Forushande (Ο εμποράκος)

Forushande (The salesman / Ο εμποράκος), 2017

Σκηνοθέτης: Asghar Farhadi

Παίζουν: Taraneh Alidoosti, Shahab Hosseini, Mina Sadati

Ο Εμάντ και η Ράνα είναι ζευγάρι στη ζωή, είναι ζευγάρι και στο θέατρο, καθώς συμμετέχουν στην παράσταση "Ο θάνατος του εμποράκου" του Άρθουρ Μίλερ. Όταν θα αναγκαστούν να μετακομίσουν από την πολυκατοικία στην οποία μένουν, ένα δυσάρεστο περιστατικό θα τους συμβεί στο νέο τους σπίτι: η Ράνα θα πέσει θύμα επίθεσης από έναν άντρα, την ώρα που ο Εμάντ απουσιάζει. Το περιστατικό αυτό θα φέρει τα πάνω κάτω, τόσο στην ψυχολογία της Ράνα, όσο και στον Εμάντ, ο οποίος θα κάνει τα πάντα για να βρει τον ένοχο και να πάρει εκδίκηση.

Ένα πολυεπίπεδο δράμα με πολλές αναγνώσεις, πολλούς συμβολισμούς, αλλά και ενδιαφέροντες παραλληλισμούς με το έργο του Μίλερ, το ανέβασμα του οποίου βλέπουμε στην ταινία και από το οποίο προκύπτει και ο τίτλος.

Το στιλ του Φαραντί είναι πλέον γνωστό: ένα δυσάρεστο γεγονός στέκεται η αφορμή για να διαταραχτούν οι ισορροπίες, για να βγουν στην επιφάνεια συναισθήματα και συμπεριφορές που δε θα μπορούσε κανείς να υποψιαστεί, για να οδηγηθούν οι ήρωες στα άκρα. Ο Φαραντί, πάντα κάτω από την ομπρέλα ενός κράτους θεοκρατικού και πατριαρχικού, παίζει με τις έννοιες του σωστού και του λάθους, με τους ρόλους του θύματος και του θύτη και ξετυλίγει καταστάσεις στις οποίες όλοι μοιάζουν να έχουν και δίκιο και άδικο ταυτόχρονα.

Στον "Εμποράκο" ο Φαραντί αφήνει εν μέρει πίσω του την έννοια της ηθικής και της θρησκευτικής συνείδησης -που είδαμε τόσο έντονα σε προηγούμενες ταινίες του-, όπως επίσης και το παιχνίδι του τι έγινε στα αλήθεια και φλερτάρει περισσότερο με το αστυνομικό θρίλερ. Εδώ η αλήθεια είναι -σχεδόν- φανερή από την αρχή και η εξέλιξη της ταινίας εστιάζει από τη μια στην εύρεση του ενόχου και από την άλλη στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Πώς αντιμετωπίζει ο καθένας το γεγονός; Πόσο σωστός είναι ο τρόπος που χειρίζεται ο καθένας τα πράγματα; Κι αν βρεθεί ο ένοχος, πώς θα πρέπει να τον αντιμετωπίσουν; Μπορεί ο γάμος του πρωταγωνιστικού διδύμου να βγει αλώβητος από αυτό;

 Ο Φαραντί ξέρει αναμφίβολα να δημιουργεί σπουδαίες ταινίες, αλλά καμιά φορά μοιάζει να εγκλωβίζεται στο ίδιο του το μοτίβο. Καλώς ή κακώς, δεν μπορεί να αποφευχθεί η σύγκριση με το έργο-ορόσημο της καριέρας του, το "Ένας χωρισμός". Ο "Εμποράκος", παρόλο που είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία, παραμένει πιο υποτονική και με ρυθμό πιο χαλαρό απ' ότι θα θέλαμε και θα μπορούσε. Στα συν βέβαια οι συμβολισμοί και οι προεκτάσεις, η σκηνοθεσία, το φινάλε και οι αντιστοιχίες-παραλληλισμοί με το κορυφαίο θεατρικό έργο του Μίλερ.

(Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2017 -2ο Όσκαρ για τον Φαραντί).

