Κατερίνα Καριζώνη

"Η συγγραφή είναι ο μόνος τρόπος ζωής που γνωρίζω"

Η Κατερίνα Καριζώνη μιλάει στο vakxikon.gr για το βιβλίο της "Το λυκόφως του Αιγαίου" (Εκδόσεις Καστανιώτη) που κυκλοφόρησε πρόσφατα, για τη λογοτεχνία του σήμερα και για το χρέος των συγγραφέων απέναντι στην κοινωνία.

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου

Μιλήστε μου για το τελευταίο σας βιβλίο, "Το λυκόφως του Αιγαίου".

"Το λυκόφως του Αιγαίου" είναι ένα μυθιστόρημα για την πειρατεία στο Αιγαίο τον 17ο αιώνα. Αναφέρεται σε προσωπικότητες μεγάλων πειρατών που έδρασαν στο Αρχιπέλαγος,  καθώς και σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, χωρίς να λείπει όμως η μυθοπλασία. Αφηγείται τις μάχες των πειρατών, τα ρεσάλτα στα πλοία και στα νησιά, τους έρωτές τους, τις μεταξύ τους συμμαχίες, τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στη θάλασσα, τα ήθη και τα έθιμα και τις δοξασίες των νησιωτικών πληθυσμών. Το μυθιστόρημα είναι αποτέλεσμα μιας μακράς έρευνας που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια και μου έδωσε και άλλα τέσσερα βιβλία με σχετικό θέμα: «Το μεγάλο Αλγέρι», τον «Μονόφθαλμο κι άλλες πειρατικές ιστορίες», «Τον χάρτη των ονείρων», ένα μυθιστόρημα για τον Μπαρμπαρόσα και ένα λεύκωμα για την μανιάτικη πειρατεία. Το ζήτημα της πειρατείας είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Η πειρατεία δεν ήταν μια απλή επιχείρηση αρπαγής εχθρικού πλοίου και φορτίου. Αποτελούσε ένα οργανωμένο σύστημα αναδιανομής του πλούτου που περνούσε απ' τους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους του Αιγαίου, σύστημα στο οποίο επένδυαν τα κεφάλαιά τους επιχειρήσεις, ιπποτικά τάγματα, βασιλιάδες, Εκκλησίες και ολόκληρα κράτη. Υπήρχαν νόμοι της θάλασσας, λειοδικεία, δικαστήρια, άδειες πειρατείας και πλεύσης, σημαίες και κανόνες. Ταυτόχρονα, η πειρατεία αποτελούσε κι έναν διαρκή πόλεμο στη θάλασσα ανάμεσα στις θρησκείες, τις ιδεολογίες και τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Αυτό ήταν το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασαν και οι Έλληνες πειρατές. Συνεργάστηκαν με τους δυτικούς και κυρίους τους Μαλτέζους εναντίον των Οθωμανών και των Μπαρμπαρέζων κι έγραψαν Ιστορία στη θάλασσα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους ήταν ότι μαζί με τις καταδρομές που πραγματοποιούσαν, υποστήριζαν τα απελευθερωτικά κινήματα των κατοίκων των νησιών, κάποια νησιά μάλιστα, όπως την Μήλο την απελευθέρωσαν από τους Τούρκους για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Η εξοικείωσή τους με τη θάλασσα και τον ναυτικό πόλεμο και η ελευθερία που απολάμβαναν μέσα απ' την πειρατική τους δραστηριότητα τους έκανε ετοιμοπόλεμους και αξιόμαχους και τους μετέτρεψε με τα χρόνια σε οπλαρχηγούς της Επανάστασης του '21. Οι Έλληνες πειρατές του Αιγαίου αποτέλεσαν τους Κλέφτες και τους Αρματολούς της θάλασσας στα πρώιμα επαναστατικά χρόνια. Το φαινόμενο της ελληνικής πειρατείας λοιπόν είναι άρρηκτα δεμένο με την αντίσταση των Ελλήνων ενάντια στους Οθωμανούς, γι' αυτό και κάποιοι απ' αυτούς πέρασαν στο θρύλο και στα δημοτικά τραγούδια και έγιναν λαϊκοί ήρωες, όπως ο Ιωάννης Κάψης, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου μου. Βέβαια μέσα στο μυθιστόρημα δεν αγιοποιούνται οι πειρατές, ούτε αποκρύπτονται οι βιαιοπραγίες τους. Φωτίζεται όμως η πραγματική εικόνα τους που ήταν ως τώρα θολή και παρεξηγημένη.

