Άγγελος Αντωνόπουλος

Κύριε Αντωνόπουλε, από όλους τους ρόλους που έχετε ερμηνεύσει, ποιους έχετε ξεχωρίσει και με ποιον έχετε ταυτιστεί περισσότερο; Ποιος σας άγγιξε ιδιαίτερα;

Θα έλεγα ότι ο "Μαρξ στο Σόχο" μ’ έχει κερδίσει πραγματικά, συμπορεύομαι μαζί του χρόνια τώρα και έχουμε αναπτύξει πολύ σημαντικές σχέσεις. Έχει όλα τα στοιχεία για να κρατήσει έναν ηθοποιό κοντά του με αφοσίωση. Ο τρόπος που έγινε η προσέγγισή μου σ’ αυτό το ρόλο ήταν πραγματικά μια διαδικασία λαγνείας. Έχω παίξει, βέβαια, μεγάλους ρόλους σε μεγάλα έργα, σε μεγάλα θέατρα και όλα αυτά ήταν ευλογημένα πράγματα και συγκινητικά και γινόταν πάντα με κάποια μελαγχολία η διαδικασία, όπως λέω, της αποκαθήλωσης, το τέλος.

Και στο θέατρο και στον κινηματογράφο έχετε συνεργαστεί με κορυφαίες προσωπικότητες, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και άλλοι. Μιλήστε μου γι’ αυτές τις συνεργασίες.

Θα αρχίσω καταρχήν από τον Κουν. Δικαιούται να προηγηθεί από τους υπόλοιπους!

Τον οποίο τον είχατε δάσκαλο.

Και δάσκαλο και σκηνοθέτη και καταλαβαίνετε ότι για μένα αποτελεί την πιο σοβαρή αφετηρία στη ζωή μου, στη δουλειά μου, στην καριέρα μου, στην πορεία αυτήν την καλλιτεχνική. Ήμουν και εγώ δάσκαλος για τριάντα χρόνια.

Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Σ’ αυτήν την πραγματικά δημιουργική δουλειά χρειάστηκε πάντα να επικαλούμαι τη σκέψη του Κουν. Οι εμπειρίες από αυτό θα σας έλεγα ότι είναι αυτές που με έκαναν να λέω κατά καιρούς σε συνεντεύξεις ότι είναι η πιο σοβαρή δουλειά που κάνω. Μ’ άρεσε πάρα πολύ η επικοινωνία με τα παιδιά, και κυρίως όταν αυτά ήταν ουσιαστικά προβληματισμένα και μπορούσαμε και να λέμε σημαντικά πράγματα στην αίθουσα διδασκαλίας και να δημιουργούμε σημαντικά πράγματα. Σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια είδα να γίνονται θαύματα μέσα στο σχολείο, εννοώντας ότι έβλεπες ένα παιδί ν’ αρχίζει το σχολειό του με μια αμηχανία, με μια φοβερή δυσκολία σε βαθμό που να λες: «Αυτό το παιδί πώς βρέθηκε εδώ; Πώς το περάσαμε στις εισαγωγικές εξετάσεις;», κι όμως να δημιουργείται μια σχέση έμπνευσης για δουλειά και άθλησης και να βλέπεις μέσα σε δυο-τρεις μήνες το παιδί αυτό να αλλάζει, να πιάνει πουλιά στον αέρα.

Για τις κινηματογραφικές σας συνεργασίες τι έχετε να πείτε;

Η καριέρα μου η κινηματογραφική ξεκίνησε με μεγάλους ανθρώπους της δουλειάς μου. Θα αναφερθώ μόνο στον Τάκη Κανελλόπουλο, αυτόν το σημαντικό σκηνοθέτη από τη Θεσσαλονίκη. Αυτός ήταν στοχαστής του κινηματογράφου, δημιουργικό άτομο. Γύρισα δύο ταινίες μαζί του και ήταν η απαρχή της δουλειάς μου. Εν συνεχεία, συνεργάστηκα με το Βασίλη Γεωργιάδη, ο οποίος έχει αφήσει ένα τεράστιο έργο ζωής, και ύστερα με όλους τους σκηνοθέτες, τον Ερρίκο Ανδρέου, το Ντίνο Δημόπουλο, το Δαλιανίδη… Αναφέρομαι τώρα σε πρόσωπα με το ενδεχόμενο να ξεχάσω και κανέναν και να παρεξηγηθώ.

Από ηθοποιούς με τους οποίους συνεργαστήκατε ποιους ξεχωρίζετε;

Από ηθοποιούς να αρχίσουμε πάλι από τα σημαντικότερα πρόσωπα, όπως ήταν η Κατίνα Παξινού. Αυτά όσον αφορά στον κινηματογράφο, γιατί στο θέατρο έπαιξα με την Έλλη Λαμπέτη, με το Μάνο Κατράκη, το Νίκο Κούρκουλο, και αποτελούσαν πάντα για μένα ενθύμιο συγκινητικό όλες αυτές οι συνεργασίες και, όπως σας είπα, και με όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες, με το Βολονάκη, τον Κώστα Μπάκα…  Αναφέρω αυτόν, γιατί ήμασταν και οι δυο από το φυτώριο του Κάρολου Κουν και είχαμε έναν κώδικα επικοινωνίας.