Loveless

Nelyubov (Loveless / Χωρίς αγάπη), 2017

Σκηνοθεσία: Andrey Zvyagintsev

Παίζουν: Maryana Spivak, Aleksey Rozin, Matvey Novikov

Η Ζένια και ο Μπόρις παίρνουν διαζύγιο -με πολύ επώδυνο τρόπο μάλιστα- και έχουν φτιάξει ήδη τις ζωές τους με άλλους συντρόφους. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ο δωδεκάχρονος γιος τους, ο Αλιόσα, του οποίου την επιμέλεια δε φαίνεται να θέλει να αναλάβει κανείς. Κατά τη διάρκεια ενός τρομερού καυγά, ο Αλιόσα κρυφακούει και αντιλαμβάνεται πόσο ανεπιθύμητος είναι. Την επόμενη μέρα θα εξαφανιστεί από προσώπου γης…

Η ταινία "Loveless" είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος: η παντελής έλλειψη αγάπης σε μια οικογένεια. Ταινία σκληρή, ρεαλιστική, ωμή, που δε φοβάται να προκαλέσει, να σοκάρει, να θίξει ακόμα και θέματα ταμπού (είναι ασυνήθιστο να βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη μια μάνα που δε φαίνεται να αγαπάει το ίδιο της το παιδί).

Ο Ζβιάγκιντσεφ παίρνει μια οικογενειακή τραγωδία και τη χρησιμοποιεί για να μιλήσει για ένα σωρό πράγματα: την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων, τη ματαιοδοξία, τον εγωκεντρισμό. Οι ήρωες του μοιάζουν να ενεργούν σπασμωδικά, απελπισμένα, πασχίζουν αγωνιωδώς να αγαπηθούν, να βολευτούν κάπου, και στην άτσαλη αυτή προσπάθεια τους ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους.

Άνθρωποι που δεν έχουν λάβει αγάπη, δεν μπορούν να δώσουν αγάπη, όπως θέλει να μας δείξει ο συγγραφέας σε μια αρκετά σκληρή σκηνή όπου η Ζένια συναντά τη μητέρα της, με την οποία έχουν τις χείριστες σχέσεις. Μπορούν οι γονείς να αποφύγουν τα λάθη των δικών τους γονιών; Μπορούν δύο πρώην σύζυγοι να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους για να βοηθήσουν να βρεθεί το παιδί τους; Ο Ζβιάγκιντσεφ θέτει συνεχώς ερωτήματα, καθώς όσο προχωρούν οι έρευνες για τον εντοπισμό του παιδιού και η αγωνία κορυφώνεται, τόσο η ψυχοσύνθεση των ηρώων του ξεδιπλώνεται μπροστά στο φακό.

Ήρεμες ερμηνείες, χωρίς πολλές εξάρσεις και άσκοπες φωνές, αλλά συναισθήματα που εκφράζονται κατ' εξοχήν με βλέμματα. Τοπίο κρύο, αφιλόξενο, σκληρό, σχεδόν αποχρωματισμένο, μια ασφαλής επιλογή του σκηνοθέτη για να ταιριάζει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του με το περιβάλλον.

Όλα αυτά σε πρώτο επίπεδο. Γιατί σε δεύτερο επίπεδο ο Ζβιάγκιντσεφ θέλει να δείξει μια εικόνα της σύγχρονης Ρωσίας, με την εξάρτηση από τα social media (η πρωταγωνίστρια είναι διαρκώς με το κινητό στο χέρι), την κοινωνική και ηθική κρίση της χώρας, τον πόλεμο με την Ουκρανία, τις καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις. Μια οικογενειακή τραγωδία γίνεται απλώς ο φορέας για να ασκήσει ο σκηνοθέτης κριτική και να δημιουργήσει τελικά μια πολυεπίπεδη ταινία γεμάτη συμβολισμούς, χωρίς να ενδιαφέρεται τελικά να δώσει και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει.

Στα μείον της ταινίας είναι ότι ο ρυθμός της πέφτει αισθητά όσο προχωρά προς το τέλος, αναλώνεται σε μακρόσυρτα πλάνα που δεν προσθέτουν απαραίτητα κάτι σε αυτά που έχει ήδη πει και γενικά δίνει την αίσθηση ότι κάπου έχασε τον στόχο του.

Η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2018.

