"Ο Φταίχτης" της Εύας Μαθιουδάκη & του Κωστή Σχιζάκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το το περιοδικό periou.gr

(Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019)

Ο Παναγιώτης, η μητέρα του, Ελένη, και τα τρία του αδέρφια θα αφήσουν πίσω τη ζωή στο χωριό και θα εγκατασταθούν μόνιμα στην Αθήνα το 1969. Η οικογένεια θα προσπαθήσει να κάνει μια νέα αρχή και να πατήσει γερά στα πόδια της. Εν μέρει θα το καταφέρει. Όμως ο Παναγιώτης μοιάζει να μην μπορεί να βρει το δρόμο του. Οι δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει και ο σκοτεινός ψυχισμός του θα τον οδηγήσουν μοιραία στο ψυχιατρείο.

Ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που μας ξεναγεί στην Αθήνα της δεκαετίας του '70 μέσα από την ιστορία της οικογένειας Σπανού. Από το βιβλίο παρελαύνουν όλες οι παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας -οι απατεωνιές, οι παρασκηνιακές συμφωνίες, οι αθέμιτοι τρόποι για να γίνει κανείς πλούσιος-, τα ήθη και οι συνήθειες της εποχής, ο τρόπος ζωής μιας περιόδου που έχει περάσει πλέον στο παρελθόν.

Οι συγγραφείς ωστόσο δεν ενδιαφέρονται τόσο να γράψουν ένα μυθιστόρημα κοινωνικό. Η ελληνική πραγματικότητα του '70 αποτελεί μάλλον τον καμβά πάνω στον οποίο οι ήρωες κινούνται, συγκρούονται, αλληλοϋποστηρίζονται, πέφτουν και ξανασηκώνονται.

Έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον οι χαρακτήρες που έπλασαν ο Κωστής Σχιζάκης και η Εύα Μαθιουδάκη και ο τρόπος που τους έχουν τοποθετήσει μέσα στη γενικότερη ιστορία. Ο κάθε ένας έχει το δικό του παρελθόν, κουβαλά τα δικά του λάθη, έχει τις δικές του προσδοκίες. Και έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον το πώς οι επιλογές του ενός επηρεάζουν τις ζωές των άλλων.

Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι αιτίας και αποτελέσματος, στο οποίο οι ήρωες πέφτουν σε λάθη στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν τη ζωή τους, οδηγούνται από καλές προθέσεις που φέρνουν τελικά άσχημα αποτελέσματα, κινούνται από τα πάθη τους χωρίς όμως στιγμή να φαντάζονται την κατάληξη.

Στο κέντρο όλων αυτών ο Παναγιώτης. Φταίει η σχέση του με την μητέρα του; Η απουσία του πατέρα; Οι προσπάθειές του να χτίσει στενές σχέσεις με τους γύρω του που πέφτουν στο κενό; Ή απλώς ο ταραγμένος ψυχισμός του; Οι συγγραφείς, με τον τίτλο του βιβλίου, προτρέπουν τον αναγνώστη να βρει τον φταίχτη, όμως ούτε και αυτοί έχουν την απάντηση. Ενδιαφέρονται περισσότερο να θέσουν τις ερωτήσεις.

Ένα τόσο πλούσιο σε γεγονότα και πρόσωπα βιβλίο απαιτεί προφανώς μια έξυπνη δομή και αυτό είναι άλλο ένα στοιχείο του "Φταίχτη" που κάνει απολαυστική την ανάγνωση. Χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, φωτίζει κάθε φορά και έναν άλλον ήρωα, και ένα άλλο περιστατικό, δημιουργώντας εναλλαγές που κρατούν πάντα την αγωνία του αναγνώστη στο ζενίθ, οδηγώντας τον τελικά στο δυνατό φινάλε.

Ο "Φταίχτης" είναι βιβλίο που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και που περικλείει μέσα του πολλά δεδομένα. Είναι απλό στην έκφραση του, αλλά πολύπλοκο στην ουσία του. Ένα μεγάλο μωσαϊκό προσώπων, ένας μεγάλος χάρτης καταστάσεων που συμπλέκονται και προχωρούν τόσο από βαθύτερα ένστικτα όσο και από συμπτώσεις, από τυχαίες πλην καθοριστικές στιγμές.

Όλοι οι ήρωες στον "Φταίχτη" έχουν και δίκιο και άδικο. Όλοι σφάλουν και όλοι είναι άξιοι συγχώρεσης. Και όλοι είναι ιδανικοί για να κάνουν τον αναγνώστη να εξοργιστεί, να τους συμπονέσει, να ταυτιστεί μαζί τους.