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με ένα τόσο ιδιαίτερο και απαιτητικό θέμα;

Γράφοντας το μυθιστόρημα «Μεγάλο Αλγέρι», που ήταν η ιστορία της βεντέτας της οικογένειάς μου στη Μάνη, ανακάλυψα ότι οι Μανιάτες ήταν επαγγελματίες πειρατές. Στη δημοτική βιβλιοθήκη της Αρεόπολης την ίδια εποχή βρήκα τυχαία ένα βιβλίο που λεγόταν «Κουρσάροι του Αιγαίου», ήταν γραμμένο στη δεκαετία του '50 και κανείς δεν το είχε ποτέ δανειστεί. Τα φύλλα του ήταν άκοπα και σκονισμένα. Το πήρα λοιπόν, από περιέργεια, το διάβασα και το φωτοτύπησα. Από εκείνη τη μοιραία στιγμή με πήραν οι πειρατές μαζί τους στα καράβια τους και ανοίξαμε πανιά για την Ιστορία. Τότε κατάλαβα πόσο διαστρεβλωμένη εικόνα είχαμε για τους πειρατές, καθώς οι μεν ιστορικοί αποσιωπούσαν το θέμα, οι δε ταινίες μάς έδιναν μια ψεύτικη εικόνα της πειρατείας σύμφωνα με τα αμερικάνικα πρότυπα.

Έχετε ασχοληθεί με πολλά είδη της λογοτεχνίας: μυθιστόρημα, ποίηση, παιδικό βιβλίο. Σε ποιο από αυτά τα είδη αισθάνεστε να κινείστε πιο άνετα και ποιο είναι το πιο απαιτητικό από αυτά;

Το πιο απαιτητικό είναι το μυθιστόρημα, γιατί είναι αφήγημα μεγάλης έκτασης, έχει χαρακτήρες και πλοκή που πρέπει να την παρακολουθείς αυστηρά. Το μυθιστόρημα, απ' την άλλη μεριά, τουλάχιστον αυτό που γράφω εγώ, περιέχει και την ποίηση και το παραμύθι. Βέβαια κανένα είδος δεν είναι εύκολο αν θέλεις να ασχοληθείς σοβαρά μαζί του. Ούτε είναι τόσο απλό να γράψεις παραμύθια. Χρειάζεται μια ιδιαίτερη ικανότητα να κάνεις την υπέρβαση της λογικής να πλοηγηθείς στο όνειρο και να πεις μια ιστορία που βγάζει νόημα. Δηλαδή να διαχειριστείς το όνειρο με λογικό τρόπο. Το ίδιο η ποίηση. Πρέπει να μετουσιώσεις τις λέξεις σε σύμβολα και να περάσεις ένα μήνυμα κατανοητό στον αναγνώστη. Κι αυτό δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Η ποίηση ωστόσο ήταν και είναι πάντα η αγαπημένη μου ασχολία. Γράφω από παιδί ποιήματα και με τα χρόνια πέρασα και στην πεζογραφία.

Υπάρχουν συγγραφικά απωθημένα; Τι είναι αυτό που δεν έχετε γράψει ακόμα;

Ένα θεατρικό έργο. Αυτό δεν έχω γράψει ποτέ, αν και κάποια παιδικά μου βιβλία έγιναν θεατρικά. Θέλω κάποια στιγμή να γράψω κι ένα θεατρικό.

Γράφετε πολλά χρόνια. Τι έχει αλλάξει στο λογοτεχνικό τοπίο της Ελλάδας από τότε που ξεκινήσατε;

Όταν άρχισα να γράφω υπήρχαν κάποια πρότυπα που δεν μπορούσες να τα αμφισβητήσεις. Σήμερα όλα κρίνονται απ' την αρχή κι αυτό είναι καλό. Η λογοτεχνία προχωράει. Κατά την άποψή μου πρέπει να συναντηθεί και με άλλα γνωστικά πεδία, να δανειστεί εκφραστικούς τρόπους από αλλού και να εμπλουτιστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι κέρδισε έδαφος το ιστορικό μυθιστόρημα στις μέρες μας, η μαθηματική λογοτεχνία και άλλα είδη που μας έρχονται συχνά από το εξωτερικό. Υπάρχει ένας πλουραλισμός στη λογοτεχνία, γράφονται καλά βιβλία στην Ελλάδα και μάλιστα από νέους συγγραφείς.

