Βραδιά ποίησης από την Εμμέλεια Σερρών

Στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών-Οικοκυρική Σχολή ΕΜΜΕΛΕΙΑ Σερρών διοργάνωσε τη βραδιά ποίησης «Ποίηση, ο πάντα άγρυπνος εαυτός μας». Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου 2019, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Εμμέλειας. Συμμετείχαν οι Σερραίες ποιήτριες Βέρρου Ελένη , Γάλβα Σύλβα , Γιοβάνογλου Σοφία, Ευστρατιάδου Καίτη, Ιακώβου Χρυσάνθη, Καϊτατζή-Χουλιούμη Δέσποινα, Κετσιτζόγλου- Γιαλελή Αθηνά, Κυρμανίδου Σωτηρία, Μίκηκη Καίτη και Σαμπάνη Ελένη, ενώ τον συντονισμό ανέλαβαν η Αντωνία Θεοχαρίδου και η Μαρία Παπαδημητρίου.

 

Ο κόσμος όπως τον θέλουμε

Βγήκε, λέει, μια καινούργια εφαρμογή για τα κινητά, η οποία διαγράφει από τη φωτογραφία που πρόκειται να βγάλεις ανθρώπους, αυτοκίνητα και ό,τι σε ενοχλεί τέλος πάντων και σου χαλάει την εικόνα. Από την εποχή δηλαδή που έπρεπε να βάλεις όλη σου την τέχνη και την προσπάθεια για να βγάλεις μια καλή φωτογραφία περάσαμε στην εποχή που αρκούσε να βγάλεις μια μέτρια φωτογραφία και να την κάνεις εντυπωσιακή μέσω photoshop για να καταλήξουμε πλέον στην εποχή που επιλέγεις τι θα συμπεριλάβεις στην φωτογραφία σου χωρίς καν να κουνηθείς από τη θέση σου. Θέλεις να εξαφανιστούν οι πάντες; Θα εξαφανιστούν!

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν η τεχνολογία σού παρέχει πλέον τόσες ευκολίες για να ασκήσεις ένα χόμπι χωρίς να καταβάλεις καθόλου προσπάθεια, τι θα σου μείνει τελικά από την άσκηση αυτού του χόμπι; Κι όσο η τεχνολογία αναπτύσσεται και σου παρέχει όλο και περισσότερες δυνατότητες στην καθημερινή σου ζωή, τότε τελικά για ποιο πράγμα θα κοπιάσεις;

Έχουμε διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή όλα τα τραγούδια στο youtube. Κατεβάζουμε μέσα σε λίγα λεπτά ταινίες από το internet πριν καλά καλά παιχτούν στους κινηματογράφους. Δημοσιεύουμε τις προσωπικές μας στιγμές στο facebook την ώρα που τις ζούμε. Κάνουμε ουρές έξω από τα καταστήματα για να πάρουμε πρώτοι (!) το κινητό που μόλις κυκλοφόρησε. Αν η ταχύτητα είναι το χαρακτηριστικό της εποχής μας, τότε η ανυπομονησία έχει γίνει το χαρακτηριστικό της γενιάς μας. Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα.

Και τελικά, σε τι επενδύουμε; Αν μπορούμε να τα έχουμε όλα ανά πάσα στιγμή, υπάρχει τελικά κάτι για το οποίο θέλουμε ή μπορούμε να περιμένουμε; Τελικά προσπαθούμε να αποκτήσουμε αυτά που θέλουμε ή απλώς αρπάζουμε αχόρταγα ό,τι βρεθεί στα διάβα μας χωρίς καν να σκεφτόμαστε αν το έχουμε πραγματικά ανάγκη; Μέσα σε αυτήν την ασύλληπτη ευκολία έμεινε άραγε ζωντανή η ικανότητα μας να παθιαζόμαστε, να επιμένουμε, να κυνηγάμε, να προσπαθούμε; Ή καταντήσαμε σαν τα μικρά παιδιά που πετάνε το ένα παιχνίδι για να πιάσουν γρήγορα το επόμενο;

Θα μου πεις, και είναι κακό αν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Θεωρητικά όχι. Όμως όσο περισσότερες ευκολίες αποκτούμε, αντί να γίνουμε πιο ενημερωμένοι ή πιο πολυπράγμονες, τόσο πιο κακομαθημένοι γινόμαστε τελικά. Και ξεχνάμε σιγά σιγά, κάθε μέρα και πιο πολύ, ότι το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής είναι ότι δεν μπορείς να έχεις τον κόσμο όπως τον θέλεις.

Κι έπειτα, είναι και το άλλο. Όπως όλοι ξέρουμε, όσο πιο εύκολα αποκτάς κάτι, τόσο λιγότερο το σέβεσαι. Κι όσο για την έλλειψη σεβασμού, αυτό κι αν είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας.

Σταμάτησε ποτέ ο εθνικός διχασμός;

Άλλοτε έχουμε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς, άλλοτε αριστερούς και δεξιούς, άλλοτε χουντικούς και δημοκράτες. Εντάξει, από πολιτικές διαφωνίες πάμε καλά. Μετά από έναν πολύπαθο αιώνα, το πράγμα φάνηκε να στρώνει. Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση το χρήμα άρχισε να ρέει άφθονο και ήμασταν όλοι μονοιασμένοι και ευτυχισμένοι.