"Laissez passer", του Δήμου Χλωπτσιούδη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

[…]

είμαστε ένοχοι

που ζωγραφίζουμε ακόμα όνειρα

Αν έπρεπε να επιλέξουμε μία και μόνο λέξη από την ποιητική συλλογή "Laissez passer" (Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2019) αυτή θα ήταν το όνειρο. Το όνειρο ως διάψευση, το όνειρο ως χαμένη ευτυχία, ως ξεγέλασμα, ως κοινωνική ουτοπία, ως στόχος. Το όνειρο στο βιβλίο του Δήμου Χλωπτσιούδη έχει πεθάνει, έχει σβήσει μαζί με την ενηλικίωση, έχει συνθλιβεί από το τεράστιο βάρος της καθημερινότητας, μιας καθημερινότητας άδικης, σκληρής, που ο άνθρωπος απέναντι στον άνθρωπο -αλλά και απέναντι στη φύση- δε δείχνει κανέναν σεβασμό.

Η ποίηση του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι κοινωνική. Το βιβλίο δεν είναι παρά μία εικόνα της κοινωνίας με τις παθογένειες της, τις αδικίες της, τους ατελέσφορους αγώνες της, όπως την βλέπει ο ποιητής μέσα από τα δικά του μάτια ([…] "στην εποχή των εθνικισμών / δεν ξέρω σε ποια γλώσσα / να κλάψω / το δάκρυ του σύννεφου φύλαξα / αγίασμα / για να ζωγραφίζω όνειρα χάρτινα / Αλήθεια, / το μέλλον μας με πόσα δάκρυα γράφεται;" - με πόσα ρο γράφεται το δάκρυ;). Ο λόγος του καταγγελτικός -αλλά όχι διδακτικός- με πλήρη επίγνωση της ζοφερής πραγματικότητας, που τολμά να γίνει επαναστατικός, όχι όμως με φωνές και εξάρσεις και ηχηρές λέξεις, αλλά με την νηφαλιότητα του αυτονόητου.

Στους στίχους του βιβλίου παρελαύνουν όλα τα φλέγοντα ζητήματα της σημερινής κοινωνίας (φτώχεια, ο αγώνας για την καθημερινότητα, μισαλλοδοξία, ρατσισμός, το προσφυγικό, η έλλειψη σεβασμού απέναντι στη φύση), μιας κοινωνίας που έχει πάρει ξεκάθαρα λάθος κατεύθυνση και πρέπει επειγόντως να αναδιαμορφωθεί ([…] "στα σύννεφα που / χτίσαμε την ουτοπία μας / κι ακόμα ψάχνουμε / τους μαγικούς σπόρους / της ισότητας και της αναδιανομής" - γερασμένη ουτοπία | […] "μια μαστεκτομή χρειάζεται η φύση / να διώξει το καρκίνωμα του ανθρώπου / προς το παρόν / ας φυλάξουμε σε κάποιο βαζάκι / τα δάκρυά μας / θα μας χρειαστούν σύντομα" - παρανάλωμα Ι).

Ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη: οι ιδέες ρέουν από στίχο σε στίχο, από ποίημα σε ποίημα, και έχει μεγάλο ενδιαφέρον η επιλογή του ποιητή να χρησιμοποιήσει ελάχιστα την τελεία ως σημείο στίξης, με αποτέλεσμα ολόκληρο το βιβλίο να μοιάζει με χάρτης δίχως σύνορα και περιορισμούς, ακριβώς σαν αυτόν που ο ίδιος ονειρεύεται.

Μια ποιητική συλλογή με μια τέτοια θεματική θα μπορούσε εύκολα να γίνει σκοτεινή, μεμψίμοιρη, απαισιόδοξη. Παραδόξως, ο συγγραφέας δεν απελπίζεται. Στόχος του εξάλλου δεν είναι να παρουσιάσει την παθογένεια της σημερινής κοινωνίας, την καταβύθιση της στη διαφθορά και την αδικία, αλλά να ανακαλύψει και να τονίσει τις εξαιρέσεις, να φωτίσει το δρόμο της λύσης ([…] "προσκυνώ τον / άνθρωπο Προμηθέα / που στην έκτρωση του ρατσισμού / χαρίζει φως / σε πούστηδες, πρεζάκια / και πουτάνες / υμνώ τον άνθρωπο / ποιητή και παντοκράτορα / που αμόλυντος και λεύθερος / χλευάζει σύνορα και πρέπει, / κανόνες και στερεότυπα" - η μεταγλώσσα της ποίησης ΙΙ).

laissez passer

ζητούν ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων

 