Τι χρέος έχει ο συγγραφέας απέναντι στο κοινό του; Σκοπός ενός βιβλίου πρέπει να είναι η ψυχαγωγία ή η διαμόρφωση συνειδήσεων;

Είναι και τα δύο. Για μένα όταν μπορεί ένα βιβλίο να διαμορφώσει συνειδήσεις ή να φωτίσει κάποιες σκοτεινές πλευρές της Ιστορίας και της ζωής ακόμα, είναι ένα ωφέλιμο βιβλίο. Μου αρέσει επίσης να μαθαίνω πράγματα από ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Είναι σαν τα καινούργια παράθυρα που σου ανοίγονται στον κόσμο.

Τι είναι αυτό που επιδιώκετε να εκφράσετε μέσω της συγγραφής; Υπάρχει κάποια κεντρική ιδέα στο πίσω μέρος του μυαλού σας που να εκφράζεται διαφοροποιημένη σε κάθε σας βιβλίο;

Υπάρχει μια κεντρική ιδέα πάντα πριν αρχίσεις να γράφεις ένα βιβλίο. Κατά μία άποψη γράφουμε σ' όλη τη ζωή μας το ίδιο βιβλίο. Εγώ νομίζω όμως ότι κάθε βιβλίο είναι ένας ξεχωριστός κόσμος, ακόμα και όταν μιλάει για όμοια πράγματα. Υπάρχουν βέβαια και οι συγγραφικές εμμονές που στοιχειώνουν όλους τους συγγραφείς. Είναι ευθύνη του κάθε συγγραφέα να βρει έναν τρόπο να μην επαναλαμβάνεται. Εγώ τι επιδιώκω με την συγγραφή; Για μένα είναι ο μόνος τρόπος ζωής που γνωρίζω.

Σχέδια για το μέλλον; Τι άλλο ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό;

Έχω σχέδια για ένα μυθιστόρημα, αλλά αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε δυο θέματα και δεν έχω καταλήξει ακόμα.

Μισέλ Φάις

"Έμπνευση είναι η πίεση που ασκεί πάνω σου κάτι άδηλο, κάτι λησμονημένο"

 

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

 

Μιλήστε μου για το τελευταίο σας βιβλίο, "Όπως ποτέ", που κυκλοφορεί απο τις Εκδόσεις Πατάκη.

Εν πρώτοις, κλείνει την τελευταία τριλογία μου. Ταυτόχρονα, είναι ένα βιβλίο μιας χωροταξικής μετατόπισης: από το τελετουργικό δωμάτιο της ψυχανάλυσης («Από το πουθενά», 2015), στο δυστοπικό γκρι στούντιο («Lady Cortisol», 2016) και στο κλειστοφοβικό λαγούμι του εαυτού («Όπως ποτέ», 2019).  Επίσης, το “Όπως ποτέ” είναι ένα βιβλίο, όπως τα περισσότερα βιβλία μου, που επιβεβαιώνει ότι το πώς λες μια ιστορία σε μεγάλο βαθμό καθορίζει και το τι λέει μια ιστορία, αλλά και γιατί την λες. Ακόμη, το “Όπως ποτέ” επιβεβαιώνει ότι ο συγγραφέας του έλκεται περισσότερο από την πρόζα της ποίησης, της φιλοσοφίας, της φωτογραφίας, του θεάτρου, του κινηματογράφου, της πολεοδομίας, της μουσικής, ιδίως αυτής, κι ολοένα λιγότερο από την πρόζα της λογοτεχνίας.

