγελε, είναι κρίμα για τη μικρή. Ας κάνουμε λίγη υπομονή, να μεγαλώσει λίγο ακόμα». Θα 'μουν - δε θα 'μουν οχτώ χρονών…".

Άναψε και δεύτερο τσιγάρο. Τον νεαρό που την άκουγε σιωπηλός τόση ώρα ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει, σαν μη βρισκόταν πια στο δωμάτιο.

"Ξέρεις τι ήθελα πάντα; Να έχω ένα αδερφάκι. Αδερφό, αδερφή, δε με ένοιαζε. Και παππούδες. Του μπαμπά μου πέθαναν όταν ήμουν πολύ μικρή, δεν τους θυμάμαι. Και της μάνας μου δεν τους γνώρισα ποτέ. Με το που έμεινε έγκυος, της έκοψαν και την καλημέρα. Την είχα δει μια φορά τη γιαγιά μου από μακριά. Καλή μου φάνηκε. Ήταν στρουμπουλή, από αυτές τις γιαγιάδες που ψήνουν κουλουράκια για τα εγγόνια τους και σου κάνουν σφιχτές αγκαλιές. Έχει άλλα τρία εγγόνια η γιαγιά μου, αυτά του θείου μου. Τον θείο μου τον γνώρισα μία φορά, τον παρακάλεσε η μαμά να έρθει από το σπίτι. Αλλά δεν τον συμπάθησα, ούτε δώρο μού έφερε… Είχε μουστάκι και με κοιτούσε παράξενα. Από τότε δεν τον ξανάδα".

Ανακάθισε φέρνοντας τα γόνατα της στο στήθος.

"Τώρα η μάνα μου παντρεύτηκε τον σφίχτη, σκέφτεται λέει να κάνει κι άλλο παιδί. Και ο μπαμπάς μου τραβιέται χρόνια με μια τύπισσα, καλή φαίνεται, τη συμπαθώ. Κι εμένα με έχουν αφήσει ήσυχη και είμαστε όλοι ευχαριστημένοι".

 

Έσβησε το τσιγάρο, γύρισε απότομα στον νεαρό. Η φωνή της ήταν δυνατή, σχεδόν θυμωμένη.

"Οπότε, αν έχεις κάνει καμιά μαλακία και με έχεις αφήσει έγκυο, μη μου πεις τίποτα για γάμους και πανηγύρια. Να ξέρεις θα το ρίξω".

Χρυσάνθη Ιακώβου

 

Διήγημα "Αν" (από Δέσποινα Κούλα και Χρυσάνθη Ιακώβου) για τη δράση Διασταυρώσεις από τη σελίδα τοβιβλιο.net, Φεβρουάριος 2017

(Το διήγημα και η δράση Διασταυρώσεις εδώ: tovivlio.net)

Ποιητική συλλογή Τεθλασμένοι χρόνοι

Τεθλασμένα καλοκαίρια
ενός δειλινού ανερμάτιστου,
μια διαδρομή σ’ ένα αμάξι
σ’ ένα δρόμο ατελείωτο
δίχως αρχή
και δίχως τέλος
και δίχως προορισμό,
τυχαίοι διαβάτες
που τολμήσαμε να διασχίσουμε
μια μέρα ωραία
την άγνωστη λεωφόρο,
με ένα σακίδιο στους ώμους
κι έναν ήλιο
που μας κοίταζε και μας έγνεφε
μέσα απ’ τους σπασμένους καθρέφτες
ενός τοπίου αδάμαστου.

 

Η ποιητική συλλογή "Τεθλασμένοι χρόνοι" κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2017 από τις Εκδόσεις Βακχικόν (www.vakxikon.gr)

 

Σημεία Διανομής

Τα έντυπα βιβλία των Εκδόσεων Βακχικόν μπορείτε να τα αναζητήσετε:

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν, Ασκληπιού 17 Αθήνα, τηλ. 210 3637867, καθημερινά 10.30 - 18.30.

Διακίνηση: Εν Αθήναις - Αχιλλέας Σίμος, Μαυροκορδάτου 9 Αθήνα, τηλ. 210 3830491. // Aκυβέρνητες Πολιτείες, Αλ. Σβώλου 28 Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310273207 (για τη Β. Ελλάδα με σημεία πώλησης στις πόλεις: Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Δράμα, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Λάρισα, Κατερίνη, Βόλος).

*

Σημεία διανομής

Αθήνα: Πολιτεία (κέντρο), Ιανός (κέντρο), Ευρυπίδης (Χαλάνδρι-Κηφισιά), Γραφίδα (Νίκαια)
Θεσσαλονίκη: Ιανός, Ακυβέρνητες Πολιτείες

&

Βόλος: Παιδεία
Ηράκλειο (Κρήτη): Πολύγραφος
Κάρυστος (Εύβοια): South Evia Travel
Kέρκυρα: Απόστροφος
Κύθηρα (Ποταμός): Βιβλιοχαρτοπωλείο
Μυτιλήνη: Book and Art
Πάτρα: Anima Libri
Σέρρες: Επικαιρότητα (Μεραρχίας 41)
Σύρος: Βιβλιοπόντικας

Καθώς και σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία της χώρας.

