Ο Γιαννίσης είναι από τους συγγραφείς που βγάζουν βιβλία τακτικά: σχεδόν μία φορά τον χρόνο. Μπορεί να σκεφτεί κανείς: είναι δυνατόν ένας συγγραφέας να εκδίδει κάθε χρόνο κι από ένα βιβλίο; Υπάρχει έμπνευση και καλό αποτέλεσμα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα; Όταν βγαίνουν βιβλία σαν του Γιαννίση ναι, έχει νόημα και οι αναγνώστες έχουν λόγο να τα διαβάσουν.
Με τον Γιαννίση δεν βαριέσαι ποτέ, γιατί δεν επαναλαμβάνεται. Έχει πάντα μια ωραία πρωτότυπη ιδέα και έναν διαφορετικό τρόπο που εκφράζει αυτήν την ιδέα. Κανένα του βιβλίο δεν μοιάζει με το προηγούμενο. Όχι πως δεν έχει βρει το προσωπικό του στιλ και τη δική του φωνή – το αντίθετο. Απλώς του αρέσει να πειραματίζεται, να παίζει. Στο «Ίνκουμπους» είχε ένα πιο σκοτεινό ύφος, ήταν ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Στον «Άλλο Αδερφό» πήγε σε κάτι πιο προσωπικό, προσωπικό με την έννοια ότι το βιβλίο διαδραματίζεται στη γενέτειρά του, την Ελευσίνα, και αφορά μια πολύ πιασάρικη οικογενειακή υπόθεση.
Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το Fractal
Με ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο που δανείζει στο βιβλίο τον τίτλο του (ένα παιδί που μετρά κεφάλια, τα κεφάλια των ανταρτών που είναι στοιβαγμένα σε κεντρικό σημείο της πόλης του) ξεκινά η τελευταία λογοτεχνική δουλειά του Βασίλη Τζανακάρη και μας εισάγει σε ένα ψηφιδωτό από μνήμες, θραύσματα ιστορίας, μικρά περιστατικά ενός κόσμου που ανήκει στο παρελθόν.
Το «Ένα παιδί μετράει κεφάλια» είναι μια συλλογή ιστοριών, πραγματικών ιστοριών, όπως τις βίωσε και τις κράτησε στη μνήμη του ο συγγραφέας. Πρόκειται για περιστατικά που τον σημάδεψαν, που τον καθόρισαν ως άνθρωπο, που για διαφορετικούς λόγους το καθένα αποτυπώθηκε μέσα του.
Ένα συμβολικό μυθιστόρημα για τις μάσκες που φοράμε (μεταφορικά και κυριολεκτικά)
Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Fractal
Φοράμε μάσκες για να κρυφτούμε ή για να φανερωθούμε; Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το βαθύτερο ερώτημα που μας θέτει ο Φώτης Δούσος στην «Τέλεση», ερώτημα που δεν βρίσκει σίγουρη απάντηση σε αυτές τις σελίδες.
Στο αλληγορικό αυτό βιβλίο που παίζει συνεχώς με συμβολισμούς και ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, ο ήρωάς μας, ο Άρης Τόσκας, κολλά κυριολεκτικά μια θεατρική μάσκα στο κεφάλι του για τις ανάγκες ενός ρόλου. Έχοντας τη διακαή επιθυμία να γίνει ηθοποιός, αισθάνεται πολύ χαρούμενος που τον επιλέγουν να παίξει στον Οθέλλο. Το πρόβλημα είναι ότι θα πρέπει να ερμηνεύσει τον ρόλο του φορώντας μια βαριά και άβολη μάσκα. Το ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι όσο φορά τη μάσκα δεν μπορεί να βρει τον ρόλο. Σε μια στιγμή απελπισίας λοιπόν κολλάει τη μάσκα στο κεφάλι του. Και μετά δεν μπορεί να την αφαιρέσει. Είναι αναγκασμένος να τη φορά συνεχώς, τουλάχιστον μέχρι την πρεμιέρα.
Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περί Ου
Η Μαίρη είναι εγκλωβισμένη στη ρουτίνα της καθημερινότητάς της. Σύζυγος, μητέρα, εργαζόμενη, δεν είναι πλέον ευχαριστημένη από τη ζωή της. Υπάρχει τρόπος να αλλάξει αυτή η κατάσταση και να γίνει ευτυχισμένη;
Το «Μαίρη γκρι» της Φωτεινής Ναούμ είναι ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα, γρήγορο στον ρυθμό, άμεσο στο ύφος, που διαβάζεται μονορούφι. Δύσκολο να μη συμπαθήσεις -ή μην ταυτιστείς ίσως- με την ηρωίδα, τη Μαίρη, καθώς το δράμα της είναι τόσο κοινό, τόσο συνηθισμένο, τόσο βαθιά ανθρώπινο.
Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περί Ου
Είναι κάπως σπάνιο να βλέπουμε λογοτέχνες να γράφουν βιβλία από κοινού. Συνήθως η συγγραφή, ειδικά η ποίηση, είναι μια πολύ μοναχική διαδικασία, ο ποιητής είναι μόνος, έχει απέναντί του τον κόσμο, το περιβάλλον δηλαδή, και αναμετριέται πάντα με τον εαυτό του. Το δίπολο της δημιουργίας του είναι αυτό που αντιλαμβάνεται και αυτό που καταφέρνει τελικά να εκφράσει στο χαρτί. Εδώ έχουμε κάτι εντελώς διαφορετικό, το οποίο είναι και πολύ ενδιαφέρον ως αποτέλεσμα, είναι κάτι που θα θέλαμε να βλέπαμε και πιο συχνά.
Εκτός από την κοινή συνεργασία, αποτελεί πρωτοτυπία και το γεγονός ότι οι δύο ποιήτριες δουλεύουν πάνω στο ίδιο θέμα. Όλες οι ποιητικές δουλειές βέβαια ανήκουν λίγο πολύ σε κάποιες κατηγορίες, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ συγκεκριμένο: ποιήματα για λουλούδια. Έχει λοιπόν τρομερό ενδιαφέρον να δούμε όχι μόνο πώς μπορούν να συνδυαστούν σε ένα βιβλίο δύο διαφορετικές ποιητικές φωνές, αλλά και πώς προσεγγίζει η κάθε ποιήτρια το θέμα. Ένα φιλόδοξο ποιητικό εγχείρημα, ιδιαίτερο και εντέλει επιτυχημένο, και ως ιδέα και ως σύλληψη και ως υλοποίηση.