Επί του πρακτέου, όμως, το “Όπως ποτέ” μιλάει για ένα κλονισμένο άντρα, μια αινιγματική γυναίκα (τους γονείς του αφηγητή; το αρχετυπικό κι έκπτωτο άρρεν και θήλυ; το άρρεν και το θήλυ εντός του αφηγητή; τη Γραφή και την Πραγματικότητα;) κι ένα δυσοίωνο πλήθος που κινείται ανάμεσα τους άλλοτε πανικόβλητα, άλλοτε ληθαργικά κι άλλοτε φαρσικά (παρ’  ολίγον να πω: φαϊσικά). Το "Όπως ποτέ” είναι βιβλίο που λογοδοτεί στο βλέμμα και στο άγγιγμα του ονείρου, εξού και είναι τόσο ρευστό, μεθοριακό, θρυμματισμένο, κρυπτικό. Κατά βάθος, ένα βιβλίο πτώσης (αυτό, εξάλλου, μαρτυρεί και η ασπρόμαυρη σκάλα του  εξωφύλλου)―πτώση: από το νόημα, από τον εαυτό, από τη μνήμη, από τις οικειότητες, από τις λέξεις. Σαν να ανεβαίνεις και να κατεβαίνεις ταυτόχρονα μια σκάλα (σαν αυτή του εξωφύλλου που εκτός από τη σκάλα του ιατρείου του πατέρα μου στην Κομοτηνή παραπέμπει και στη σκάλα του ονείρου του Ιακώβ) εξού και ο υπότιτλος:  Κωμωδία της κούρασης.

Τι μεσολαβεί από το ένα βιβλίο στο άλλο;

Η ασυνεχής ροή ανάμεσα στα κεφάλαια της αφηγημένης ζωής. Επειδή, ως γνωστόν, η ζωή δεν ζει, η αφήγηση δεν αφηγείται.

Τι αίσθηση σας αφήνει η ολοκλήρωση του κάθε βιβλίου και πώς συναντάτε την έμπνευση για το επόμενο;

Άλλοτε κάτι από ανακούφιση, άλλοτε κάτι από ανία, άλλοτε κάτι από πένθος, άλλοτε κάτι από κωμωδία. Έμπνευση, αν υπάρχει, είναι η πίεση που ασκεί πάνω σου κάτι άδηλο και απροσδιόριστο, κάτι λησμονημένο, εμποδισμένο ή παραγκωνισμένο, κάτι που ζητάει να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, κάτι που δεν αντέχει να συνεχίσει να είναι αυτό που είναι.

Ποια είναι μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει ένας συγγραφέας; Να βελτιωθεί από βιβλίο σε βιβλίο; Να καταφέρει να δημιουργήσει έναν σταθερό δεσμό με τον αναγνώστη; Να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα;

Στην κρούστα κάποιες από αυτές τις αιτίες. Στο βάθος να αντέξει στις εφήμερες πιέσεις του βιοπορισμού, αλλά και τις μετατοπίσεις ή τις ρωγμές του μέσα χρόνου ώστε να εξασφαλίσει χρόνο, συμπαγή και ατεμάχιστο, για να δοκιμαστεί, πάλι και πάλι, με τους οικείους δαίμονες της μνήμης, της γλώσσας, της επιθυμίας για γραφή.

Εδώ και πολλά χρόνια διδάσκετε δημιουργική γραφή. Σε πόσο μεγάλο βαθμό, αλήθεια, μπορεί να διδαχθεί η τέχνη της γραφής;

Το έχω ξαναπεί. To επαναλαμβάνω. Το αν διδάσκεται ή όχι η γραφή (λογοτεχνική, θεατρική, δοκιμιακή κτλ) δεν με απασχόλησε ποτέ. Αντιθέτως, αυτό που με απασχόλησε και με απασχολεί μέχρι σήμερα, όταν μπαίνω σε μια τάξη δημιουργικής γραφής, είναι η διαθεσιμότητα όλων αυτών που καθόμαστε γύρω από ένα τραπέζι, γύρω από βιβλία, από κείμενα, από ασκήσεις. Αυτό με καίει, αυτό είναι το κρίσιμο: το αναγνωστικό, αφηγηματικό, το ψυχικό τους άνοιγμα. Είναι διατεθειμένοι να εκτεθούν σε κάποιους κινδύνους; Να αποχαιρετήσουν κάποιες βεβαιότητες; Να δεχτούν την αφηγηματική περιπέτεια, ταυτόχρονα, ως περιπέτεια της αφήγησης και ως περιπέτεια του εαυτού; Και η απάντηση, φυσικά, έρχεται πάντα από τα βιβλία, τις διακρίσεις και τις λογοτεχνικές συντροφιές που αναφύονται και εξαπλώνονται μέσα από τις συναντήσεις δημιουργικής γραφής που εμπλέκομαι εδώ και χρόνια, από τα χρόνια του ΕΚΕΜΕΛ και του ΕΚΕΒΙ μέχρι σήμερα στη Σχόλη των Εκδόσεων Πατάκη, στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