 

Παραγγελίες και από την ιστοσελίδα του vakxikon.gr εδώ

Θα ήταν τελικά τόσο τρομερό αν λέγαμε "ναι" στον Οίκο Gucci;

Έλα μου ντε. Ναι, οκ, με την πρώτη σου έρχεται στο μυαλό "ε όχι που θα μου βεβηλώσουν τον ιερό μου χώρο τα ξερακιανά μοντέλα και τα φορέματα του Gucci", αλλά αν το σκεφτείς πιο ψύχραιμα, είναι τόσο μα τόσο κακό;

Καταρχάς, θα παίρναμε λεφτά. Και πριν αρχίσουν οι φανατικοί Ελληνάρες να λένε ότι δεν πρέπει να ξεπουλάμε την πατρίδα μας και τα ιερά μας μνημεία για το χρήμα, να τονίσουμε σε αυτό το σημείο ότι έχουμε ούτως ή άλλως καταξεπουλήσει και ευτελίσει τη χώρα μας. Μια καθαρά εμπορική συνεργασία με τον Οίκο Gucci μού φαίνεται πολύ πιο αξιοπρεπής από άλλες συμφωνίες στις οποίες έχει προχωρήσει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και δε νομίζω ότι τίθεται θέμα ξεπουλήματος ή εξευτελισμού. Πρόκειται εξάλλου για μια τακτική που εφαρμόζεται σε πάρα πολλές χώρες και σε πάρα πολλά μνημεία. Αλλά όποιος έχει τη μύγα, ως γνωστόν, μυγιάζεται.

Έπειτα, δε θα ήταν δα και η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο στην Ακρόπολη. Το έμαθαν πια και οι πέτρες αυτές τις μέρες και όλοι όσοι δεν το ήξεραν τέλος πάντων ότι το 1928(!) η φωτογράφος Nelly's φωτογράφισε μπροστά στα ιερά μας μάρμαρα ΓΥΜΝΑ μοντέλα. Μάλιστα, γυμνά. Και οι φωτογραφίες πλέον θεωρούνται κλασικές, εμβληματικές και θρυλικές και διδάσκονται σε σχολές φωτογραφίες και δε νομίζω να υπάρχει ούτε ένας που να είπε "τι ιεροσυλία είναι αυτή". Αντιθέτως. Πού να γινόταν σήμερα αυτό. Φαντάζομαι ήδη τα tweets. Και οίκος μόδας φωτογραφήθηκε εκεί, ο Dior, το 1951, και -αν είναι ποτέ δυνατόν- η Τζένιφερ Λόπεζ το 2007. Οπότε μήπως ξαφνικά γίναμε πολύ συντηρητικοί;

Εντάξει, δεν είπαμε να εμπορευματοποιήσουμε τα πάντα. Να λέμε ναι σε όλες τις προτάσεις. Να ζητιανεύουμε για μερικά ευρώ ή για λίγη παραπάνω προβολή. Αλλά μού κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίον έχει αρχίσει να διαμορφώνεται η σκέψη του μέσου Έλληνα. Η κρίση, αντί να μας κάνει πιο ριψοκίνδυνους, πιο τολμηρούς, πιο ανοιχτούς σε νέους δρόμους, μάς έκανε να μαζευτούμε κι άλλο στο καβούκι μας, στο παρελθόν μας, στους φόβους μας. Κρατιόμαστε από ό,τι θεωρούμε ιερό, όχι τόσο από σεβασμό, αλλά από φόβο. (Από το Ηρώδειο δεν ήταν που είχαν ξεκολλήσει ένα σωρό κιλά τσίχλας;;; Ιδού ο σεβασμός. Αυτό είναι βέβαια μια άλλη κουβέντα).

Φοβόμαστε. Είδαμε ότι όσα θεωρούσαμε σίγουρα τα έχουμε χάσει και έχουμε πιαστεί από μερικά πράγματα σε βαθμό αγκύλωσης. Έχουμε ανάγκη από τα σύμβολα μας και πασχίζουμε να τα διατηρήσουμε ακηλίδωτα και καθαρά. Ναι, ίσως όντως μια επίδειξη μόδας να μη "συνάδει με το χώρο", όπως ειπώθηκε το επιχείρημα για το όχι. Αλλά το γενικότερο πρόβλημα εδώ δεν είναι η επίδειξη μόδας ή η βεβήλωση του χώρου, αλλά το σκεπτικό μας. Είπαμε, έχουμε τη μύγα και δυστυχώς μυγιαζόμαστε.