The Favourite

The Favourite (Η Ευνοούμενη), 2018

Σκηνοθέτης: ΓιώργοςΛάνθιμος

Παίζουν: Olivia Colman, Emma Stone, Rachel Weisz

Στην Αγγλία του 18ου αιώνα η φιλάσθενη βασίλισσα Άννα (Olivia Colman) κυβερνά, έχοντας ως σύμβουλο στο πλευρό της τη δυναμική Λαίδη Σάρα (Rachel Weisz), η οποία ουσιαστικά κυβερνά στη θέση της. Όταν θα καταφτάσει στο παλάτι μια νέα υπηρέτρια, η Άμπιγκεϊλ (Emma Stone), ξαδέρφη της Σάρα, οι ισορροπίες θα ανατραπούν, καθώς θα αρχίσει κι αυτή να αποκτά την εύνοια της Βασίλισσας.

Πολιτικά παιχνίδια, παιχνίδια εξουσίας, ίντριγκες και προδοσίες από ένα τρίπτυχο γυναικών ικανών για όλα, σε αυτήν την -μάλλον μοντέρνα- ταινία εποχής. Ο Λάνθιμος αφήνει πίσω το γνώριμο weird ύφος του και κάνει μια ταινία πολύ πιο "βατή" και πιο κοντά στα χολιγουντιανά πρότυπα.

Τι είναι αυτό που ανέβασε την ταινία του Λάνθιμου στην κορυφή της προτίμησης κριτικών και κοινού; Πρώτα απ' όλα, το σενάριο. Ενδιαφέρον, έξυπνο, με μικρά plot twists, χιούμορ και ωραίες ατάκες, στρωτό και "καθαρό" ως προς την αφήγηση του, σε παίρνει από το χέρι και δεν ξέρεις πού ακριβώς θα σε πάει.

Σκηνικά, κοστούμια, μακιγιάζ, φωτογραφία, όλα άψογα και καλοδουλεμένα ώστε να δώσουν στην ταινία το ύφος που πρέπει. Χώροι κλειστοί, πολλές φορές σκοτεινοί, που "ανοίγουν" πανέξυπνα με τη χρήση του ευρυγώνιου φακού σε αρκετές σκηνές. Πολύ επιτυχημένη η χρήση της μουσικής, ειδικά τα μονότονα μοτίβα στις κομβικές στιγμές της ταινίας και στις σκηνές της έντασης.

Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι πρόκειται για καθαρά "γυναικεία" ταινία (και "φεμινιστική" ίσως;), όχι μόνο γιατί οι τρεις πρωταγωνίστριες είναι γυναίκες, αλλά και γιατί οι άντρες μοιάζουν περισσότερο με κομπάρσοι. Οι Olivia Colman, Emma Stone, Rachel Weisz δίνουν καταπληκτικές ερμηνείες, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχουν στα χέρια τους και ένα πολύ καλό υλικό. Ο τρόπος που είναι σκιαγραφημένοι οι χαρακτήρες τους είναι αριστουργηματικός και τους δίνει περιθώριο να κινηθούν ελεύθερα και -γιατί όχι;- να το διασκεδάσουν και λίγο.

Αυτό που κάνει το "The Favourite" να ξεχωρίζει εντελώς από άλλες ταινίες εποχής (γιατί ασφαλώς το θέμα της δεν είναι πρωτότυπο) είναι ότι ο Λάνθιμος της δίνει μια εξαιρετικά μοντέρνα πινελιά. Από τον τρόπο που φέρονται οι ήρωες -συμπεριφορές που φλερτάρουν με τα όρια του σουρεαλισμού σε αρκετές σκηνές- μέχρι τις χιουμοριστικές ατάκες και τις βρισιές, όλα συνθέτουν ένα πολύ φρέσκο αποτέλεσμα.

Κι έπειτα είναι και το άλλο: ο Λάνθιμος δε θέλει απλώς να δείξει τα πολιτικά παιχνίδια, τις ίντριγκες και την υποκρισία, αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Ο Λάνθιμος μοιάζει να θέλει να διακωμωδήσει τους ίδιους τους ήρωες του. Σαν να θέλει λίγο να τους "κοροϊδέψει", με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον. Γι' αυτό τους έχει βαμμένους και ντυμένους (σε αρκετές σκηνές) σαν να είναι καρικατούρες, γι' αυτό τους βάζει να φωνάζουν υστερικά ή να κυλιούνται στα πατώματα. Ο Λάνθιμος καταπιάνεται με ένα πολύ σοβαρό θέμα, αλλά την ίδια στιγμή μοιάζει να κάνει και πλάκα.