Από την εμπειρία της συναναστροφής σας με επίδοξους συγγραφείς, τι να περιμένουμε από τη λογοτεχνική γενιά του αύριο;

Ό,τι περιμέναμε και από τη γενιά του χθες, ό,τι περιμένουμε από τη γενιά του σήμερα: απαιτητικότερα και πιο ιδιοσυγκρασιακά βιβλία. Βιβλία που βάζουν στην άκρη την αυτοεικόνα τους, αν θα αρέσουν, αν θα προκαλέσουν, αν θα πουλήσουν και άλλα ηχηρά παρόμοια. Βιβλία που βάζουν στοιχήματα με το παρελθόν τους και το μέλλον τους κι όχι περιοριστικά με το εφήμερο παρόν τους.

Σύμφωνα με έρευνες, οι μισοί Έλληνες δε διαβάζουν ούτε ένα βιβλίο το χρόνο και οι άλλοι μισοί διαβάζουν ελάχιστα. Πού οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, αυτό; Θα μπορούσε να αλλάξει;

Μακρά και μάλλον ατελέσφορη κουβέντα. Γενικώς είμαστε λαός αυτοσχέδιος, θορυβώδης και απρογραμμάτιστος. Έτσι μάθαμε, έτσι μας έμαθαν. Από τη μια το ένδοξο ή ηρωικό παρελθόν μας, από την άλλη η μεταπολιτευτική μας ραστώνη. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, η οικονομική δυσανεξία βύθισε στην κατάθλιψη όλον αυτόν τον καταστατικό μας διχασμό. Πάντως τώρα είναι πιο καθαρά, πιο τίμια τα πράγματα: οι αναγνώστες αγοράζουν τα βιβλία που θα διαβάσουν κι όχι τα βιβλία που φαντασιώνονται ότι θα διαβάσουν, χωρίς να τα διαβάζουν εντέλει. Το αν, πότε και πώς θα αλλάξει αυτή η κατάσταση… Υπάρχουν πιο αρμόδια χείλη να αποφανθούν περί αυτού. Προσωπικά, όσον με αφορά, στους μαθητές μου επιμένω πως άβιβλος συγγραφέας δεν νοείται.

Σε πόσο μεγάλο βαθμό καταφέρνετε σε κάθε βιβλίο να εκφράσετε αυτά που θα θέλατε; Υπάρχει ταύτιση μεταξύ πρόθεσης και αποτελέσματος;

Γράφω σ' ένα σημείο στο “Όπως ποτέ”: 

