Suntan

Suntan, 2016

Σκηνοθεσία: Αργύρης Παπαδημητρόπουλος

Παίζουν: Μάκης Παπαδημητρίου, Έλλη Τρίγκου

Ο Κωστής (Μάκης Παπαδημητρίου) πιάνει δουλειά ως γιατρός στην Αντίπαρο. Με διάθεση πεσμένη, θα περάσει έναν αρκετά δύσκολο χειμώνα. Μέχρι που έρχεται το καλοκαίρι: θα γνωρίσει την Άννα (Έλλη Τρίγκου) και την παρέα της και θα γοητευτεί. Και τότε όλα θα αλλάξουν.

Το "Suntan" είναι μια σπουδή στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με φόντο το κυκλαδίτικο νησί και κάτω από τον λαμπρό ήλιο του ελληνικού καλοκαιριού, έχουμε έναν ενδιαφέροντα κινηματογραφικό χαρακτήρα που ξεκινάει από μια μελαγχολική διάθεση για να καταλήξει τελικά σε μια κοινωνικά αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Θα ήταν μεγάλη παγίδα -και πειρασμός ίσως- για τους σεναριογράφους να οδηγήσουν την ταινία στα μονοπάτια του ψυχολογικού θρίλερ. Το θέμα εξάλλου προσφέρεται. Όμως δεν είναι αυτός ο στόχος. Στόχος είναι η καταβύθιση στα μύχια της ψυχής του πρωταγωνιστή, όπου υπάρχουν η μοναξιά, η καταπιεσμένη ερωτική επιθυμία, η εμμονή, η απεγνωσμένη προσπάθεια του να είναι κανείς αρεστός. Δύσκολο ερμηνευτικό στοίχημα για τον Μάκη Παπαδημητρίου, στο οποίο όμως ανταποκρίνεται άψογα και σηκώνει όλο το βάρος της ταινίας στους ώμους του.

Το "Suntan" προσφέρει ένα εύστοχα σκιαγραφημένο ψυχολογικό προφίλ και του δίνει πετυχημένα κοινωνικές προεκτάσεις. Το ενδιαφέρον, εκτός των άλλων, στη συγκεκριμένη ταινία είναι ότι το νησί, η Αντίπαρος, δεν παρουσιάζεται ως ο κλασικός κυκλαδίτικος παράδεισος με όμορφα τοπία και ειδυλλιακά ηλιοβασιλέματα, αλλά ως ένα ξέφρενο μέρος όπου όλοι γλεντάνε μέχρι τελικής πτώσης, όπου ζευγάρια συνευρίσκονται στις αυλές των σπιτιών κι όπου ο ήλιος του μεσημεριού μπορεί να σε κάψει, πράγματα που φαίνεται ότι επιτείνουν ακόμα περισσότερο την αγωνία του πρωταγωνιστή.

Το "Suntan" με την σεναριακή του καθαρότητα, με την κινηματογραφική του αρτιότητα και με τις πετυχημένες ερμηνείες αποτελεί μια ταινία που σε ιντριγκάρει, σε σοκάρει και τελικά σου μένει.

(Η ταινία ταξίδεψε σε πολλά φεστιβάλ, έλαβε θετικότατες κριτικές και κέρδισε πολλά βραβεία. Στα βραβεία "Ίρις" της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου το 2017 έλαβε βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Α' Ανδρικού και Β' Γυναικείου Ρόλου).

Once upon a time in Hollywood

Once upon a time in Hollywood (Κάποτε στο Χόλιγουντ), 2019

Σκηνοθέτης: Quentin Tarantino

Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Brad Pitt, Margot Robbie

Hollywood 1969. Ο Rick Dalton (Leonardo DiCaprio) είναι ένας διάσημος ηθοποιός της τηλεόρασης, που βλέπει την καριέρα του να παίρνει σιγά σιγά την κατιούσα. Στήριγμα του σε αυτήν τη δύσκολη φάση ανασφάλειας και άγχους είναι ο κασκαντέρ του-κολλητός του φίλος-βοηθός του Cliff Booth (Brad Pitt). Ευχή του Dalton θα ήταν να γνωριστεί με τον διάσημο σκηνοθέτη Polanski, ο οποίος μένει στο διπλανό σπίτι με τη νέα του σύζυγο, την ηθοποιό Sharon Tate (Margot Robbie).