εγώ όμως οραματίζομαι

μία γραμματική στην οποία

τα κεφαλαία θα ταξιδεύουν

ελεύθερα

πέρα από τις τελείες

θα διακινούνται ελεύθερα

από ποιητές

και θα μοιράζονται

ανάλογα με τις ανάγκες

σε όλες τις λέξεις

ως δίχτυ αλληλεγγύης

στα ενδεή πεζά

Από πού λοιπόν θα έρθει η λύση; Μήπως από τους ποιητές; Ο Δήμος Χλωπτσιούδης χρησιμοποιεί πολύ εύστοχα την έννοια του ποιητή, τον οποίον τοποθετεί με έναν ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο τρόπο στο κέντρο του ποιητικού του σύμπαντος, δίνοντας του επιπλέον φωνή, επιπλέον ρόλο, βάζοντάς τον στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, αλλά και στον αντίποδα του διεφθαρμένου ανθρώπου. Ο ποιητής ταυτίζεται με τον άνθρωπο που συνεχίζει να ονειρεύεται, με τον άνθρωπο που πασχίζει με όλο του το είναι να διαφυλάξει κάτι από την αθωότητα και την ακεραιότητα του - στο τέλος δε ταυτίζεται και με τον επαναστάτη. Διόλου τυχαίο που η συλλογή κλείνει με αυτούς τους στίχους: […] "έτσι βάφτισαν ποιητές / όσους ονειρεύονται / το "επαναστάτες" βλέπεις απειλεί την ευταξία / και η εξουσία θέλει δομές στερεές / οι ποιητές είναι σαθρά θεμέλια / για τα δικά της οικοδομήματα" - ποιητές.

Η συλλογή "Laissez passer" είναι μια συλλογή για την κοινωνία και για την ποίηση. Ή ακόμα καλύτερα, είναι ένας ενδιαφέρων συσχετισμός μεταξύ κοινωνίας και ποίησης, που μπορεί να δώσει και μια ωραία απάντηση στο ερώτημα "μα σε τι χρειάζονται οι ποιητές;" Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό το πόσο συχνά χρησιμοποιείται ο όρος "λέξη", είτε ως μέσο ποίησης είτε ως μέσο επανάστασης είτε ως μέσο ερμηνείας του κόσμου είτε, ακόμα, ως απογυμνωμένο απομεινάρι μιας καταστροφής.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης έχει γράψει ένα βιβλίο σκληρό, αλλά που σε αφήνει να δεις μια χαραμάδα φωτός. Ο λόγος του ανεπιτήδευτος, με λέξεις που ρέουν εύκολα από μόνες τους, ζωντανεύουν, αφυπνίζουν, ταξιδεύουν. Ένας ολόκληρος κόσμος, γνήσιος και ειλικρινής, χωρίς προσπάθειες εξωραϊσμού και ελεύθερος από περιττά στολίδια, αρκετά δυνατός για να σε κεντρίσει με τις ιδέες του και αρκετά τρυφερός για να σε φορτίσει συναισθηματικά.

το κλειδί

στον ξεχασμένο φράκτη

που χωρίζει τ' όνειρο από την πραγματικότητα

άφησα το κλειδί

για να μπορώ όποτε το έχω ανάγκη

να κρύβομαι ανάμεσα στους δύο κόσμους

 

θα με βρεις στα σύνορα

να αγκαλιάζω τους πρόσφυγες του ήλιου

πίσω από τους αντικατοπτρισμούς των λέξεων

εκεί κρύβεται η εικόνα του κόσμου

που κατασκευάζουν οι φθόγγοι μου

στην ασυμμετρία των ονείρων

που ακόμα δεν έγιναν ταξίδια

μην ξεγελαστείς

το δώρο του Προμηθέα δεν ήταν η φωτιά

ήταν το όνειρο

μέσα στο βαθύ σκοτάδι της απελπισίας

 

"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", της Ελένης Πριοβόλου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το periou.gr

Αθήνα 1963. Η Άρια και η Οριάν έχουν μόλις γίνει φίλες, όμως η ζωή σύντομα θα τις χωρίσει. Η Οριάν θα επιστρέψει στη Βηρυτό, όπου βρίσκεται ο πατέρας της ως Πρέσβης, θα ερωτευτεί, θα παντρευτεί και θα βιώσει τον πόλεμο του Λιβάνου. Η Άρια θα ζήσει την δικτατορία του '67, θα αποκτήσει οικογένεια, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ασθένεια του καρκίνου. Οι δύο ηρωίδες θα ζήσουν εντελώς ξεχωριστές ζωές, οι οποίες ωστόσο συνδέονται μοιραία με αναπάντεχους τρόπους, για να φτάσουν και πάλι στην Αθήνα του 2015.