Όταν λες μια ιστορία… Ναι… Λέω, όταν λες μια ιστορία, τι λες; Λέω αυτό που συνέβη. Μόνο; Αυτό που συνέβη από τη σκοπιά μου… Μόνο; Κάποιες φορές κι αυτό που ήθελα να συμβεί ή κι αυτό που δεν ήθελα να συμβεί. Αυτό γιατί το κάνεις; Για να κάνω την ιστορία πιο ενδιαφέρουσα. Μόνο; Χωρίς αιχμές. Να τη στρογγυλέψω. Πιο ανακουφιστική. Για ποιον; Συνήθως για μένα. Τροποποιείς τα δεδομένα, παραλλάσσεις το πλαίσιο, μετατοπίζεις χρόνους και χώρους, μασκαρεύεις πρόσωπα και συμβάντα, αναλόγως σε ποιον λες την ιστορία; Παλαιότερα. Τώρα; Τώρα προσπαθώ να είμαι όσο πιο ακριβής γίνεται. Ακριβής ή αληθινός; Ακριβής. Μεγαλύτερη αλήθεια από την ακρίβεια δεν υπάρχει. Η ακρίβεια έχει κάτι το απόλυτο. Δηλαδή; Κάτι το άυλα απτό. Μάλιστα… Σκέψου, μια καρέκλα. Στέρεη και αναπαυτική. Τη σκέφτεσαι; Την καρέκλα; Αυτή η καρέκλα δεν υπάρχει. Δεν… Αυτή η καρέκλα βγαίνει από κάποιο όνειρο ή από το επέκεινα. Μάλιστα… Η ακρίβεια, λοιπόν, έχει την τεχνική, τη δύναμη, πες το όπως θες, να αποσπά αυτή την καρέκλα από την αχλή ή το άδηλο. Κι όχι μόνο. Να τη φέρνει στον χώρο σου. Να την εμφανίζει μπροστά σου. Πιο πραγματική από την πραγματική. Κατανοητό; Κι όχι μόνο να τη φέρνει σπίτι σου, στο δωμάτιό σου, αλλά να μπορείς, αν θες, αν δεν φοβάσαι, να καθίσεις. Στην καρέκλα από το όνειρο; Ή από το επέκεινα. Να καθίσεις και να διαβάσεις την εφημερίδα σου ή να πιεις το τσάι σου. Ακόμη και να πάρεις έναν υπνάκο μπορείς. Τι να πω… Ό,τι θέλεις… Τι μεσολάβησε, τι άλλαξε από παλιά; Τι εννοείς; Τι σε οδήγησε, τι σε έσπρωξε με τον καιρό, πώς να το πω, στην αγκαλιά της ακρίβειας, στα θέλγητρά της. Πρώτον, το πες πες πολλών ιστοριών. Δεύτερον, οι αντοχές μου. Δεν καταλαβαίνω. Δεν είναι περίπλοκο. Η μειωμένη πλέον συγκέντρωση του ακροατή, η παραδοπιστία των λέξεων, αλλά, κυρίως, η επιθυμία μου να αφηγηθώ κάτι που ενδεχομένως είναι άτεχνο ή ανιαρό, βρίσκεται όμως όσο πιο κοντά γίνεται σ’ αυτό που ακριβώς έζησα. Και τα καταφέρνεις; Με πολλή προσπάθεια. Υπάρχουν κάποια τρικ γι’ αυτό; Μπορούμε να τα πούμε κι έτσι… Παράδειγμα; Ότι λέω, αφηγούμαι την τελευταία ιστορία στον κόσμο, την τελευταία ιστορία που μου αναλογεί, κι ότι, αν αποκλίνω από την πραγματική της αίσθηση, θα μου συμβεί κάτι χειρότερο από αυτό που, έτσι κι αλλιώς, πρόκειται να μου συμβεί. Με άλλα λόγια, μου λες ότι η πραγματική αίσθηση μιας ιστορίας μπορεί να σώσει εσένα, την ιστορία κι αυτόν που σε ακούει; Δεν ξέρω, μπορεί. Λες μια ιστορία για τον εαυτό σου, για τον άλλο ή για την ίδια την ιστορία; Μπορεί και για την ιστορία των ιστοριών. Για την αφανισμένη φάρα των ιστοριών”.

Κάπως, έτσι, λοιπόν.

Σχέδια για το μέλλον; Με τι ασχολείστε αυτόν τον καιρό και τι άλλο ετοιμάζετε;

Ασχολούμαι με τον σχεδόν δίχρονο γιό μου. Το πιο φωτεινό, το πιο ανεξάντλητο, το πιο βαθύ κείμενο της ζωής μου. Παρεμπιπτόντως, αυτός που γράφει κι όταν δεν γράφει γράφει. Οψόμεθα, λοιπόν…

Χρήστος Κούκης

«Ο ποιητής έχει το ιερό χρέος να μιλάει στην κοινωνία, να την προειδοποιεί, να την "ενοχλεί" διαρκώς»

 

Πείτε μου λίγα λόγια για την τελευταία σας ποιητική συλλογή "Μοντέρνα ενοχή", που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος.

Η «Μοντέρνα ενοχή» γράφτηκε κάτω από μια πρόδηλη πίεση για αλλαγή, κοινωνική και προσωπική. Ο χρόνος πολύ συχνά, ανεπαίσθητα, διαμορφώνει μέσα μας και γύρω μας νέες κατευθύνσεις και εμείς με την σειρά μας προσπαθούμε να συντονίσουμε και να ισορροπήσουμε την ψυχή μας με την πραγματικότητα. Το βιβλίο εκφράζει ακριβώς την αγωνία του ανθρώπου να σταθεί όρθιος σε αυτό το πρωτόγνωρο για αυτόν μεταίχμιο.  