Ξεχάστε ό,τι ξέρατε για τις ταινίες του Tarantino. Το "Once upon a time in Hollywood" είναι πολύ μακριά από το γνωστό κινηματογραφικό ύφος του σκηνοθέτη: δεν έχει ούτε βία ούτε γκάνγκστερ ούτε απόπειρες εκδίκησης - τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που έχει η υπόλοιπη φιλμογραφία του. Το "Once upon a time in Hollywood" είναι μια φανταστική 60s πανδαισία, ένας πολύχρωμος φόρος τιμής στην χρυσή εποχή του Hollywood, μια ατελείωτη νοσταλγία που αποτυπώνεται όμως με πολλή ζωντάνια και μπόλικο χιούμορ.

Ο Tarantino τα έχει καταφέρει πολύ καλά στην αναπαράσταση εκείνης της εποχής, καθώς από την μεγάλη οθόνη παρελαύνουν οι τότε διάσημες προσωπικότητες, τηλεοπτικά προγράμματα, ταινίες και μουσικές, κινηματογράφοι και νυχτερινά μαγαζιά, το κίνημα των χίπις, τα πάρτι των κινηματογραφικών σταρ, τα παρασκήνια στα γυρίσματα των ταινιών. Μουσική επένδυση, κοστούμια, σκηνικά απογειώνουν την ταινία.

Ασφαλώς βέβαια η μαεστρία του Tarantino φαίνεται πάντα σε άλλον τομέα: στους χαρακτήρες του. Εξαιρετικά καλογραμμένος ο ρόλος του Leonardo DiCaprio -τον οποίο και ερμηνεύει καταπληκτικά- και πολύ ενδιαφέρων, καθώς δε βλέπουμε συχνά στη μεγάλη οθόνη τις υπαρξιακές και επαγγελματικές αγωνίες των σταρ. Ο Tarantino καταφέρνει έτσι να δώσει βάθος σε μια ταινία φαινομενικά ανάλαφρη. Μοιραία όμως τα βλέμματα τραβά ο Brad Pitt, όχι γιατί η ερμηνεία του είναι καλύτερη, αλλά γιατί ο ρόλος του είναι πιο αβανταδόρικος, είναι γνήσιος "ταραντινικός": ο αντισυμβατικός, ο ατρόμητος, αυτός που αντιμετωπίζει όλες τις καταστάσεις με χιούμορ και αυτοπεποίθηση. Όσο για την Margot Robbie ως Sharon Tate, αιθέρια, χαμογελαστή, γεμάτη ζωντάνια, συμπληρώνει την ταινία.

Ο Tarantino έχει φτιάξει ουσιαστικά μια αυτοαναφορική ταινία, μια ταινία που αφορά το ίδιο το σινεμά και την εποχή στην οποία αναφέρεται, εμπλουτίζοντάς την με τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του, με το κίνημα των χίπις, με την ομάδα του Τσάρλς Μάνσον. Μπορεί να αφορά μια τέτοιου είδους ταινία θεατές που δεν έχουν ζήσει καθόλου εκείνη την εποχή; Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Απόλυτα νοσταλγική, σίγουρα δε θα την νιώσουν όλοι με τον ίδιο τρόπο.

Παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες και το ενδιαφέρον θέμα όμως, η ταινία μοιάζει να υστερεί σε εσωτερική συνοχή, οι επιμέρους σκηνές -μαγνητικές για τον θεατή κατά τα άλλα, στο γνωστό ταραντίνικο ύφος- φαίνονται να μην συνδέονται στενά μεταξύ τους και το -απολαυστικότατο- φινάλε που τελικά τα ενώνει όλα δεν είναι αρκετό. Σε αρκετά σημεία έχουμε περισσότερο καταγραφή της εποχής ή των κινήσεων των ηρώων παρά σκηνές που προωθούν και συμβάλλουν στην εξέλιξη.

Σίγουρα όχι η καλύτερη ταινία του Tarantino, αλλά με άρτιο αποτέλεσμα και ιδανικό για τους λάτρεις εκείνης της εποχής.