Εντάξει, είχαμε πάντα τους πασοκτζήδες και τους νεοδημοκράτες, αλλά οκ, δε νομίζω ότι μπορεί κανείς να μιλήσει για συγκλονιστικά τρομακτικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων. Για να μη μιλήσω για τους κατ' όνομα αριστερούς, αυτούς που αναπολούσαν τον Λένιν, αλλά οι τσέπες τους ήταν πιο γεμάτες και από των "καπιταλιστών". Στο κάτω κάτω, αφού υπήρχε ευημερία, ποιος νοιαζόταν; Οι μόνοι που φαίνεται πως νοιάζονταν πραγματικά ήταν αυτοί που μπαινόβγαιναν στα πολιτικά γραφεία για να ζητήσουν χάρες και διορισμούς. Αυτοί μάλιστα! Φανατίζονταν με το δίκιο τους!

Θυμάμαι πάντα τη Βάσια Τριφύλλη, που πολιτεύτηκε για ένα διάστημα, να γυρνάει στον Γκλέτσο και να του λέει κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής εκπομπής "δε χαλάνε οι φιλίες για τα κόμματα ρε μαλάκα!". Σκέφτομαι όμως, θα μπορούσε να ισχύσει το ίδιο και σήμερα; Το να υποστηρίζεις διαφορετικό κόμμα από έναν φίλο, μπορεί να σε φέρει σε σύγκρουση μαζί του;

Βλέπεις, τα πράγματα σήμερα άλλαξαν, αγρίεψαν, η κρίση κατέστρεψε ένα σωρό κόσμο και ακόμα και αυτούς που άφησε -μέχρι στιγμής- ανεπηρέαστους τους έχει κάνει μίζερους και γκρινιάρηδες. Η χώρα αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα, διακυβεύεται η ευημερία της και το μέλλον της, ο πλανήτης ολόκληρος είναι σε αναβρασμό. Δεν μπορείς πλέον να κάθεσαι άνετα και να τρως τα λεφτά σου και να μη σε νοιάζει τίποτα. Αφού λεφτά δεν υπάρχουν, ξεκινούν τα προβλήματα. Και όπως συμβαίνει σε κάθε κοινωνική και οικονομική αναμπουμπούλα, έρχεται αργά ή γρήγορα η στιγμή που πρέπει να διαλέξεις στρατόπεδο. Έτσι θυμήθηκαν και οι Έλληνες να ξανασχοληθούν πιο θερμά με την πολιτική, να ενημερωθούν και να αποφασίσουν ποιος έχει περισσότερες πιθανότητες να σώσει την κατάσταση.

Πλέον, από την κομματική υποστήριξη υπάρχει η πολιτικά διαμορφωμένη συνείδηση (όπου και αν υπάρχει τέλος πάντων -σίγουρα πάντως σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με το παρελθόν). Και μπορούμε μήπως να πούμε ότι από την πολιτικά διαμορφωμένη συνείδηση περνάμε και στην ιδεολογία; Κατά πόσο πλέον η παράταξη που υποστηρίζουμε επηρεάζει και το σύστημα ιδεών μας; Άρα και τις σχέσεις μας;

Γιατί πλέον φαίνεται να υπάρχει διαφορά μεταξύ του να υποστηρίζεις Τσίπρα ή Νέα Δημοκρατία. Ή, ακόμα χειρότερα, πόσα κοινά σημεία μπορείς να βρεις με κάποιον που στηρίζει ανοιχτά Χρυσή Αυγή; Τώρα μάλιστα με τα social media έγινε ακόμα πιο εύκολο το πράγμα, τους βλέπεις όλους να βρίζονται νυχθημερόν. Να βρίζονται για το Ναι και για το Όχι του Δημοψηφίσματος, για το Μακεδονικό, για το αν θα απειληθούν τα ήθη και τα έθιμα μας από τους γάμους ομοφυλοφίλων, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ούτε καν για το αν πρέπει να χαρούμε για την επιτυχία του Λάνθιμου.

Το να υπάρχουν τόσο έντονες διαφωνίες είναι άραγε φυσιολογικό; Συμβαίνει ακριβώς το ίδιο σε όλα τα έθνη που περνούν δύσκολα; Το να υποστηρίζεις τις ιδέες σου δεν είναι κακό, αλλά μήπως από την ιδεολογία περάσαμε πλέον στον φανατισμό; Οι Έλληνες που αυτή τη στιγμή φωνάζουν στα social media ή στα συλλαλητήρια θέλουν πραγματικά το καλό της πατρίδας ή οι διαφωνίες έγιναν αυτοσκοπός και μέσο εκτόνωσης; Και άραγε πού τελειώνει η διαφορά των απόψεων και από πού ξεκινά ένας πραγματικός εθνικός διχασμός; Ας ελπίσουμε ότι η ίδια η ιστορία δε θα μας αφήσει να μάθουμε την απάντηση.