Διάλεξα να γράψω μικρότερα, σε έκταση, ποιήματα και να πειραματιστώ σε νέες φόρμες γραφής. Επίσης, διάλεξα να μην αλλάξω την στάση μου ούτε σε αυτό το βιβλίο και να προκρίνω την ελπίδα ως την σπουδαιότερη από τις ματαιότητες αυτού του κόσμου.

Υπαρξιακή ή κοινωνική ποίηση; Το βιβλίο σας ακροβατεί ανάμεσα στα δύο αυτά είδη. Ποιο υπερισχύει και τι είναι αυτό που θέλατε τελικά να εκφράσετε;

Πιστεύω πως η υπαρξιακή ποίηση είναι αυτόματα και κοινωνική. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά είναι ποια πλευρά επιλέγουμε να φωτίσουμε περισσότερο ή λιγότερο. Η ανάγκη του κάθε καιρού που βιώνουμε μας ψιθυρίζει την επιλογή αυτή. Σε προηγούμενα βιβλία μου εξερεύνησα περισσότερο τις εσωτερικές διαδρομές της γλώσσας και του μυαλού γνωρίζοντας πως από εκεί ξεκινά κανείς αν θέλει να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του. Ταξιδεύοντας όμως σε φεστιβάλ ποίησης σε πολλά και διαφορετικά μέρη και ερχόμενος σε επαφή με την μεγάλη εικόνα του ανθρώπου, ένιωσα την αληθινή ανάγκη να μιλήσω και να αποτυπώσω με θάρρος τη δύναμη του ορατού, τη δύναμη του σήμερα και το αιώνιο νόημα που πάντα υπάρχει σε αυτό. Θέλω να εκφράσω τον άνθρωπο και τις ερωτήσεις του με μια πιο άμεση μορφή.

Πιστεύετε στον κοινωνικό ρόλο της ποίησης; Έχει χρέος ο ποιητής απέναντι στην κοινωνία;

Ο ποιητής έχει το ιερό χρέος να μιλάει στην κοινωνία, να την προειδοποιεί, να την «ενοχλεί» διαρκώς και να γίνεται δυσάρεστος απέναντι στην κάθε μικρή ή μεγάλη εξουσία. Ο ποιητής δεν ανήκει παρά στο ωφέλιμο και στο αληθινό. Η εμπλοκή του ποιητή στην κοινωνία θέλει όμως προσοχή και εγρήγορση. Η ποίηση μάς δίνει το δικαίωμα να μαχόμαστε για  τον άνθρωπο, τον οποιοδήποτε άνθρωπο, και δεν πρέπει να το πετάξουμε και να το σπαταλήσουμε σε ιδεολογίες, κόμματα, επιτροπές και παραγοντισμούς. Ακόμα και ένας άνθρωπος να έχει «προστατευθεί» και «γιατρευθεί» από την ποίηση, ο ποιητής έχει επιτελέσει τον κοινωνικό του ρόλο.

Η ποίηση είναι ίσως ένα παρεξηγημένο λογοτεχνικό είδος, θεωρείται μάλλον το δυσκολότερο. Ποια είναι, κατά τη δική σας γνώμη, η σχέση της ποίησης και του αναγνωστικού κοινού σήμερα;

Η ποίηση έχει χάσει αλήθεια ένα μεγάλο μέρος του κοινού της και έχει επικρατήσει η λανθασμένη άποψη ότι πρόκειται για μια δυσνόητη τέχνη, μια τέχνη για λίγους και εκλεκτούς. Πιστεύω πως για αυτό κυρίως φταίει η εσωστρέφεια και το ακαδημαϊκό ύφος και περιεχόμενο των τελευταίων γενιών των ποιητών. Αντιθέτως, δεν γνωρίζω κανέναν άνθρωπο που τον δυσκόλεψε, για παράδειγμα, η ποίηση του Καβάφη, που δεν γοητεύθηκε από το περιεχόμενο των ποιημάτων του ή που δεν ανέτρεξε σε αυτά ανακαλώντας στίχους του.