6 βιβλία που σημάδεψαν τα καλοκαίρια μου και τις διακοπές μου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο τα mikropragmata.lifo.gr

Ιντριγκαδόρικες ιστορίες, έρωτες, λάθη, ήρωες που ξεπερνούν ή προσπαθούν να βρουν τον εαυτό τους, καθημερινοί άνθρωποι σε ανατρεπτικά περιστατικά, σουρεαλιστικές ή αστείες καταστάσεις, όλα αυτά ανακατωμένα με την θάλασσα, την αλμύρα, τον καλοκαιρινό ήλιο και τη μελαγχολία του τέλους των διακοπών.

 

"Παλιόκαιρος", της Αμάντα Μιχαλοπούλου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001)

Ο "Παλιόκαιρος" της Αμάντας Μιχαλοπούλου βρέθηκε σχεδόν τυχαία στα χέρια μου πριν από μερικά χρόνια, όταν τη μέρα που έφευγα από την Σύρο μού φάνηκε καλή ιδέα να έχω να διαβάζω κάτι στο πλοίο και στο λεωφορείο της επιστροφής. Το ξεκίνησα χωρίς πολλές αξιώσεις, διαβάζοντας αργά και μάλλον συμβατικά, καθώς προσπαθούσα να προφυλαχτώ από τον ανελέητο ήλιο που έδερνε το βαρετό όχημα του ΚΤΕΛ. Μετά όμως από μερικές σελίδες το πράγμα άρχισε να αλλάζει: μπορεί η πλοκή να ήταν αρχικά αργή, σαν το ταξίδι μου, αλλά το βιβλίο γινόταν ολοένα και πιο μαγνητικό. Η μοναδική ικανότητα της συγγραφέως να μετατρέπει ακόμα και τις πιο απλές σκηνές σε άκρως ενδιαφέρουσες, με έκανε να κολλήσω για τα καλά. Μια παρέα σε ένα νησί, λοιπόν, κάνει τις διακοπές της, αλλά τα πράγματα είναι λιγάκι περίπλοκα… Υπάρχουν έρωτες κατά κάποιον τρόπο ανομολόγητοι, σχέσεις σε δοκιμασία, προστριβές, και υπάρχει και η ηρωίδα μας που "κατασκοπεύει" τις ζωές των υπολοίπων γιατί θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα… Μια φρικτή κακοκαιρία (εξ ου και ο κυριολεκτικός τίτλος) θα φέρει τα πάνω-κάτω στις σχέσεις όλων και μετά τα πράγματα θα αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν… Υπέροχο, καλοκαιρινό, υπαρξιακό ακόμη, με ένα story που παίρνει πολύ ενδιαφέρουσες τροπές, με ήρωες που τους νιώθεις σαν άτομα δικά σου και με πολλές προεκτάσεις για την κοινωνία μας και την εποχή μας. Με αποζημίωσε πλήρως. Έχοντας φτάσει προ πολλού στον προορισμό μου και διαβάζοντας το πλέον από το δωμάτιο μου, μπορώ να πω ότι ένιωσα μια θλίψη το βράδυ που είδα ότι είχα φτάσει στην τελευταία σελίδα.

 

"Η γιορτή του τράγου", του Μάριο Βάργκας Λιόσα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010, πρώτη έκδοση 2000)

