"Εκεί που ζούμε" του Χρίστου Κυθρεώτη

Εκεί που ζούμε, του Χρίστου Κυθρεώτη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το fractal.gr

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ένας δικηγόρος γύρω στα 35 που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, αλλά σκοπεύει στο προσεχές μέλλον να φύγει μόνιμα στο εξωτερικό. Μια καλοκαιρινή ημέρα με αφόρητη ζέστη θα αποδειχτεί ιδιαίτερα απαιτητική: πρέπει να παραστεί στο δικαστήριο για μια δύσκολη υπόθεση, πρέπει να βγει για καφέ με τον πρώτο του νεανικό έρωτα, να συνοδέψει τον πατέρα του σε μια επαγγελματική υποχρέωση, να συναντήσει τον άλλον μεγάλο έρωτα της ζωής του - όλα αυτά (και πολλά ακόμα) σε μία μόνο μέρα.

Ένα μόλις εικοσιτετράωρο από τη ζωή του κεντρικού ήρωα είναι ό,τι βλέπει ο αναγνώστης στο "Εκεί που ζούμε". Ένα εικοσιτετράωρο όμως που τα έχει όλα: επαγγελματικές δυσκολίες, ερωτικές σχέσεις, οικογενειακές υποθέσεις, σκέψεις, διλήμματα, αποφάσεις. Ο Χρίστος Κυθρεώτης, με απίστευτη αφηγηματική δεινότητα, καταφέρνει να συμπυκνώσει τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια σε μία μόνο μέρα, συμπλέκοντας με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο το παρόν με το παρελθόν, το αποτέλεσμα με την αιτία, την ψυχοσύνθεση του ήρωα με τις αποφάσεις του.

Χωρίς καθόλου να πλατειάσει ή να φλυαρήσει και καταφέρνοντας να μη χαθεί μέσα στον όγκο των γεγονότων και των σκέψεων, ο Κυθρεώτης στήνει τη δομή του βιβλίου του με αριστουργηματικό τρόπο, διατηρώντας αφενός μια σταθερότητα στον τρόπο που εξελίσσεται η πλοκή και κρατώντας αφετέρου διαρκώς ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Παρόν και παρελθόν συνεχώς εναλλάσσονται και πολλά ζητήματα επανέρχονται ξανά και ξανά για να φωτιστούν περισσότερο και όλο αυτό το αφηγηματικό παιχνίδι είναι που δίνει στην ανάγνωση έναν γρήγορο και ευχάριστο ρυθμό.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πώς μπορεί να στηθεί ένα τόσο ελκυστικό βιβλίο με τόσο απλά υλικά: ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" είναι ένας εντελώς συνηθισμένος νέος της εποχής μας (ίσως μάλιστα να είναι και κάτι παραπάνω από συνηθισμένος - όπως λέει και ο ίδιος, επιθυμεί να ζήσει μια μέτρια ζωή χωρίς ποτέ να του συμβεί κάτι ιδιαίτερο) και τα όσα εξιστορούνται στο βιβλίο είναι τόσο απλά και τόσο καθημερινά που λίγο-πολύ έχουν συμβεί στον καθένα. Ο Κυθρεώτης ωστόσο καταφέρνει να πάρει αυτήν την τόσο συνηθισμένη ιστορία και να την μεταπλάσει σε ένα βιβλίο βαθυστόχαστο με κοινωνικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, σαν να ανατέμνει, να αναλύει και να παρουσιάζει τον σημερινό μέσο άνθρωπο και την εποχή που διανύουμε.

Ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον εαυτό του, αλλά και με την κοινωνία. Ο συγγραφέας σχολιάζει εύστοχα την σημερινή ελληνική πραγματικότητα, εντοπίζοντας τους τρόπους που αυτή επηρεάζει τις επιλογές και την καθημερινότητα του κάθε ατόμου, και τοποθετεί την ιστορία του στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς την σε έναν από τους ήρωες του βιβλίου.

Η επιλογή του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρίζει στο κείμενο απίστευτη ειλικρίνεια, νηφαλιότητα και αμεσότητα και δημιουργεί και ένα ενδιαφέρον παιχνίδι: βλέπουμε την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που λέει και αυτά που σκέφτεται, αυτά που αισθάνεται και αυτά που πράττει, αυτά που επιθυμεί και αυτά που αποφασίζει να κάνει.

Ο Κυθρεώτης χρησιμοποιεί απλά περιστατικά για να τα μετατρέψει τελικά σε καθολικές αλήθειες. Τολμά να βουτήξει βαθιά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, διατηρώντας την ίδια στιγμή ένα εντελώς ανάλαφρο ύφος. Γράφει ένα απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο όμως φαντάζει διαχρονικό. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το χιούμορ που βρίσκει πολύ όμορφα τη θέση του μέσα στην αφήγηση, έχουμε ένα βιβλίο απολαυστικό, που αφήνει το στίγμα του και μετά το τέλος της ανάγνωσης.

"Καινούργια μέρα", του Νίκου Χρυσού

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το περιοδικό Fractal

Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, σε ένα αμαξοστάσιο παροπλισμένων οχημάτων του Λιμανιού όπου βρίσκουν καταφύγιο οι άστεγοι της πόλης, τρεις νεαροί άντρες πυρπολούν τον Σεβαστιανό, έναν άστεγο γνωστό για τη συνήθεια του να αφηγείται ιστορίες. Ο ένας από τους τρεις θύτες, ο Παύλος, βασανισμένος από τις τύψεις του, θα προσπαθήσει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το θύμα. Έτσι, θα έρθει σε επαφή με τους τέσσερις στενότερους φίλους του Σεβαστιανού, τον Τέως, τον Μαρκόνη, τον Λάκυ και τον Γιάννη, και θα τους βάλει να αφηγηθούν τη ζωή τους.

Η "Καινούργια μέρα" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018)του Νίκου Χρυσού είναι ένα μυθιστόρημα "μεγάλο" από όλες τις απόψεις: από πλευρά έκτασης, αφηγηματικής δύναμης, πλοκής, δομής, γλωσσικής δεινότητας. Ένα βιβλίο πυκνό, απαιτητικό όσο και απολαυστικό στην ανάγνωση, που πέρα από την κεντρική ιστορία καταφέρνει να ενσωματώσει δεκάδες ακόμα ιστορίες, χωρίς ωστόσο να χαλαρώνει ή να απομακρύνεται από τη βασική του ιδέα και το στόχο του.

Ο Νίκος Χρυσός καταπιάνεται με το θέμα των αστέγων, ένα θέμα που φαντάζει σχετικά ασυνήθιστο, αλλά χάρη στον τρόπο που παρουσιάζεται καταντά τελικά απίστευτα οικείο. Οι ήρωες του είναι σκιαγραφημένοι με τόση αμεσότητα, τόση ειλικρίνεια και νηφαλιότητα που μιλούν απευθείας στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας περιγράφει τις ζωές τους, από την παιδική ηλικία μέχρι και την κατάληξη στο δρόμο, με χαρακτηριστική απλότητα, χωρίς δραματικές μεγαλοστομίες και συναισθηματικές εξάρσεις, κι αυτός είναι ο λόγος που φαντάζουν τόσο αληθινές.

Ο Νίκος Χρυσός, προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία του, πλάθει πραγματικά έναν ολόκληρο κόσμο -από την ακριβή περιγραφή των τοποθεσιών μέχρι την αναλυτική εξιστόρηση των περιστατικών- και αφήνει τον αναγνώστη να περιπλανηθεί αβίαστα και εν τέλει να βυθιστεί σε αυτόν. Το παράδοξο είναι ότι δεν αναφέρονται πουθενά ο τόπος και ο χρόνος κι αυτό είναι που δίνει στο βιβλίο έναν τόνο διαχρονικότητας και καθολικότητας.

Η "Καινούργια μέρα" καταφέρνει να περικλείσει πολλά στοιχεία και πολλαπλές αφηγήσεις, χωρίς να γίνεται χαώδης και χωρίς να βαραίνει τον αναγνώστη. Από την εξιστόρηση της ζωής των ηρώων περνά στην περιγραφή της ζωής στον δρόμο, η αφήγηση των γεγονότων της κεντρικής ιστορίας εναλλάσσεται με τις εγκιβωτισμένες ιστορίες του Σεβαστιανού και με τις ιστορίες των περιφερειακών ηρώων και μέσα σε όλα αυτά βρίσκουν χώρο τα κοινωνικά και πολιτικά σχόλια, καθώς και οι φιλοσοφημένες απόψεις για τη ζωή.

Πέρα από το περιεχόμενο, ιδιαίτερο ενδιαφέρουν έχουν η γλώσσα, το ύφος και οι αφηγηματικές τεχνικές του βιβλίου. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη, οι αφηγητές αλλάζουν ανά ενότητα και η γλώσσα προσαρμόζεται αναλόγως, παραθέματα από εφημερίδες και άλλες πηγές φωτίζουν περαιτέρω τα γεγονότα που περιγράφονται, οι ίδιες ιστορίες σε κάποιες περιπτώσεις επαναλαμβάνονται και παρουσιάζονται ελαφρώς διαφορετικές αναλόγως με τον εκάστοτε ομιλητή.

Το βιβλίο λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, και παρά τον έντονο ρεαλισμό του αφήνει και μια χαραμάδα μυστηρίου. Είναι ένα βιβλίο κοινωνικό; Είναι ένα βιβλίο-φόρος τιμής/ευαισθητοποίησης στην πιο περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα; Είναι μήπως βαθύτατα υπαρξιακό, που επιδιώκει να ανιχνεύσει την αιώνια αναμέτρηση του ανθρώπου με τους δαίμονες του; Εξερευνά τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, ως κινητήριο μοχλό εξέλιξης της ζωής; Μήπως ολόκληρο το βιβλίο δεν είναι άλλο από ένα σύνολο συμβολισμών; Ποιος είναι ο Σεβαστιανός; Ένας άλλος Χριστός; Ή μήπως είναι απλώς ένας σπουδαίος παραμυθάς, γιατί οι ωραίες ιστορίες είναι ό,τι έχουμε σε αυτόν τον κόσμο;

Όπως και να έχει -και με όποιον τρόπο κι αν επιλέξει κανείς να διαβάσει και να ερμηνεύσει την "Καινούργια μέρα"- πρόκειται για ένα βιβλίο σύνθετο στην απλότητα του, αισιόδοξο -όπως θέλει να υπονοήσει ο τίτλος- μέσα στην σκοτεινιά του, που τολμά έναν κοινωνικό προβληματισμό χρησιμοποιώντας τα υπαρξιακά αδιέξοδα των ηρώων του. Σε κάθε περίπτωση χορταστικό.

"Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας", της Ελένης Σαμπάνη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό periou.gr

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη έχει το εξής ενδιαφέρον: ενώ διαθέτει μια γλώσσα λιτή, απέριττη, καθαρή, απόλυτα ρεαλιστική, καταφέρνει εντούτοις να κρύψει πάρα πολλά νοήματα μέσα σε μια φαινομενικά απλή φόρμα. Θα πρέπει να την διαβάσεις ξανά και ξανά για να ανακαλύψεις όλα τα στοιχεία, όλες τις έννοιες, όλα τα μηνύματα. Είναι μια ποίηση που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και που έχει πολλά επίπεδα.

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι μια ποίηση εσωτερική. Στο κέντρο του ποιητικού σύμπαντος είναι το εγώ, που στοχάζεται, που αναρωτιέται, που εκφράζει καθολικές αλήθειες, που συνομιλεί με το εσύ. Που προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω του, να ανιχνεύσει τις προθέσεις των ανθρώπων, να αποκωδικοποιήσει την πραγματικότητα.

Διαβάζοντας τη "Σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" (Εκδόσεις Κέδρος, 2018) σου δημιουργείται η αίσθηση του μισοτελειωμένου, μιας κατάστασης μεταβατικής, που βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, και η ποιήτρια δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε μπρος ούτε πίσω. Τα πρόσωπα της ποιητικής συλλογής βρίσκονται εγκλωβισμένα σε μια μόνιμη εκκρεμότητα, βιώνουν κάτι που έχει τελειώσει, αλλά είτε δεν έχει λήξει ακόμα οριστικά είτε δεν το έχουν το συνειδητοποιήσει.

"Τελευταία στη ζωή μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα

τα αντικείμενα που έχεις αγγίξει

έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν από τη μέση και πάνω

και σ' εμένα αυτό μεταφράζεται ως

ένα γκρίζο μούδιασμα των χεριών και του στήθους

που τα κάνει να μην μπορούνε

ν' αγκαλιάσουν τίποτα

άσε που επέστρεψε αυτή

η ενοχλητική ασπρόμαυρη όψη του αμφιβληστροειδούς

Είπα να μην πάω στον γιατρό

είπα καλύτερα να πάω σε έναν ζωγράφο

ή έστω σε κάποιον

που τολμάει να πενθήσει

 

που να μπορεί να καταλάβει

την αξία της γκριζοποίησης"

Η Ελένη Σαμπάνη λοιπόν ξέρει την αξία της "γκριζοποίησης", γι' αυτό αν έπρεπε να αποδώσουμε έναν χαρακτηρισμό στη συλλογή θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ποιήματα πένθους, όχι πένθους με την έννοια της θλίψης ή της συναισθηματικά φορτισμένης κατάστασης, αλλά με την έννοια ότι η ποιήτρια προσπαθεί να γράψει έναν επίλογο για κάτι που έχει μεν τελειώσει, αλλά δεν έχει γίνει ακόμα παρελθόν.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ποίηση της είναι γεμάτη αντιθέσεις, σαν να μιλά για πράγματα που υπάρχουν και που δεν υπάρχουν συγχρόνως, σαν να αυτοαναιρούνται και να ακυρώνονται από μόνα τους. Παρουσία και απουσία την ίδια στιγμή, μία διακοπή και παράλληλα μία συνέχεια.

Στα πλαίσια αυτών των αντιθέσεων, οι οποίες δε φαίνονται με την πρώτη ματιά -περισσότερο τις αισθάνεσαι παρά τις διαβάζεις- μια έννοια και μια λέξη που εμφανίζεται ξανά και ξανά μέσα στα ποιήματα είναι αυτή της σιωπής. Τα ποιητικά υποκείμενα δεν μιλούν γιατί δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια τα συναισθήματα τους κι αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο στην ποίηση της Ελένης Σαμπάνη, αφού η ποίηση δεν είναι άλλο από λόγος. Όπως λέει και η ίδια σε έναν στίχο "Κάθε που φτάνω να σου εκφραστώ / σωπαίνω / γιατί μόνο άρρητα μπορεί να αποδοθεί η αλήθεια". Αφού λοιπόν η ποιήτρια δεν μπορεί ή δεν ψάχνει να βρει την αλήθεια μέσα από τα λόγια, τότε γιατί γράφει;

Η Ελένη Σαμπάνη όντως δεν ενδιαφέρεται να βρει απαντήσεις, δεν θέτει καν ερωτήσεις. Αυτό που την ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να διερευνήσει, να ερμηνεύσει, να αποτυπώσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Τις οποίες εξετάζει κυρίως στη λήξη τους, στη δύση τους, στο τελείωμα τους. Σε όλα της σχεδόν τα ποιήματα είναι παρόν ένα δεύτερο πρόσωπο, πότε φανερά και πότε κεκαλυμμένα, το οποίο η ποιήτρια άλλοτε προσπαθεί να το πλησιάσει, άλλοτε να το αποφύγει, άλλοτε στέκεται διστακτική απέναντι του.

"Τα σώματα είναι για να χρησιμοποιούνται  

να συρρικνώνονται και

να γίνονται η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας

τοιουτοτρόπως

οι αγάπες είναι για να χαλάνε και

οι κάλτσες για να τρυπάνε"

Αφοριστική, ειλικρινής, ρεαλίστρια. Η βάση της ποίησης της Ελένης Σαμπάνη είναι καθαρά συναισθηματική, όμως το συναίσθημα αυτό δεν έχει ούτε λυρισμό ούτε δραματικές εξάρσεις. Κι εδώ έρχεται άλλη μια ενδιαφέρουσα αντίθεση, ότι παρά το έντονο συναίσθημα, η γλώσσα της είναι νηφάλια και λιτή. Και ο λόγος της τόσο ρεαλιστικός που φτάνει στα όρια του κυνισμού.

Υπάρχει μια συνεχής τάση για απομυθοποίηση, για απογύμνωση, μια ανάγκη για αποδοχή της πραγματικότητας. "Μεγαλώνοντας δε βρίσκω τίποτα το ρομαντικό / σ' ένα ημίφως που περιβάλλει δύο εραστές / παρά μόνο το κουρασμένο φως της λάμπας που / τρεμοπαίζει λίγο πριν την εξάντλησή της/τους".

Γι' αυτό και την αγάπη, που ως έννοια υπάρχει διάχυτη σε όλη τη συλλογή, τη συναντούμε στην πιο σκληρή της μορφή, στην πιο επώδυνη, στην πιο ψυχοφθόρα. Το ποιητικό υποκείμενο αγάπησε και αγαπήθηκε, αλλά αυτή η αγάπη δεν υπάρχει πια. Τι έρχεται μετά; Σε αυτό ακριβώς το σημείο μάς βρίσκει η ποιητική συλλογή της Ελένης Σαμπάνη, αλλά απάντηση δεν υπάρχει φυσικά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

"Υπήρχε μια γωνιά μέσα στο σπίτι

όπου του άρεσε να στοιβάζει τις βαλίτσες του

-σακούλες, άπλυτα, σύννεφα γκρι και

κάτι πανωφόρια χακί-

Πού και πού

μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας

προσπαθούσαμε

 

μα ο χρόνος τα σκέπαζε όλα

με μια σκόνη σκληρής βροχής

Τώρα δε μένω πια εκεί

το σπίτι έχει αδειάσει και

τούτη η γωνιά έχει

το πιο ξεθωριασμένο πάτωμα και

είναι το πιο τρεμάμενο αγκάθι της θύμησης σου"

Η μνήμη είναι μια έννοια που έρχεται ξανά και ξανά μέσα στις σελίδες της συλλογής. Η μνήμη και η ανάμνηση ως απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έχει απήχηση στο παρόν και επηρεάζει το μέλλον. Ο χρόνος εξάλλου είναι άλλο ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί πολύ την ποιήτρια, όχι τόσο επειδή περνάει και αφήνει σημάδια πάνω μας, όσο επειδή εμείς αλλάζουμε, μετατοπιζόμαστε, εξελισσόμαστε, βρισκόμαστε σε διαφορετικά σημεία και αποτελούμε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας ανάλογα με την εκάστοτε χρονική στιγμή.

Η Ελένη Σαμπάνη συμπλέκει παρελθόν, παρόν και μέλλον με έναν πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέροντα τρόπο. Άλλοτε το παρόν και το παρελθόν ταυτίζονται και εμποδίζουν το μέλλον να έρθει, άλλοτε το παρελθόν επηρεάζει το παρόν και το μέλλον που προσδοκούσε το ποιητικό υποκείμενο δεν προλαβαίνει να πραγματοποιηθεί.

"Μετά τις διακοπές του καλοκαιριού

συνηθίζεται ο κόσμος να ρωτάει ανυποψίαστα γι' αυτές

Και αν πρέπει όπως λες κάτι να

έχω να τους πω

σκέφτομαι να τους μιλήσω για

τα αγορασμένα βιβλία που

δε θα διαβάσεις ποτέ γιατί

είναι πάντα στο ράφι και σε περιμένουν και

για εκείνες τις στιγμές που καταλήγεις να μοιράζεσαι

τα πάντα μ' έναν άγνωστο έχοντας

καταπιεί τον πανικό του και

πλέον φτάνεις να του χρωστάς

ποιήματα

αγκαλιές και

εξηγήσεις

για τον λόγο που δεν κάνεις πλέον σκέψεις για εκείνον

Πώς περιμένεις λοιπόν να τους πω ότι

αυτούς που δεν προλάβαμε να τους φροντίσουμε τους

κουβαλάμε πάντοτε μαζί μας"

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι ένα μωσαϊκό από μνήμες, από χαμένες αγάπες, από προσδοκίες που διαψεύστηκαν, από ευκαιρίες που έμειναν ανεκμετάλλευτες. Υπάρχει μια συνεχής σύγκρουση του ποιητικού εγώ με την πραγματικότητα, η οποία σύγκρουση όμως δεν παρουσιάζεται με πόνο, αλλά με στωική και σιωπηλή αποδοχή.

Καθώς η ποιήτρια έχει αποτινάξει από το περιεχόμενο των στίχων της τις συναισθηματικές υπερβολές και κάθε έννοια λυρισμού, φροντίζει να κάνει το ίδιο και με τη γλώσσα της. Γλώσσα απλή, απέριττη, σχεδόν προφορική σε κάποια σημεία. Έχει εξορίσει από το λόγο της μέχρι και τα σημεία στίξης, δεν υπάρχουν κόμματα ούτε τελείες, πράγμα που τονίζει ακόμα περισσότερο την αίσθηση αυτήν της καθαρότητας.

Όσο η γλώσσα διατηρείται στα όρια της απλότητας, άλλο τόσο η μορφή των ποιημάτων είναι περίτεχνη. "Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" είναι μια συλλογή που πρέπει να την απολαύσεις οπτικά -και όχι ακουστικά- γιατί η ποιήτρια με τον τρόπο που τοποθετεί τους στίχους της σε ένα ποίημα προσθέτει πληροφορίες στο ποιητικό της σύμπαν. Ποιήματα που κόβονται στα δύο για να τονιστούν συγκεκριμένα συναισθήματα, στίχοι που κατακερματίζονται ή που ξεφεύγουν από το κυρίως σώμα του ποιήματος για να δηλώσουν το χάος του ψυχικού κόσμου της ποιήτριας, επιπλέον λέξεις που προστίθενται στο τέλος και δημιουργούν διφορούμενες ερμηνείες, λογοπαίγνια με λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους και εμπλουτίζουν το νόημα. Όλα αυτά σε ένα ποιητικό σύνολο χωρίς σημεία στίξης και σε πολλές περιπτώσεις χωρίς τίτλους δίνουν την αίσθηση της συνοχής, η οποία όμως εσωτερικά διασπάται και διαλύεται.

Ο λόγος της έχει μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια φυσική αμεσότητα, ακόμα κι όταν μιλάει για τα πιο βαθυστόχαστα ή τα πιο βαρυσήμαντα ή τα πιο επώδυνα πράγματα. "Όσο γερνάμε οι μύες βραχαίνουν / τα οστά συστέλλονται και / το σώμα μαζεύεται σε μια χιονόμπαλα λευκής ηλικίας / να έχουνε να παίζουν τα παιδιά / και / να γελάνε με τον θάνατο".

Η Ελένη Σαμπάνη με την πρώτη της αυτή ποιητική συλλογή καταφέρνει να κάνει μια ηχηρή ποιητική δήλωση, να καταθέσει την προσωπική της ποιητική αλήθεια και να μας την παρουσιάσει με μία ενδιαφέρουσα φόρμα. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα επόμενα της βήματα.