Σήμερα η ποίηση, βοηθούμενη και από την κρίση που βιώνουμε την τελευταία δεκαετία, έχει κερδίσει αρκετό έδαφος στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού, ιδιαίτερα με νέες φωνές που έχουνε αναδειχθεί. Ειλικρινά εύχομαι και θέλω να στηρίξω αυτό το ρεύμα να συνεχιστεί και να εδραιωθεί.

Τι είναι επιτυχία για έναν ποιητή; Πότε μπορεί να θεωρηθεί ένας ποιητής επιτυχημένος;

Η επιτυχία είναι μια επικίνδυνη λέξη, αλλά υπάρχουνε φορές και αιτίες που αυτός ο κίνδυνος αξίζει και με το παραπάνω. θα σας δώσω δύο παραδείγματα: 

Α) Πριν λίγα χρόνια έφτιαξα (αφιλοκερδώς) μια σειρά από βίντεο για τους εν ζωή μεγάλους ποιητές της χώρας μας και αυτή η σειρά ανέβηκε στο διαδίκτυο αλλά και στο Υπουργείο Παιδείας και είναι προσβάσιμη δωρεάν από όλους. Συνεχώς λαμβάνω μηνύματα κυρίως από μαθητές που ανακαλύπτουν τους σημαντικούς μας ποιητές και την αξία στην ζωή τους και την μόρφωσή τους. Επιτυχία λοιπόν για έναν ποιητή είναι σίγουρα να υπηρετεί ταπεινά την ίδια του την τέχνη.

Β) Τους τελευταίους μήνες επισκέπτομαι (επίσης αφιλοκερδώς) τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας των φυλακών και συμβάλω όσο μπορώ στην γενικότερη προσπάθεια  ώστε οι  έγκλειστοι να έρθουνε σε άμεση επαφή με το βιβλίο, την ποίηση, να κατανοήσουν την σημασία της και -γιατί όχι;- να γράψουνε και οι ίδιοι. Στις επισκέψεις μου αυτές έχω βρεθεί τόσο κοντά στην αλήθεια όσο ποτέ άλλοτε, έχω νιώσει ευτυχισμένος τόσο για την δική μου εσωτερική πρόοδο όσο και για των «μαθητών» μου. Επιτυχία λοιπόν για έναν ποιητή είναι να προσφέρει στον άνθρωπο.

Ασχολείστε χρόνια με την ποίηση, έχετε εκδώσει ήδη έξι ποιητικές συλλογές. Τι έχει αλλάξει στην προσωπική σας σχέση με την ποίηση από τότε που ξεκινήσατε μέχρι τώρα;

Έχουν αλλάξει τα πάντα εκτός από την δίψα μου να γράφω. Λέω δίψα γιατί νιώθω την ανάγκη μου να γράφω σαν κάτι θεμελιώδες στην ζωή μου. Όμως όλα τα υπόλοιπα έχουν μετασχηματιστεί, έχουν πάρει μια καλύτερη τροπή: ο τρόπος που διαβάζω ποίηση, που γράφω, που αντιλαμβάνομαι την γλώσσα και τις λέξεις, το εύρος των ποιητών που διαβάζω, το ύφος με το οποίο τοποθετώ τον εαυτό μου στην κοινωνία και στον κόσμο. Η ποίηση είναι ένας απαιτητικός γάμος με ευτυχή κατάληξη!

Συγγραφικά απωθημένα; Τι δεν έχετε κάνει μέχρι τώρα και σε τι να περιμένουμε να σας δούμε στο μέλλον;

Θέλω να ασχοληθώ πιο ενεργά με το θέατρο και το παραμύθι. Έχω ήδη ολοκληρώσει ένα παραμύθι για ενήλικες και έχω γράψει κάποια κομμάτια του πρώτου μου θεατρικού ελπίζοντας πως σύντομα θα είναι έτοιμο.

Επόμενα λογοτεχνικά σχέδια;

Θα συμμετέχω σε κάποια φεστιβάλ ποίησης στην Ασία και στην Ευρώπη και σε συλλογικές εκδόσεις στο εξωτερικό με δικά μου ποιήματα ή μεταφράσεις.

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr