Η Ελένη Χωρεάνθη για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", λογοτεχνικό περιοδικό Fractal

Ποιητική φωνή σαν μουσική

Οι  ήπιοι τόνοι είναι πάντα ευπρόσδεχτοι, κατά πώς λέμε: καλοδεχούμενοι, οι χαμηλές φωνές επιβάλλονται όπως η εύγλωττη σιωπή της εικόνας. Αρκούν οι φρικιαστικές φωνές, οι βροντώδεις ιαχές των σύγχρονων θορυβοποιών, οι θεαματικές προκλήσεις. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αγάπη, από ζεστασιά, από ηρεμία. Πώς να το πω; Ανοίγει η καρδιά σου όταν ανοίγεις ένα βιβλίο κι ακούς τη φωνή που έρχεται από μακριά σαν μουσική και λέει ψιθυριστά σχεδόν με ντροπαλότητα αφοπλιστική:

Κι είχε μια ποίηση το δωμάτιο την ώρα τούτη

και μια σιωπή

και μια θλιμμένη λωρίδα ήλιου

που έντυνε την ευτυχία,

 

υπήρχαμε

στα κλαδιά του δέντρου που πάλευε να αναγεννηθεί,

στο τρένο που πέρασε,

στη μέρα που άρχιζε να τελειώνει,

υπήρχαμε,

 

κι είχε μια ποίηση το δωμάτιο

και μια σιωπή

και μια ωραία ταλάντωση

στο αμήν και στο τέλος,

την ώρα τούτη.

 

Απλά, σίγουρα λόγια, βήματα σίγουρα, σταθερά  στο σκληρό στίβο που είναι ο χώρος της ποίησης. Χωρίς καμιά επιτήδευση, καμιά οίηση. Στα απλά πράγματα υπάρχει ποίηση αφανής «φανερής κρείττων». Οι κραυγαλέες φωνές τρομάζουν την ποίηση, Και η ζωή μας είναι απλή, είναι όμορφη όταν τη ζούμε σιγαλά, όπως και η ιστορία ενός «Εικοσιτετράωρου» της Χρυσάνθης Ιακώβου:

 

Κι η ιστορία

μια ευθεία γραμμή,

τη διασχίζουμε

διαβάτες απρόσκλητοι

αέρινοι

και βιαστικοί,

ισορροπούμε

σε μια μονάδα χρόνου,

πλέουμε

σαν πεταλούδες

μέχρι να τελειώσει

το εικοσιτετράωρο

μιας μέρας.

 

Νοηματισμένος λόγος χωρίς να χάνει τίποτα από την ομορφιά και την ποίηση της καθαρής εικόνας που σε σταματάει σε κάθε φθόγγο γιατί έχει να αποκαλύψει κάποιο μυστικό που κρύβει η έστω «τεθλασμένη» εικόνα που προβάλλει «λαθρεπιβάτης» μες από κάθε απλή λέξη, από κάθε στίχο, όπως «λαθραίος διαβάτης» από κάθε γωνιά της πολιτείας

 

Και η απέραντη πόλη

ένα μωσαϊκό

από τσιμέντο και στροφές,

λαθραίος διαβάτης

στα στενά της Ιστορίας,

προσπέρασες

παρήλθες

κι ο κόσμος όλος ένας λαβύρινθος

από αγώνες, στροφές και λάθη,

κι εσύ

απλώς λαθρεπιβάτης.

 

Μέσα σε λίγους στίχους, μετρημένους έντεκα, μερικοί είναι μονολεκτικοί, λέει τόσα πολλά και σημαντικά. Δίνει απλά, με φαιές πινελιές, αδρές, ωστόσο, την εικόνα της σύγχρονης μεγαλούπολης, που δεν είναι άλλο από «ένα μωσαϊκό» φτιαγμένο «από τσιμέντο και στροφές» και μαριονέτες, λαθραίοι διαβάτες, όλοι περαστικοί, άμμος κινούμενη, θαρρείς, οι  άνθρωποι όλοι μαζί και χωριστά ο καθένας, έρχονται και παρέρχονται ξένοι και άγνωστοι μεταξύ τους. «Κι ο κόσμος όλος ένας λαβύρινθος…»

«…κι ο χρόνος σχεδόν μηδενικός/ στάζει/ σαν τη βρύση της κουζίνας/που θέλει επισκευή….Κι ο ήλιος ακυβέρνητος πάνω από τα σταυροδρόμια…κι οι ανάσες των ερώτων που μυρίζουν Δεκέμβρη…»

Από όπου και ν’ αρχίσεις, έχει τέτοια ενότητα και ουσία ετούτη η ποίηση βγάζει νόημα. Μπορείς να συνδέσεις ανάκατα παίρνοντας στίχους στην τύχη και να έχεις εκτός από καθαρό ποιητικό λόγο και αισθητικό αποτέλεσμα. Όπως και τα απλά, ασπρόμαυρα σχέδια που κατά κάποιον τρόπο εισάγουν στις επιμέρους ενότητες με τις χαρακτηριστικές λεζάντες που τα συνοδεύουν αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ποίησης και δίνουν τα κύρια χαρακτηριστικά της:

«Μια ψευδαίσθηση η ζωή μας,

ένα κυνήγι για τα ανέφικτα

κολυμπήσαμε σε ολόκληρο ωκεανό

και μια στάλα νερό

δε βρήκαμε

εδώ εγώ

εντός κι εκτός της ζωής

σε μια παρένθεση

στο αβάσταχτο φάσμα του χωροχρόνου

ακολουθώ

μια ήττα

που είχα ήδη μέσα μου

από πάντα

 

Περνώντας έτσι από διάφορα στάδια, μπορεί ως λαθραίος επιβάτης πίσω  από ένα παραβάν προστασίας που της επιτρέπει να παρατηρεί, να «κοστολογεί», να κρίνοι και να καταγράφει σκηνές καθημερινού βίου και να καταλήγει σε συμπεράσματα που δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης:

 

Γίναμε οι σκιές του εαυτού μας

οι άπειρες εκδοχές του εγώ μας

σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες,

γίναμε οι απολήξεις

τα απομεινάρια…

από τη λάμψη ενός πυροτεχνήματος,

είμαστε και δεν είμαστε

σε αυτόν τον κόσμο,

…με τη θλιμμένη ανταύγεια

μιας προδομένης ευτυχίας στο στήθος

σαν παράσημο

….των λάθος εκείνων στροφών»

 

ψηφίδες δυσδιάκριτες, αφανείς, λαθρεπιβάτες, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων στης μεγαλούπολης  τους λαβυρινθώδεις δρόμους με τις ακανόνιστες γωνίες και τις ύπουλες στροφές. Χάσαμε την ψυχή μας, σκορπιστήκαμε στις «άπειρες εκδοχές του εγώ μας»

Η Χρυσάνθη Ιακώβου με τη δεύτερη ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», σκιαγραφεί με γήινα, λιτά χρώματα, ποιητικά τη σύγχρονη ζωή και πραγματικότητα. Εκφράζει την αγωνία και την ανησυχία της για τη σημερινή κατάντια του ανθρώπου, για τη σχέση του ατόμου με την πραγματικότητα και καταφέρνει να ισοφαρίζει το ατομικό με το καθολικό αίτημα των καιρών.

17/5/2017, περιοδικό fractalart.gr

Ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", Οδός Πανός

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου. Ένα καλοκαίρι που ανακυκλώνεται, μια πορεία που κυκλώνει και λόγια ζεστά και γεμάτα εικόνες που ξεθωριάζουν, αλλά μένουν για πάντα. Αξιόλογη δουλειά.

Αλέξανδρος Στεργιόπουλος, Περιοδικό Οδός Πανός, τχ 181, Ιανουάριος-Μάρτιος 2019

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", theoharrispapadopoulos.blogspot.com

Η ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν» είναι η δεύτερη της Χρυσάνθης Ιακώβου και συνήθως, όταν διαβάζουμε την δεύτερη ποιητική συλλογή ενός ποιητή, περιμένουμε να έχει κάνει ένα βήμα παραπάνω από την πρώτη. Μην έχοντας, όμως, υπόψη μας την πρώτη της ποιητική συλλογή, αρκεστήκαμε να διαβάσουμε τη δεύτερη και βρήκαμε αρκετές αρετές, που την χαρακτηρίζουν ως ένα ώριμο ποιητικό έργο.

Τα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και είναι κυρίως ολιγόστιχα. Ελάχιστα ξεπερνούν τη μια σελίδα, δείχνοντας μας πως η ποιήτρια γνωρίζει καλά την οικονομία των λέξεων και την απόδοση του νοήματος χωρίς τίποτα περιττό.

Πολλά ποιήματα μας άρεσαν, όμως, εκείνο, που μας άρεσε περισσότερο, ίσως το πιο χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Αναμονή», όπου σε μια εικόνα τραγικής συμμετοχής των άψυχων αντικειμένων, το λεωφορείο μπορεί να περάσει από τη στάση μόνο αν θυμηθεί «πως χρόνια τώρα στέκεται κάποιος εκεί.»

Τα περισσότερα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι απαισιόδοξα. Ο λάθος έρωτας κάνει τις νύχτες του Αυγούστου ανυπόφορες, ενώ ο πόνος βαφτίζεται αγάπη «για να έχουμε να λέμε / πως είμαστε ζωντανοί.» Οι λύσεις σε εκείνα, που μας βασανίζουν είναι «ένα κλειδί / σε κάποιο συρτάρι / ξεχασμένο.» Όσοι θέλουν να κλέψουν λίγο χρόνο ανακαλύπτουν τραγικά «πως δεν υπάρχει και χρόνος.», ενώ λέμε ψέματα στον εαυτό μας και πίνουμε απ’ τα λάθη μας και μεθάμε. Τα λάθη χαρακτηρίζονται ως οι λάθος στροφές, που πήραμε και θα κουβαλάμε το βάρος τους για πάντα.

Στην ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου υπάρχουν και ορισμένα αποφθεγματικά δίστιχα, όπου με συμπυκνωμένο λόγο μας αποκαλύπτεται μια φιλοσοφία ζωής: «μια ψευδαίσθηση η ζωή μας, / ένα κυνήγι για τα ανέφικτα» και αλλού: «κολυμπήσαμε σε ολόκληρο ωκεανό / και μια στάλα νερού / δε βρήκαμε».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου «Τεθλασμένοι χρόνοι» είναι ένα σημαντικό βήμα της ποιήτριας στο δύσκολο δρόμο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα βήματά της.

29 Αυγούστου 2018, theoharrispapadopoulos.blogspot.com