Το "The Favourite" μπορείς να το πεις και μαύρη κωμωδία, μπορείς να το πεις και σαρκαστικό δράμα. Όλοι είναι θύτες και θύματα, όλοι είναι καλοί και κακοί, όλοι έχουν και δίκιο και άδικο, σε ένα ατελείωτο παιχνίδι που οι ισορροπίες οι δυναμικές και οι χαρακτήρες αλλάζουν, ανατρέπονται, εξελίσσονται διαρκώς -με έναν τρόπο τραγικό και κωμικό ταυτόχρονα. Κι όλα αυτά δοσμένα με έναν πολύ ιδιαίτερο και ευφάνταστο τρόπο κινηματογράφησης. Το "The Favourite" αποτελεί σίγουρα μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία.

Todos lo saben (Το ξέρουν όλοι)

Todos lo saben (Everybody knows/Το ξέρουν όλοι), 2018

Σκηνοθέτης: Asghar Farhadi

Παίζουν: Penelope Kruz, Javier Bardem, Ricardo Darin

 

Η Λάουρα (Penelope Kruz) φτάνει στην Ισπανία από την Αργεντινή με τα δύο παιδιά της για το γάμο της αδερφής της. Ο σύζυγος (Ricardo Darin) έχει μείνει πίσω για δουλειές. Η χαρούμενη ατμόσφαιρα σύντομα θα διαλυθεί, όταν η κόρη της Λάουρα θα πέσει θύμα απαγωγής. Ολόκληρη η οικογένεια αναστατώνεται προσπαθώντας να βρει μια λύση, ενώ τη Λάουρα σπεύδει να βοηθήσει ο Πάκο (Javier Bardem), οικογενειακός φίλος και πρώην εραστής της.  

Ο Farhadi στο γνώριμο ύφος που τον έχουμε συνηθίσει και αγαπήσει, υπογράφει για άλλη μια φορά σενάριο και σκηνοθεσία και μας παραδίδει μια ταινία που ξετυλίγεται αργά σαν ένα μεγάλο κουβάρι από μυστικά, λάθη και δύσκολες αποφάσεις. Είναι γνωστή η ικανότητα του Farhadi να αποδομεί τις ανθρώπινες σχέσεις, να διαταράσσει τις ισορροπίες και να φέρνει τους ήρωες του σε μια σύγκρουση που δε διαφαινόταν από την αρχή, παίρνοντας πάντα αφορμή από κάποιο ατυχές περιστατικό, όπως είναι η απαγωγή στην προκειμένη περίπτωση.

Ακριβώς όπως και στις προηγούμενες ταινίες του ("Τι απέγινε η Έλι", "Ένας χωρισμός"), έτσι και στο "Το ξέρουν όλοι" ένα γεγονός καθαρά προσωπικό/οικογενειακό παίρνει μεγάλες διαστάσεις, αποκτά πολλές προεκτάσεις για να γίνει τελικά ζήτημα κοινωνικό που επηρεάζει πάρα πολλούς ανθρώπους που δε σχετίζονται άμεσα με αυτό. Καθώς προχωρά η ταινία, βγαίνουν στην επιφάνεια παράπονα, κρυμμένες αντιπάθειες, αποκαλύπτονται μυστικά και οι ήρωες καλούνται να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις που θα καθορίσουν τις ζωές τους για πάντα. Απόλυτα πιστός στο στόχο του να μας παραδώσει έναν κινηματογράφο όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικό, ο Farhadi βάζει τους ήρωες του να κινούνται στα τυφλά: δεν ξέρεις ποτέ αν οι αποφάσεις που παίρνουν είναι οι σωστές, αν είναι θύτες ή θύματα.

