Άγγελος Αντωνόπουλος

Κύριε Αντωνόπουλε, από όλους τους ρόλους που έχετε ερμηνεύσει, ποιους έχετε ξεχωρίσει και με ποιον έχετε ταυτιστεί περισσότερο; Ποιος σας άγγιξε ιδιαίτερα;

Θα έλεγα ότι ο "Μαρξ στο Σόχο" μ’ έχει κερδίσει πραγματικά, συμπορεύομαι μαζί του χρόνια τώρα και έχουμε αναπτύξει πολύ σημαντικές σχέσεις. Έχει όλα τα στοιχεία για να κρατήσει έναν ηθοποιό κοντά του με αφοσίωση. Ο τρόπος που έγινε η προσέγγισή μου σ’ αυτό το ρόλο ήταν πραγματικά μια διαδικασία λαγνείας. Έχω παίξει, βέβαια, μεγάλους ρόλους σε μεγάλα έργα, σε μεγάλα θέατρα και όλα αυτά ήταν ευλογημένα πράγματα και συγκινητικά και γινόταν πάντα με κάποια μελαγχολία η διαδικασία, όπως λέω, της αποκαθήλωσης, το τέλος.

Και στο θέατρο και στον κινηματογράφο έχετε συνεργαστεί με κορυφαίες προσωπικότητες, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και άλλοι. Μιλήστε μου γι’ αυτές τις συνεργασίες.

Θα αρχίσω καταρχήν από τον Κουν. Δικαιούται να προηγηθεί από τους υπόλοιπους!

Τον οποίο τον είχατε δάσκαλο.

Και δάσκαλο και σκηνοθέτη και καταλαβαίνετε ότι για μένα αποτελεί την πιο σοβαρή αφετηρία στη ζωή μου, στη δουλειά μου, στην καριέρα μου, στην πορεία αυτήν την καλλιτεχνική. Ήμουν και εγώ δάσκαλος για τριάντα χρόνια.

Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Σ’ αυτήν την πραγματικά δημιουργική δουλειά χρειάστηκε πάντα να επικαλούμαι τη σκέψη του Κουν. Οι εμπειρίες από αυτό θα σας έλεγα ότι είναι αυτές που με έκαναν να λέω κατά καιρούς σε συνεντεύξεις ότι είναι η πιο σοβαρή δουλειά που κάνω. Μ’ άρεσε πάρα πολύ η επικοινωνία με τα παιδιά, και κυρίως όταν αυτά ήταν ουσιαστικά προβληματισμένα και μπορούσαμε και να λέμε σημαντικά πράγματα στην αίθουσα διδασκαλίας και να δημιουργούμε σημαντικά πράγματα. Σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια είδα να γίνονται θαύματα μέσα στο σχολείο, εννοώντας ότι έβλεπες ένα παιδί ν’ αρχίζει το σχολειό του με μια αμηχανία, με μια φοβερή δυσκολία σε βαθμό που να λες: «Αυτό το παιδί πώς βρέθηκε εδώ; Πώς το περάσαμε στις εισαγωγικές εξετάσεις;», κι όμως να δημιουργείται μια σχέση έμπνευσης για δουλειά και άθλησης και να βλέπεις μέσα σε δυο-τρεις μήνες το παιδί αυτό να αλλάζει, να πιάνει πουλιά στον αέρα.

Για τις κινηματογραφικές σας συνεργασίες τι έχετε να πείτε;

Η καριέρα μου η κινηματογραφική ξεκίνησε με μεγάλους ανθρώπους της δουλειάς μου. Θα αναφερθώ μόνο στον Τάκη Κανελλόπουλο, αυτόν το σημαντικό σκηνοθέτη από τη Θεσσαλονίκη. Αυτός ήταν στοχαστής του κινηματογράφου, δημιουργικό άτομο. Γύρισα δύο ταινίες μαζί του και ήταν η απαρχή της δουλειάς μου. Εν συνεχεία, συνεργάστηκα με το Βασίλη Γεωργιάδη, ο οποίος έχει αφήσει ένα τεράστιο έργο ζωής, και ύστερα με όλους τους σκηνοθέτες, τον Ερρίκο Ανδρέου, το Ντίνο Δημόπουλο, το Δαλιανίδη… Αναφέρομαι τώρα σε πρόσωπα με το ενδεχόμενο να ξεχάσω και κανέναν και να παρεξηγηθώ.