Τη "Γιορτή του Τράγου" μού τη σύστησε κάποιος που ξέρει πολλά από βιβλία (να 'ναι καλά ο άνθρωπος), οπότε την πήρα στα χέρια μου χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να ξέρω περί τίνος πρόκειται, χωρίς να επιστρατεύσω το βιβλιοφιλικό μου ένστικτο –χωρίς καν να διαβάσω την περίληψη. Έχω μια αδυναμία στα ιστορικά μυθιστορήματα, έτσι δε μου κακοφάνηκε καθόλου όταν βρέθηκα στον Άγιο Δομίνικο επί δικτατορίας Τρουχίλιο να προσπαθώ να βγάλω άκρη με ονόματα, καταστάσεις και ιστορικά γεγονότα. Απεναντίας, όσο οι σελίδες περνούσαν –και περνούσαν πολύ γρήγορα!- τόσο με ρουφούσε το βιβλίο σε ένα απίστευτα γοητευτικό και καλογραμμένο σύμπλεγμα ιστορίας και μυθοπλασίας. Βαθύτατα συγκινητικές ανθρώπινες ιστορίες, ενδιαφέροντα περιστατικά και δεκάδες ήρωες, όλα επηρεασμένα και τυλιγμένα μοιραία από το πολιτικό καθεστώς του δικτάτορα. Ένα μυθιστόρημα πολιτικό, γραμμένο όμως μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του και με απίστευτη συγγραφική δεινότητα από τον Λιόσα (ο οποίος φυσικά είναι και κάτοχος Νόμπελ – λογικό). Θα μπορούσα άνετα να φανταστώ ότι βρίσκομαι κι εγώ στον Άγιο Δομίνικο και έχω τον τρομερό Τρουχίλιο μπροστά μου, αν δε με έφερνε στην πραγματικότητα το αεράκι του Ιούλη που έμπαινε το βράδυ από τα κλειστά παντζούρια. Διαβάζοντας αχόρταγα κάτω από το κίτρινο φως του πορτατίφ και αναβάλλοντας τον ύπνο μου κατά μία-δύο ώρες, έφτασα με μεγάλη θλίψη στην τελευταία σελίδα λίγο πριν μπει ο Αύγουστος και φύγω διακοπές. Το βιβλίο ήταν δανεικό και με βαριά καρδιά το αποχωρίστηκα. Επιστρέφοντας από τις διακοπές το αγόρασα και το έχω πλέον μόνιμα στο κομοδίνο, γιατί ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα το ξαναδιαβάσω.

 

"Η Μεγάλη Χίμαιρα", του Μ.Καραγάτση (Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2002, πρώτη έκδοση 1936)

Καλοκαίρι, θάλασσα, ήλιος, νησί και είπα να πάρω κάτι αντίστοιχο να διαβάσω: έτσι κατέληξε στα χέρια μου η "Μεγάλη Χίμαιρα", που μιλάει για τη ζωή μιας Γαλλίδας που ακολουθεί τον άντρα της -ναυτικό στο επάγγελμα- στη γενέτειρά του, τη Σύρο. Το βιβλίο στην αρχή είναι όλο έρωτα, φως και ελληνικό γαλάζιο, αλλά μετά αρχίζει να "συννεφιάζει". Ο χειμώνας έρχεται σκληρός, μοναχικός και η ζωή για τη γυναίκα ενός ναυτικού είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Στερημένα από έρωτα κορμιά, καταπιεσμένα πάθη, ερωτικά συμπλέγματα, μοναξιά και ολέθρια λάθη είναι όλα όσα συμβαίνουν στο δεύτερο μισό του βιβλίου. Η ανάλαφρη αίσθηση του ελληνικού νησιού διαλύθηκε -κόντρα στο δικό μου καλοκαίρι- και το τραγικό τέλος με γέμισε θλίψη, αλλά και με λύτρωσε.

 

"Το θεώρημα του παπαγάλου", του Ντένι Γκέτζ (Εκδόσεις Κέδρος, 2010, πρώτη έκδοση 1998)

Το "Θεώρημα του παπαγάλου" με βρήκε σε μια ωραία παραλία στα Κύθηρα, να προσπαθώ να τα βγάλω πέρα με τον αέρα και τα μαθηματικά. Το πήρα κατόπιν παρότρυνσης μιας φίλης φιλολόγου, επειδή, είπε, το βιβλίο μιλάει για τον Θαλή, τον Πυθαγόρα και άλλες αρχαίες ελληνικές διάνοιες, γι’ αυτό ως φιλόλογοι έχουμε χρέος να το διαβάσουμε. Μαζί με τους αρχαίους όμως φορτώθηκα και τα μαθηματικά, γιατί κατά την ανάγνωση συνειδητοποίησα ότι το "Θεώρημα του παπαγάλου" είναι μια -υπέροχη μεν- ιστορία μυστηρίου, που βασίζεται όμως στους αριθμούς. Η έμφυτη απέχθεια μου για τα μαθηματικά θα μπορούσε να με κάνει να το ρίξω πίσω στη βαλίτσα μου μαζί με τα αντηλιακά και τα καφτάνια, αλλά όφειλα να αναγνωρίσω ότι η ιντριγκαδόρικη υπόθεση με κρατούσε προσηλωμένη στις σελίδες του: ένας θάνατος, μια κληρονομιά, ένας παπαγάλος που φαίνεται να είναι το κλειδί του μυστηρίου, κι όλα αυτά γραμμένα με όση ελαφρότητα και χιούμορ είναι απαραίτητο. Αν και με μένα δε δούλεψε έτσι, είναι ένας απίθανος τρόπος για να μυηθεί κανείς στον κόσμο των μαθηματικών. Εγώ από το βιβλίο κράτησα μόνο την υπέροχη υπόθεση και την ευχάριστη πένα του συγγραφέα –και την αξέχαστη αίσθηση της αλμύρας και του αυγουστιάτικου ήλιου.

 

"Και με το φως του λύκου επανέρχονται", της Ζυράννα Ζατέλη (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993)

Άκουγα πολλά χρόνια για τη Ζατέλη, είχα δει και είχα διαβάσει συνεντεύξεις της, με είχε γοητεύσει, αλλά βιβλίο της δεν είχε τύχει να διαβάσω. Ένα πρωινό στα μέσα του Αυγούστου αποφάσισα να πάρω το πιο πολυσυζητημένο της: "Και με το φως του λύκου επανέρχονται". Ενισχυμένο βιβλίο – αν δε διαβάζεις γρήγορα ή συστηματικά να τον υπολογίζεις τον έναν μήνα. Δεν τρόμαξα από τον αριθμό των σελίδων, δεν είναι ποτέ η έκταση αυτή που κάνει ένα βιβλίο κουραστικό. Πρωινό Τετάρτης σε μια παραλία κοντά στη Θεσσαλονίκη με ελάχιστο κόσμο και με τον ήχο της θάλασσας να είναι το μόνο που ακούγεται το ξεκίνησα. Ένας πολύ όμορφος νέος, μια μεγάλη οικογένεια, ένα χωριό με πέτρινα σπίτια και άνυδρη γη οι εικόνες που μου έρχονται στο μυαλό από τις πρώτες σελίδες. Το βιβλίο ξετυλίγεται γρήγορα και σου ανεβάζει το ενδιαφέρον στο κόκκινο. Σελίδα τη σελίδα όλο και πιο πολύ. Ένα τεράστιο σόι, με πρόσωπα και ονόματα να συμπλέκονται και να εναλλάσσονται και με απίστευτα γεγονότα που φτάνουν στα όρια του σουρεαλισμού, χωρίς όμως να χάνουν στο ελάχιστο τη γοητεία τους. Η γλώσσα και οι περιγραφές εξίσου μαγικές. Με τη Ζατέλη ξενύχτησα, παθιάστηκα και πέρασα τις τελευταίες καλοκαιρινές νύχτες μέχρι που με βρήκε ο Σεπτέμβρης. Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε μια ωραία μελαγχολική φθινοπωρινή αίσθηση, που ταίριαζε τόσο με τους ήρωες του βιβλίου. Και κάπου εκεί το αποχαιρέτισα.

 

"Αιώνια επιστροφή", της Ελένης Γκίκα (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2010)

Η "Αιώνια επιστροφή" είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Μυθιστόρημα μεν, αλλά όχι με την κλασική έννοια του όρου. Είναι περισσότερο η ατέρμονη προσπάθεια της ηρωίδας να ξαναβρεί τον εαυτό της, σε ένα εσωτερικό ταξίδι όπου παρόν και παρελθόν, όπου όνειρα, πραγματικότητα και αναμνήσεις συμπλέκονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Το διάβασα έναν Αύγουστο, καθώς το καλοκαίρι έφτανε στη δύση του και έμπαινα σιγά σιγά στο mood του Σεπτέμβρη. Έντονα συναισθήματα, δαιδαλώδεις διαδρομές, μια καταβύθιση στα υπαρξιακά ζητήματα της ηρωίδας, δοσμένα μαγικά από την πένα της συγγραφέως - και κάπως έτσι το βιβλίο απλώθηκε και έγινε ένα με την φθινοπωρινή σιωπή.