Μυθιστόρημα υπαρξιακό; Κοινωνικό; Ιστορικό; Χαρακτήρων και καταστάσεων; Το βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου "Στη ζωή νωρίς νυχτώνει" (Εκδόσεις Καστανιώτη 2019) τα έχει όλα αυτά στις σωστές δόσεις, διατηρώντας μια επιτυχημένη ισορροπία στην αφήγησή της και έναν ασταμάτητο ρυθμό.

Χωρίς να βιάζεται καθόλου -αλλά και με μια ταχύτητα που κάνει το βιβλίο να κυλάει γρήγορα, σχεδόν εθιστικά- η συγγραφέας τολμά να ξετυλίξει μια ενδιαφέρουσα ιστορία που καλύπτει πενήντα χρόνια και εκτυλίσσεται σε δύο χώρες. Έχοντας ως βάση τις δύο κεντρικές ηρωίδες, διαβάζουμε για την ταραγμένη Ελλάδα που οδηγήθηκε στη δικτατορία του '67, για τον πόλεμο στο Λίβανο, για τα πολιτικά παιχνίδια μεταξύ των κρατών. Για τη γεμάτη επαναστατικό πάθος νεολαία του '60 που κατέληξε διαφθαρμένη. Για τη μεθυστική γοητεία της Βηρυτού, για τις συνήθειες των απλών ανθρώπων της, για το άδικο του πολέμου. Για τους νέους του 21ου αιώνα που αναλώνονται στο φαίνεσθαι, για τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Όλα αυτά η Ελένη Πριοβόλου δεν τα παρουσιάζει ούτε με την μορφή της καταγραφής ούτε ως κατάθεση μιας προσωπικής άποψης: τα παρουσιάζει ως βιώματα των ηρώων της. Συναισθήματα, γεγονότα, αποφάσεις, όλα συμπλέκονται με έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο. Τα πρόσωπα του βιβλίου, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, βιώνουν τα γεγονότα το καθένα με τον τρόπο του, από άλλη σκοπιά, με άλλη αφετηρία και έχοντας άλλη κοσμοθεωρία, αντιδρούν διαφορετικά σε αυτά, εξελίσσονται ως χαρακτήρες, διαμορφώνονται, μεταμορφώνονται. Η συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ατελείωτο ανθρώπινο μωσαϊκό, στο οποίο κάθε πρόσωπο καταλήγει να γίνει σύμβολο που αντιπροσωπεύει και κάτι διαφορετικό, να δώσει έναν υπαρξιακό χαρακτήρα στο βιβλίο της και να εισάγει με έμμεσο τρόπο σχόλια κοινωνικά, πολιτικά, φιλοσοφικά, καλύπτοντας παράλληλα ένα τεράστιο χρονικό και γεωγραφικό φάσμα.

Το κλειδί για την επιτυχία ενός τέτοιου λογοτεχνικού εγχειρήματος είναι στην προκειμένη περίπτωση η ισορροπία: η Ελένη Πριοβόλου συνδυάζει όμορφα την ιστορία με τη μυθοπλασία, το προσωπικό με το πανανθρώπινο, το ανάλαφρο με το σοβαρό, τον συναισθηματισμό με τον ωμό ρεαλισμό.

Η υπόθεση του βιβλίου είναι ιντριγκαδόρικη έτσι κι αλλιώς, αλλά ο τρόπος που η συγγραφέας αποφασίζει να διευθετήσει το υλικό της την κάνει ακόμα πιο ελκυστική. Η ιστορία ξεκινάει το 2015 και με αναδρομικές αφηγήσεις μεταφερόμαστε στο παρελθόν - τα κεφάλαια του παρόντος εναλλάσσονται με αυτά του παρελθόντος με εύστοχες συνδέσεις, κάνοντας την αφήγηση να μοιάζει αδιάσπαστη. Παρόλο που ο αναγνώστης φαίνεται να γνωρίζει το …τέλος, η δομή του βιβλίου αφήνει μεγάλο περιθώριο για ανατροπές, εκπλήξεις και αγωνία.

Το βιβλίο "Στη ζωή νωρίς νυχτώνει" είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο, χορταστικό, απολαυστικό ως αναγνωστική εμπειρία και ικανοποιητικό από όποια σκοπιά κι αν αποφασίσεις να το διαβάσεις, είτε ως ιστορικό είτε ως κοινωνικό είτε απλώς ως μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τις ζωές δύο διαφορετικών γυναικών.