Παρόλο που η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα και η ιστορία εξελίσσεται ικανοποιητικά, το "Το ξέρουν όλοι" μοιάζει περισσότερο με μια -όχι και τόσο επιτυχημένη- αντιγραφή των προηγούμενων ταινιών του σκηνοθέτη -πατάει μεν στα ίδια μοτίβα, αλλά αδυνατεί να τους δώσει το ίδιο βάθος. Τα κίνητρα είναι πιο απλά, η εξέλιξη πιο γραμμική, οι ήρωες λιγότερο πολυεπίπεδοι, ενώ λείπει και ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο που συναντούμε πάντα στο έργο του Farhadi: αυτό του ηθικού διλήμματος, με την έννοια ότι όλοι έχουν δίκιο την ίδια στιγμή που έχουν και άδικο.

Ούτε ο ίδιος, απ' ότι φαίνεται, δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να κάνει τελικά μια ταινία κοινωνική ή απλώς ένα δραματικό θρίλερ. Παράλληλα, το γεγονός ότι αποφάσισε να ξεφύγει από το  πλαίσιο του Ιράν και να τοποθετήσει την ταινία του στην Ισπανία με ήρωες Ισπανούς κρύβει μεν ένα ενδιαφέρον, αλλά τον έχει βγάλει και λίγο έξω από τα νερά του. Πολύ καλή επιλογή πάντως το δίδυμο Kruz-Bardem.

Μετά από αυτό, σίγουρα περιμένουμε την επόμενη κίνηση του Farhadi, η οποία θα πρέπει να είναι ένα σκαλί πιο πάνω από ότι έχουμε δει μέχρι τώρα, γιατί ο κίνδυνος να πέσει στην παγίδα της επανάληψης είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Αν έχετε ξαναδεί Farhadi, δείτε το, βλέπεται με ενδιαφέρον. Αν όχι, ξεκινήστε καλύτερα από μία άλλη του ταινία.

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό artcore.gr

La grande bellezza

La grande bellezza (Η τέλεια ομορφιά), 2013

Σκηνοθέτης: Paolo Sorrentino

Παίζουν: Toni Servillo, Carlo Verdone, Sabrina Ferilli

 

Ο Jep Gambardella είναι ένας 65άρης δημοσιογράφος, που στα νιάτα του έγραψε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα, χάρη στο οποίο κατάφερε να βρεθεί στο κέντρο της ιταλικής ελίτ και στην κορυφή της κοσμικής ζωής της Ρώμης. Η καθημερινότητα του είναι μια ατελείωτη σειρά από πάρτι, δεξιώσεις και συμμετοχές σε κοσμικές εκδηλώσεις, όμως αυτός, όντας πλέον στο κατώφλι των γηρατειών, αισθάνεται ότι η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα.

Μια ταινία-ύμνος στην ομορφιά της Ρώμης και μια σπουδή στην ψυχοσύνθεση μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η "Τέλεια Ομορφιά" κατάφερε να συνδυάσει πολύ καλά την πόλη με το άτομο, δημιουργώντας μια πολύ ενδιαφέρουσα αλληλεπίδραση ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη. Η Ρώμη δεν λειτουργεί μόνο ως φόντο-χάρμα οφθαλμών, αλλά ως παράγοντας που επηρεάζει και διαμορφώνει τη ζωή των κατοίκων της. Μια ζωή που αποτελείται κυρίως από πάρτι, εκκωφαντικές μουσικές, προκλητικά δρώμενα και ανθρώπους κενούς, που βρίσκονται ένα βήμα πριν την απελπισία.

Στο κέντρο όλων αυτών ο ήρωας μας, ένας ωραίος τύπος, έξυπνος, οξυδερκής, με χιούμορ, ο οποίος βρίσκεται σε υπαρξιακό αδιέξοδο. Και είναι τόσο εύστοχα μα και με απλό τρόπο δοσμένο το αδιέξοδο αυτό, που δεν μπορεί παρά να παρασύρει τον θεατή στο ταξίδι αυτοκριτικής και ενδοσκόπησης που επιδιώκει να κάνει ο πρωταγωνιστής.

Ο Σορεντίνο κατάφερε να κάνει μια ταινία πανέμορφη σκηνοθετικά και με πολύ βαθιά νοήματα σεναριακά. Καταφέρνει να ασκήσει μια πολύ έξυπνη κριτική στον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς των ανθρώπων της σύγχρονης κοινωνίας, παρουσιάζοντας παράλληλα πολύ γλαφυρά -σχεδόν χειροπιαστά- την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στον απολογισμό της ζωής του. Δικαίως το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2014.