Από ηθοποιούς με τους οποίους συνεργαστήκατε ποιους ξεχωρίζετε;

Από ηθοποιούς να αρχίσουμε πάλι από τα σημαντικότερα πρόσωπα, όπως ήταν η Κατίνα Παξινού. Αυτά όσον αφορά στον κινηματογράφο, γιατί στο θέατρο έπαιξα με την Έλλη Λαμπέτη, με το Μάνο Κατράκη, το Νίκο Κούρκουλο, και αποτελούσαν πάντα για μένα ενθύμιο συγκινητικό όλες αυτές οι συνεργασίες και, όπως σας είπα, και με όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες, με το Βολονάκη, τον Κώστα Μπάκα…  Αναφέρω αυτόν, γιατί ήμασταν και οι δυο από το φυτώριο του Κάρολου Κουν και είχαμε έναν κώδικα επικοινωνίας.

Κύριε Αντωνόπουλε, έχετε διανύσει μια πολύ μακρά πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο. Κοιτάζοντας πίσω και βλέποντας αυτήν τη πορεία, πώς αισθάνεστε; Αισθάνεστε ικανοποιημένος…

Όχι, όχι. Μην την ολοκληρώνετε την ερώτηση, δεν αισθάνομαι ικανοποιημένος!

Αισθάνεστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν κάνατε;

Πάρα πολλά, χιλιάδες πράγματα που δεν έχω κάνει και βεβαίως θα το θεωρούσα αντιδημιουργικό να αισθανθώ ικανοποιημένος και να μην πω ότι είμαι στα μισά του δρόμου και ότι έχω πάρα πολλά πράγματα να κάνω που δεν έχω προφτάσει.

Έχετε μετανιώσει για κάτι;

Όχι βέβαια. Ε, κατά καιρούς μπορεί να μετάνιωσα για επιμέρους πράγματα. Αυτή η δουλειά που κάνουμε δεν εξαρτάται από τη σωστή ή τη λάθος απόφασή μας. Παίρνεις μια απόφαση, συμμετέχεις κάπου και ξαφνικά βλέπεις ότι τα στοιχεία που συμπορεύονται μαζί σου δεν είναι όλα σωστά.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο «Οι Επιβάτες Του Φεγγαριού» από τις Εκδόσεις Αιώρα. Ποια ανάγκη σας οδήγησε στη συγγραφή ενός βιβλίου;

Έχω στο συρτάρι μου πολλά πράγματα εκτός από αυτό που ήδη εξεδόθη και το οποίο με βοήθησε να σπάσω το φράγμα και να βγω κι εγώ σ’ αυτό το χώρο με την αξίωση της κριτικής σας. Ευτυχώς, πορεύεται καλά. Τι ήταν αυτό που με έκανε να το γράψω; Δεν ξέρω. Ό,τι ήταν αυτό που με έκανε κάθε φορά να κλειστώ μέσα στο γραφείο μου και να εξελίξω μέσα μου και πάνω στα χαρτιά μου μια ιστορία που μου έκανε εντύπωση, ένα γεγονός που ήταν εναυσματικό για να γράψω κάτι και να μείνει, το οποίο στη συνέχεια μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα διήγημα ή μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα. Βέβαια, προς το παρόν υπάρχουν στα συρτάρια μου.

Δηλαδή γράφατε και από παλιότερα.

Βέβαια, δεν είναι τωρινή υπόθεση, όπως από πολύ παλιότερα, ακόμα πιο παλιά, γράφω ποίηση και ελπίζω να βγει στη φόρα κι αυτό… Είχα δισταγμό και είχα και μεγάλο τρακ. Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, μετά τη δικαίωσή μου και την αισιοδοξία που μου δημιούργησε αυτή η πρώτη επαφή με τον κόσμο και με τους ανθρώπους του χώρου μας, του χώρου των γραμμάτων εννοώ, ε, θα αποπειραθώ να βγάλω και την ποίηση.

Πώς κρίνετε τον τρόπο που αναδεικνύονται σήμερα οι καλλιτέχνες; Υπάρχουν πολλοί που αναδεικνύονται μέσω reality, οι δισκογραφικές εταιρείες τους προωθούν υπερβολικά, άλλοι ασχολούνται με το τραγούδι και την τηλεόραση, ενώ προέρχονται από τον χώρο του μόντελινγκ… Ποια είναι η γνώμη σας για όλα αυτά;

Κοιτάξτε, από όλα αυτά κινδυνεύω να χάσω τη δικαίωσή μου στα παιδιά που ήταν σπουδαστές μου, που αφιέρωσαν τρία χρόνια ζωής και εγώ προσπαθούσα να τους εμπνεύσω την ιερή μανία που λέγεται ψώνιο για δουλειά και για άθληση. Αντιλαμβάνεστε τώρα πόσο κόντρα έρχεται αυτή η προχειρότητα, αυτή η προκάτ διαδικασία για να βγει ένας άνθρωπος στο χώρο και να διεκδικεί μια επαγγελματική καταξίωση.

Και χωρίς να έχει και προσόντα πολλές φορές.

Τα προσόντα δεν είμαι σε θέση να τα κρίνω ούτε θα το σκεφτώ. Εκείνο, όμως, που κρίνω και που νομίζω ότι εκεί βρίσκεται και η ερώτησή σας είναι η διαδικασία όλης αυτής της ιστορίας, που νομίζω ότι διασύρει τη φιλοσοφία της σπουδής.

Είστε ευχαριστημένος από την κατάσταση του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης σήμερα στην Ελλάδα; Πώς τα κρίνετε αυτά σε σύγκριση με παλιότερα;

Να μην τα βάλουμε όλα σε ένα τσουβάλι. Βεβαίως, υπάρχει το παραθέατρο, υπάρχει ο παρακινηματογράφος, υπάρχει η παρατηλεόραση, δηλαδή υπάρχουν τα προϊόντα και τα υποπροϊόντα, τα οποία όμως δεν είναι μόνο σημερινή υπόθεση. Θα έλεγα ότι είναι πολύ παλιά. Σήμερα ίσως να είναι πιο εμφανής η κατάσταση αυτή λόγω της τηλεόρασης, που είναι ενδεικτικά μια ενασχόληση και μια ανάδειξη ευκολίας σ’ αυτήν την ιστορία και, όχι μόνο είναι κακό αυτό καθαυτό σαν δουλειά, αλλά είναι κακό και διότι δημιουργεί μια έλξη εσφαλμένη για τα παιδιά.

Εννοείτε τους θεατές ή αυτούς που ασχολούνται με την τηλεόραση;

Δεν εννοώ τους θεατές. Δηλαδή, είχαμε μια τεράστια προσέλευση στις κινηματογραφικές σχολές παιδιών που αντιλαμβάνεσαι ότι οι αποσκευές τους ήταν τέτοιες που απέβλεπαν κυρίως στην ευκολία της τηλεόρασης. Αυτό είναι μια κατασυκοφάντηση της δουλειάς μας. Η δουλειά μας θέλει βάσανο, η δουλειά μας θέλει χτύπημα, θέλει τάξιμο ζωής, πράγματα που η τηλεόραση δεν τα αξιώνει και τόσο πολύ.

Κύριε Αντωνόπουλε, μετά από χρόνια, όταν οι άνθρωποι θα σας φέρνουν στο μυαλό, με ποιον τρόπο θέλετε να σας θυμούνται;

Δεν το έχω σκεφτεί. Αυτό που με έχει απασχολήσει πάρα πολύ είναι το προφίλ μου ως ανθρώπου, ως πολίτη και ως συμπεριφοράς κοινωνικής, ιδεολογικής και ανθρωπίνων σχέσεων. Θέλω να έχω ένα καλό κοινωνικό προφίλ.

Συνέντευξη στη Χρυσάνθη Ιακώβου, Περιοδικό Alfa In Style, τ.8, 2007

"Εκεί που ζούμε" του Χρίστου Κυθρεώτη

Εκεί που ζούμε, του Χρίστου Κυθρεώτη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το fractal.gr

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ένας δικηγόρος γύρω στα 35 που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, αλλά σκοπεύει στο προσεχές μέλλον να φύγει μόνιμα στο εξωτερικό. Μια καλοκαιρινή ημέρα με αφόρητη ζέστη θα αποδειχτεί ιδιαίτερα απαιτητική: πρέπει να παραστεί στο δικαστήριο για μια δύσκολη υπόθεση, πρέπει να βγει για καφέ με τον πρώτο του νεανικό έρωτα, να συνοδέψει τον πατέρα του σε μια επαγγελματική υποχρέωση, να συναντήσει τον άλλον μεγάλο έρωτα της ζωής του - όλα αυτά (και πολλά ακόμα) σε μία μόνο μέρα.

Ένα μόλις εικοσιτετράωρο από τη ζωή του κεντρικού ήρωα είναι ό,τι βλέπει ο αναγνώστης στο "Εκεί που ζούμε". Ένα εικοσιτετράωρο όμως που τα έχει όλα: επαγγελματικές δυσκολίες, ερωτικές σχέσεις, οικογενειακές υποθέσεις, σκέψεις, διλήμματα, αποφάσεις. Ο Χρίστος Κυθρεώτης, με απίστευτη αφηγηματική δεινότητα, καταφέρνει να συμπυκνώσει τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια σε μία μόνο μέρα, συμπλέκοντας με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο το παρόν με το παρελθόν, το αποτέλεσμα με την αιτία, την ψυχοσύνθεση του ήρωα με τις αποφάσεις του.

Χωρίς καθόλου να πλατειάσει ή να φλυαρήσει και καταφέρνοντας να μη χαθεί μέσα στον όγκο των γεγονότων και των σκέψεων, ο Κυθρεώτης στήνει τη δομή του βιβλίου του με αριστουργηματικό τρόπο, διατηρώντας αφενός μια σταθερότητα στον τρόπο που εξελίσσεται η πλοκή και κρατώντας αφετέρου διαρκώς ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Παρόν και παρελθόν συνεχώς εναλλάσσονται και πολλά ζητήματα επανέρχονται ξανά και ξανά για να φωτιστούν περισσότερο και όλο αυτό το αφηγηματικό παιχνίδι είναι που δίνει στην ανάγνωση έναν γρήγορο και ευχάριστο ρυθμό.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πώς μπορεί να στηθεί ένα τόσο ελκυστικό βιβλίο με τόσο απλά υλικά: ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" είναι ένας εντελώς συνηθισμένος νέος της εποχής μας (ίσως μάλιστα να είναι και κάτι παραπάνω από συνηθισμένος - όπως λέει και ο ίδιος, επιθυμεί να ζήσει μια μέτρια ζωή χωρίς ποτέ να του συμβεί κάτι ιδιαίτερο) και τα όσα εξιστορούνται στο βιβλίο είναι τόσο απλά και τόσο καθημερινά που λίγο-πολύ έχουν συμβεί στον καθένα. Ο Κυθρεώτης ωστόσο καταφέρνει να πάρει αυτήν την τόσο συνηθισμένη ιστορία και να την μεταπλάσει σε ένα βιβλίο βαθυστόχαστο με κοινωνικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, σαν να ανατέμνει, να αναλύει και να παρουσιάζει τον σημερινό μέσο άνθρωπο και την εποχή που διανύουμε.

Ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον εαυτό του, αλλά και με την κοινωνία. Ο συγγραφέας σχολιάζει εύστοχα την σημερινή ελληνική πραγματικότητα, εντοπίζοντας τους τρόπους που αυτή επηρεάζει τις επιλογές και την καθημερινότητα του κάθε ατόμου, και τοποθετεί την ιστορία του στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς την σε έναν από τους ήρωες του βιβλίου.

Η επιλογή του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρίζει στο κείμενο απίστευτη ειλικρίνεια, νηφαλιότητα και αμεσότητα και δημιουργεί και ένα ενδιαφέρον παιχνίδι: βλέπουμε την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που λέει και αυτά που σκέφτεται, αυτά που αισθάνεται και αυτά που πράττει, αυτά που επιθυμεί και αυτά που αποφασίζει να κάνει.

Ο Κυθρεώτης χρησιμοποιεί απλά περιστατικά για να τα μετατρέψει τελικά σε καθολικές αλήθειες. Τολμά να βουτήξει βαθιά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, διατηρώντας την ίδια στιγμή ένα εντελώς ανάλαφρο ύφος. Γράφει ένα απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο όμως φαντάζει διαχρονικό. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το χιούμορ που βρίσκει πολύ όμορφα τη θέση του μέσα στην αφήγηση, έχουμε ένα βιβλίο απολαυστικό, που αφήνει το στίγμα του και μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Εύα Μαθιουδάκη-Κωστής Σχιζάκης

Η Εύα Μαθιουδάκη και ο Κωστής Σχιζάκης μιλούν στο vakxikon.gr για το βιβλίο τους "Ο Φταίχτης" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019), για την μεταξύ τους συνεργασία και για την ελληνική λογοτεχνία στον καιρό της κρίσης. 

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το vakxikon.gr

Μιλήστε μου για το βιβλίο σας που κυκλοφόρησε πρόσφατα -από τις Εκδόσεις Καστανιώτη- "Ο Φταίχτης".

Ε.Μ. Θα το χαρακτήριζα ως κοινωνικό δράμα "εποχής", εφόσον η δεκαετία του ’70 φαντάζει ακόμη και για εμάς τους μεγαλύτερους πολύ μακρινή. Πρόκειται για  πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που διαθέτει πολλά συστατικά κινηματογραφικής ταινίας και θα μπορούσε με μεγάλη ευκολία να μετατραπεί ακόμη και τηλεοπτική σειρά, χωρίς να υστερεί σε λογοτεχνική αξία καθώς μας λένε. Το ότι πρόκειται για μυθιστόρημα δυο συγγραφέων δημιουργεί τόσο προσδοκίες όσο και ερωτήματα, δεδομένου ότι από τη φύση της η συν-συγγραφή είναι δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα. Το πόσο επιτυχημένη είναι αυτή η προσπάθεια θα μας το πείτε εσείς και το αναγνωστικό κοινό.

Κ. Σ. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ σπουδαίο. Είναι ένας ποταμός, μια θάλασσα άλλοτε ήρεμη κι άλλοτε φουρτουνιασμένη που μπήκε στη ζωή μου απροσδόκητα κι ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα. Με συντάραξε η γραφή καθώς και η συνεργασία με την Εύα.  Ακόμα κι όταν ολοκληρώθηκε στο σημείο που προχώρησε η έκδοσή του δεν μπορούσα να απαλλαγώ απ' αυτό. Οι ήρωες του με βασάνιζαν κι ήθελαν να βγουν και να αιτιολογήσουν  ο καθένας τη δική του συμμετοχή, τη δική του αλήθεια, το δικό του τέλος. Ευτυχώς, τη δυναμική αυτή που με κατέκλυσε στην κυριολεξία την έβγαλα σε δύο ακόμα μυθιστορήματα αμέσως μετά. 

Το βιβλίο σας μοιάζει με ένα είδος "μωσαϊκού", όπου θίγονται θέματα κοινωνικά, ζητήματα ψυχικής υγείας, ερωτικά, υπαρξιακά, και όλα αυτά τοποθετημένα στην Ελλάδα του '70. Ο δικός σας στόχος ποιος ήταν; Να περιγράψετε μια εικόνα της Ελλάδας που έχει περάσει; Να γράψετε ένα μυθιστόρημα κοινωνικό; Να βρείτε ίσως τα ψυχολογικά αίτια πίσω από τις αντιδράσεις των ανθρώπων;

Ε.Μ. Όλα αυτά βέβαια που αναφέρετε βρίσκονται στο βιβλίο και πολύ σωστά το χαρακτηρίζετε ως μωσαϊκό. Ταιριάζει και στην δεκαετία του '70 ! Αλλά ξέρετε αυτό το περίβλημα, το περιτύλιγμα κτίστηκε σταδιακά, σχεδόν αυθόρμητα, για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, για να κλιμακώσει την πλοκή ή και να χαλαρώσει τον αναγνώστη. Όμως η βασική σκέψη ήταν να περιγράψουμε πώς μεταφέρεται το "κακό" από γενιά σε γενιά, πώς διαιωνίζεται μέσα από προσωπικά και οικογενειακά αδιέξοδα. Το ότι το μυθιστόρημα αποτυπώνει με ιδιαίτερο ρεαλιστικό τρόπο τη μετάβαση μιας αγροτικής κοινωνίας προς την αστικοποίηση της, αυτό βέβαια έθεσε το σωστό κοινωνικό πλαίσιο για να κινηθούν και οι ήρωες μας σε αυτό.

Κ. Σ. Όλα μαζί και το καθένα που θίγετε χωριστά. Και νομίζω ότι όλα αυτά ήρθαν στην επιφάνεια, δεν έχει σημασία με ποια σειρά,  θίχτηκαν δε με τον καλύτερο τρόπο στις σελίδες του βιβλίου. Βοήθησε πολύ ομολογουμένως στο εγχείρημα αυτό ο ρομαντισμός της Εύας που ταίριαξε απολύτως κι αλάφρυνε την ωμότητα των δικών μου περιγραφών. Πιστέψτε με ότι αυτό έγινε συνειδητά και οι αληθοφανείς σκηνές του δράματος, τουλάχιστον εμένα, με συγκλόνισαν σε μέγα βαθμό κατά τη διάρκεια της γραφής του. Σήμερα νιώθουμε μιαν ικανοποίηση διαπιστώνοντας ότι αυτό πέρασε στο αναγνωστικό κοινό που διάβασε τον "Φταίχτη" και το επικρότησε τελικά όπως δείχνουν οι συζητήσεις περί αυτού.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας; Και με ποιον τρόπο μπορούν να συνυπάρξουν δύο δημιουργοί σε μια τόσο …"ατομική" διαδικασία;

Ε.Μ. Δημιουργήσαμε θα έλεγα με τον Κωστή Σχιζάκη με σχετική ευκολία, τέμπο και δημιουργικό πνεύμα, τον βασικό κορμό του μυθιστορήματος, το οποίο σε δεύτερο στάδιο επιμελήθηκα και δούλεψα μόνη μου, δημιουργώντας συνδετικούς αρμούς όπου χρειάζονταν, σεβόμενη βέβαια τα κείμενα και το ύφος του Κωστή Σχιζάκη στο πλαίσιο του δυνατού. Βίωσα δηλαδή τη χαρά της πνευματικής γενναιοδωρίας και συνύπαρξης, αλλά και την αναπόφευκτη μοναχική πορεία της ενοποίησης και επεξεργασίας των κειμένων μας, πράγμα  απαραίτητο για ένα μυθιστόρημα. Μια διαδικασία που θα ήταν αδύνατο να γίνει από δύο συγγραφείς, λαμβάνοντας υπόψη μας και την θάλασσα που χώριζε τους δύο υπολογιστές μας, μιας και ο Κωστής ζει μόνιμα στην Κρήτη, ενώ εγώ πάλι την επισκέπτομαι σπάνια. 

Κ. Σ. Α ναι... Είναι απίστευτο. Ξέρετε, εγώ έχω ένα Μουσείο. Μια φωλιά στην Κρήτη, στο Ηράκλειο, όπου γίνονται διάφορα μαγικά πράγματα.  Συνήθως κάνω εκθέσεις ζωγραφικής.  Ανάμεσα στους επισκέπτες των εγκαινίων της έκθεσης με τίτλο "Έρως -Ήρως", ήταν και η Εύα μαζί με την παιδική μου φίλη που τη συνόδευε. Εκεί μου συστήθηκε ως συγγραφεύς κι από κει άρχισε η γνωριμία μας κι ακολούθησε η συνεργασία. Σε ό,τι αφορά την ατομικότητα της γραφής, θα έλεγα ότι δεν εθίγη στο παραμικρό. Δεν θα μπορούσε εξάλλου. Αφενός η απόσταση κι αφετέρου ο σεβασμός βοήθησαν την κοινή προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της. Το αποτέλεσμα το κρίνετε εσείς.

Σε ποια σημεία του βιβλίου μπορεί να "διαβάσει" κανείς την Εύα Μαθιουδάκη και σε ποια τον Κωστή Σχιζάκη;

Ε.Μ. Α, ο Κωστής συνεισέφερε σε πολλά. Κυρίως στην πλοκή, αλλά και στα πιο δύσκολα σημεία εντάσεως και κλιμάκωσης του έργου. Ο Κωστής έδωσε σημαντικές νατουραλιστικές πινελιές στο έργο, ενώ εγώ τις πλέον λυρικές. Το σημαντικό είναι ότι δέσαμε και καταφέραμε να φτάσουμε την ιστορία μας, που ξεκίνησε ως πείραμα, μέχρι το τέλος. Τον ευχαριστώ πολύ και από εδώ.

Κ. Σ. Η σωστή απάντηση είναι σε όλα. Κι αυτό το λέω μετά λόγου γνώσεως δεδομένου ότι  δε θα συνέχιζα κάτι από μόνος μου αν δεν λάμβανα το κείμενο που να προσδιορίζει την οποιαδήποτε συνέχεια του έργου από την Εύα. Ανεξαρτήτως αυτού αν θα ήθελε κάποιος να επιμείνει σε παρόμοιες διακρίσεις θα πρέπει να ξεχωρίσει το ύφος των κειμένων. Μόνον  σε αυτό μπορεί να διακρίνει κάτι. Ο ρομαντισμός, η τάση ή η ροπή αν θέλετε προς την λυρικότητα των περιγραφών, η λεπτομέρεια στην αφήγηση, είναι της Εύας. 

Πιστεύετε στον κοινωνικό ρόλο της λογοτεχνίας; Μπορούν τα βιβλία να διαμορφώσουν συνειδήσεις;

Ε.Μ. Μα βέβαια! Διάβαζα πρόσφατα την ρήση της Virginia Woolf ότι η βύθιση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο εξαλείφει το εγώ και μας ενώνει με αιώνια δεσμά με έναν άλλο νου… Ναι, αν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες του πάθους προς το βιβλίο, τότε τα βιβλία μπορούν να διαμορφώσουν συνειδήσεις, να αλλάξουν ακόμη και την πορεία της ίδιας μας της ζωής.  

Κ. Σ. Θα μπορούσα να το πιστέψω και να το υιοθετήσω ακόμα. Πόσα και πόσα βιβλία δε σμίλεψαν τη σκέψη μας και δεν παραδειγμάτισαν πολλές μας αποφάσεις. Δεν θα επεκταθώ. Είναι τεράστιο θέμα και θα μπορούσαμε να μιλάμε επί μέρες ολόκληρες.

Τι χρειάζεται η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Τοποθετώντας την μέσα στο παγκόσμιο λογοτεχνικό σύνολο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε ικανοποιητική ποιοτικά παραγωγή;

Ε.Μ. Χρειάζεται ίσως εξωστρέφεια και μια πιο οικουμενική επιλογή της θεματολογίας της. Δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού «Καινούρια μέρα», από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, που βραβεύθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματεύεται το περιθώριο: άστεγοι, μαφία, αλητεία, ναρκωτικά, νεοναζισμός. Θέματα που απασχολούν έντονα την παγκόσμια κοινότητα πέρα από τα λοιπά χαρίσματα του ίδιου του εξαιρετικού αυτού μυθιστορήματος. Αυτό βέβαια ως παράδειγμα, αν και θεωρώ ότι παραμένουμε μια εσωστρεφής κοινωνία, ασχέτως αν η παγκοσμιοποίηση έχει τρυπώσει από την πίσω πόρτα χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί.

Κ. Σ. Δύσκολο να απαντήσει κανείς. Ιδιαίτερα αν λάβει υπόψη του την σημερινή. Όχι, δεν πάει καλά. Καθόλου καλά. Δεν είναι το πλήθος των εκδόσεων, είναι το ανόητο σχεδόν των θεμάτων κι επιπροσθέτως το αδιάφορο. Ας προσθέσω και την έλλειψη γνώσεως της γραφής. Έχουν δημιουργηθεί ένα σωρό σχολές γραφής, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχω δει και κάποιο αποτέλεσμα που να με ενθουσιάσει ή έστω να πω ότι κάτι γίνεται καλύτερο. Δεν είμαι ευχαριστημένος.

Με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι έχει επηρεάσει η ελληνική κρίση τη λογοτεχνία; Όχι από άποψη πωλήσεων, αλλά από άποψη παραγωγής και θεματολογίας.

Ε.Μ. Η κρίση ενίσχυσε την παραγωγή νέων βιβλίων, κυρίως διηγημάτων ή και πολύ μικρών διηγημάτων (μπονζάι), περισσότερο ως κραυγή, ως διαμαρτυρία στα τόσα δύσκολα που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια και έφερε κατά την άποψη μου στο προσκήνιο νέους και πολλά υποσχόμενους συγγραφείς. Παρολ' αυτά δεν θεωρώ ότι υπάρχει λογοτεχνία της κρίσης, υπάρχει μόνο καλή και κακή λογοτεχνία.

Κ. Σ. Πιστεύω ότι τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν φτάσει στην επιφάνεια ακόμα. Ίσως τα δούμε στην επόμενη δεκαετία. Πρέπει να χωνευθούν αρκετά και η κρίση δεν έχει περάσει ακόμα. Πιστεύω ότι θα φτάσει στην ακμή της τα επόμενα δύο-τρία χρόνια. Δεν βλέπετε ότι ο τραπεζικός μηχανισμός  βρίσκεται πληγωμένος κι ως τρόπο επούλωσης ψάχνει στους πλειστηριασμούς να βρει γιατρειά; Δε βλέπετε τις μεθοδεύσεις που έκαναν οι προηγούμενοι κυβερνήτες κατ' εντολή τους συστήματος προκειμένου να αδρανοποιήσουν οποιαδήποτε αντίσταση κατ' αυτών επινοώντας τα ηλεκτρονικά συστήματα ώστε τα ακίνητα να αλλάζουν χέρι δίχως να καταλαβαίνει ουδείς το τι και πώς; Τώρα, όσον αφορά τους ρυθμούς των εκδόσεων, τι να σας πω… Ο χορός καλά κρατεί. Και έχει απ' όλους τους ρυθμούς η πίστα.

Σύμφωνα με έρευνες, οι Έλληνες δε διαβάζουν αρκετά! Πώς θα μπορούσε, κατά τη γνώμη σας, να αλλάξει αυτό -εφόσον θα είχε νόημα να αλλάξει;

Ε.Μ. Ναι, η μαγιά των ανθρώπων που διαβάζει είναι μικρή. Ότι στην νοοτροπία μας δεν είναι το βιβλίο με την έννοια ενός paperback που επιλέγουμε μαζί με την εφημερίδα μας, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο οπισθόφυλλο, λίγο πριν μπούμε στο τρένο, το λεωφορείο ή το αεροπλάνο, αυτό είναι βέβαιο. Φυσικά η κρίση, η τεχνολογία μέσω της εύκολης πρόσβασης σε εικόνα και ήχο επιδείνωσαν αυτή την πραγματικότητα. Και μια που από το σπίτι πολλοί λίγοι θα πάρουν αυτό το μικρόβιο της ανάγνωσης, μια πρόταση θα ήταν να εισαχθεί ως σχολική δραστηριότητα η δημιουργική ανάγνωση και όχι απαραίτητα μόνο με λογοτεχνικά αναγνώσματα αλλά σε πλέον διεπιστημονική βάση όπως: ιστορία, ιστορία της τέχνης, ή και φυσική και φιλοσοφία. 

Κ. Σ. Δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Θεωρώ ότι το έχεις ή δεν το έχεις.  Δεν είναι απλό να μετατραπείς σε αναγνώστη αν αυτό δεν σε ελκύει, αν δεν έχεις έφεση να το κάνεις. Υπάρχουν ευτυχώς οι φανατικοί αναγνώστες. Η φίλη μου στην Κρήτη διαβάζει ημερησίως τετρακόσιες σελίδες και τις θυμάται. Δε διαβάζει δηλαδή αφηρημένα διότι υπάρχει κι αυτό. Γονείς κυρίως και σχολείο μόνον μπορούν να διαμορφώσουν μια θετική άποψη περί του βιβλίου και γενικότερα της ανάγνωσής του.

Λογοτεχνικά σχέδια για το μέλλον;

Ε.Μ. Συνεχίζω τις μεταφράσεις κλασσικών γερμανικών ποιημάτων μιας ανθολογίας για έφηβους και προχωρώ ένα καινούριο μυθιστόρημα.

Κ. Σ. Ήδη είναι έτοιμες οι παιδικές ασθένειες και περιμένουν να λήξει ο ένας χρόνος από την κυκλοφορία του "Φταίχτη" για να πάρουν σειρά. Επίσης, βρίσκομαι στις διορθώσεις του Παλαιοπωλείου, το οποίο επίσης έχει ολοκληρωθεί δίχως να γνωρίζω πότε θα μπορέσει να δει το φως του. Ακόμα, διορθώνω μια μικρή σειρά ποιημάτων που άρχισα το περασμένο καλοκαίρι κι επεξεργάζομαι ακόμα την τελική τους μορφή. Οι στίχοι αυτοί αρχικά ήταν γραμμένοι στην ιταλική γλώσσα και συνόδευαν μια αρκετά μεγαλύτερη προσπάθεια εκ μέρους  μιας φίλης που θέλησε επίσης να συνεργαστούμε. Δυστυχώς διαφώνησα με την μεταφράστρια κι έκτοτε, απελευθερωμένος από τις απαιτήσεις της ρίμας, προχώρησα μόνος μου. Βλέπετε, είναι δύσκολο να ταιριάξεις με κάποιον στη γραφή και για τούτο είναι επίτευγμα η δημιουργία με την Εύα.