Κύριε Αντωνόπουλε, έχετε διανύσει μια πολύ μακρά πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο. Κοιτάζοντας πίσω και βλέποντας αυτήν τη πορεία, πώς αισθάνεστε; Αισθάνεστε ικανοποιημένος…

Όχι, όχι. Μην την ολοκληρώνετε την ερώτηση, δεν αισθάνομαι ικανοποιημένος!

Αισθάνεστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν κάνατε;

Πάρα πολλά, χιλιάδες πράγματα που δεν έχω κάνει και βεβαίως θα το θεωρούσα αντιδημιουργικό να αισθανθώ ικανοποιημένος και να μην πω ότι είμαι στα μισά του δρόμου και ότι έχω πάρα πολλά πράγματα να κάνω που δεν έχω προφτάσει.

Έχετε μετανιώσει για κάτι;

Όχι βέβαια. Ε, κατά καιρούς μπορεί να μετάνιωσα για επιμέρους πράγματα. Αυτή η δουλειά που κάνουμε δεν εξαρτάται από τη σωστή ή τη λάθος απόφασή μας. Παίρνεις μια απόφαση, συμμετέχεις κάπου και ξαφνικά βλέπεις ότι τα στοιχεία που συμπορεύονται μαζί σου δεν είναι όλα σωστά.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο «Οι Επιβάτες Του Φεγγαριού» από τις Εκδόσεις Αιώρα. Ποια ανάγκη σας οδήγησε στη συγγραφή ενός βιβλίου;

Έχω στο συρτάρι μου πολλά πράγματα εκτός από αυτό που ήδη εξεδόθη και το οποίο με βοήθησε να σπάσω το φράγμα και να βγω κι εγώ σ’ αυτό το χώρο με την αξίωση της κριτικής σας. Ευτυχώς, πορεύεται καλά. Τι ήταν αυτό που με έκανε να το γράψω; Δεν ξέρω. Ό,τι ήταν αυτό που με έκανε κάθε φορά να κλειστώ μέσα στο γραφείο μου και να εξελίξω μέσα μου και πάνω στα χαρτιά μου μια ιστορία που μου έκανε εντύπωση, ένα γεγονός που ήταν εναυσματικό για να γράψω κάτι και να μείνει, το οποίο στη συνέχεια μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα διήγημα ή μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα. Βέβαια, προς το παρόν υπάρχουν στα συρτάρια μου.

Δηλαδή γράφατε και από παλιότερα.

Βέβαια, δεν είναι τωρινή υπόθεση, όπως από πολύ παλιότερα, ακόμα πιο παλιά, γράφω ποίηση και ελπίζω να βγει στη φόρα κι αυτό… Είχα δισταγμό και είχα και μεγάλο τρακ. Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, μετά τη δικαίωσή μου και την αισιοδοξία που μου δημιούργησε αυτή η πρώτη επαφή με τον κόσμο και με τους ανθρώπους του χώρου μας, του χώρου των γραμμάτων εννοώ, ε, θα αποπειραθώ να βγάλω και την ποίηση.

Πώς κρίνετε τον τρόπο που αναδεικνύονται σήμερα οι καλλιτέχνες; Υπάρχουν πολλοί που αναδεικνύονται μέσω reality, οι δισκογραφικές εταιρείες τους προωθούν υπερβολικά, άλλοι ασχολούνται με το τραγούδι και την τηλεόραση, ενώ προέρχονται από τον χώρο του μόντελινγκ… Ποια είναι η γνώμη σας για όλα αυτά;

Κοιτάξτε, από όλα αυτά κινδυνεύω να χάσω τη δικαίωσή μου στα παιδιά που ήταν σπουδαστές μου, που αφιέρωσαν τρία χρόνια ζωής και εγώ προσπαθούσα να τους εμπνεύσω την ιερή μανία που λέγεται ψώνιο για δουλειά και για άθληση. Αντιλαμβάνεστε τώρα πόσο κόντρα έρχεται αυτή η προχειρότητα, αυτή η προκάτ διαδικασία για να βγει ένας άνθρωπος στο χώρο και να διεκδικεί μια επαγγελματική καταξίωση.

Και χωρίς να έχει και προσόντα πολλές φορές.

Τα προσόντα δεν είμαι σε θέση να τα κρίνω ούτε θα το σκεφτώ. Εκείνο, όμως, που κρίνω και που νομίζω ότι εκεί βρίσκεται και η ερώτησή σας είναι η διαδικασία όλης αυτής της ιστορίας, που νομίζω ότι διασύρει τη φιλοσοφία της σπουδής.

Είστε ευχαριστημένος από την κατάσταση του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης σήμερα στην Ελλάδα; Πώς τα κρίνετε αυτά σε σύγκριση με παλιότερα;

Να μην τα βάλουμε όλα σε ένα τσουβάλι. Βεβαίως, υπάρχει το παραθέατρο, υπάρχει ο παρακινηματογράφος, υπάρχει η παρατηλεόραση, δηλαδή υπάρχουν τα προϊόντα και τα υποπροϊόντα, τα οποία όμως δεν είναι μόνο σημερινή υπόθεση. Θα έλεγα ότι είναι πολύ παλιά. Σήμερα ίσως να είναι πιο εμφανής η κατάσταση αυτή λόγω της τηλεόρασης, που είναι ενδεικτικά μια ενασχόληση και μια ανάδειξη ευκολίας σ’ αυτήν την ιστορία και, όχι μόνο είναι κακό αυτό καθαυτό σαν δουλειά, αλλά είναι κακό και διότι δημιουργεί μια έλξη εσφαλμένη για τα παιδιά.

Εννοείτε τους θεατές ή αυτούς που ασχολούνται με την τηλεόραση;

Δεν εννοώ τους θεατές. Δηλαδή, είχαμε μια τεράστια προσέλευση στις κινηματογραφικές σχολές παιδιών που αντιλαμβάνεσαι ότι οι αποσκευές τους ήταν τέτοιες που απέβλεπαν κυρίως στην ευκολία της τηλεόρασης. Αυτό είναι μια κατασυκοφάντηση της δουλειάς μας. Η δουλειά μας θέλει βάσανο, η δουλειά μας θέλει χτύπημα, θέλει τάξιμο ζωής, πράγματα που η τηλεόραση δεν τα αξιώνει και τόσο πολύ.

Κύριε Αντωνόπουλε, μετά από χρόνια, όταν οι άνθρωποι θα σας φέρνουν στο μυαλό, με ποιον τρόπο θέλετε να σας θυμούνται;

Δεν το έχω σκεφτεί. Αυτό που με έχει απασχολήσει πάρα πολύ είναι το προφίλ μου ως ανθρώπου, ως πολίτη και ως συμπεριφοράς κοινωνικής, ιδεολογικής και ανθρωπίνων σχέσεων. Θέλω να έχω ένα καλό κοινωνικό προφίλ.

Συνέντευξη στη Χρυσάνθη Ιακώβου, Περιοδικό Alfa In Style, τ.8, 2007

Εύα Μαθιουδάκη-Κωστής Σχιζάκης

Η Εύα Μαθιουδάκη και ο Κωστής Σχιζάκης μιλούν στο vakxikon.gr για το βιβλίο τους "Ο Φταίχτης" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019), για την μεταξύ τους συνεργασία και για την ελληνική λογοτεχνία στον καιρό της κρίσης. 

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το vakxikon.gr

Μιλήστε μου για το βιβλίο σας που κυκλοφόρησε πρόσφατα -από τις Εκδόσεις Καστανιώτη- "Ο Φταίχτης".

Ε.Μ. Θα το χαρακτήριζα ως κοινωνικό δράμα "εποχής", εφόσον η δεκαετία του ’70 φαντάζει ακόμη και για εμάς τους μεγαλύτερους πολύ μακρινή. Πρόκειται για  πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που διαθέτει πολλά συστατικά κινηματογραφικής ταινίας και θα μπορούσε με μεγάλη ευκολία να μετατραπεί ακόμη και τηλεοπτική σειρά, χωρίς να υστερεί σε λογοτεχνική αξία καθώς μας λένε. Το ότι πρόκειται για μυθιστόρημα δυο συγγραφέων δημιουργεί τόσο προσδοκίες όσο και ερωτήματα, δεδομένου ότι από τη φύση της η συν-συγγραφή είναι δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα. Το πόσο επιτυχημένη είναι αυτή η προσπάθεια θα μας το πείτε εσείς και το αναγνωστικό κοινό.

Κ. Σ. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ σπουδαίο. Είναι ένας ποταμός, μια θάλασσα άλλοτε ήρεμη κι άλλοτε φουρτουνιασμένη που μπήκε στη ζωή μου απροσδόκητα κι ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα. Με συντάραξε η γραφή καθώς και η συνεργασία με την Εύα.  Ακόμα κι όταν ολοκληρώθηκε στο σημείο που προχώρησε η έκδοσή του δεν μπορούσα να απαλλαγώ απ' αυτό. Οι ήρωες του με βασάνιζαν κι ήθελαν να βγουν και να αιτιολογήσουν  ο καθένας τη δική του συμμετοχή, τη δική του αλήθεια, το δικό του τέλος. Ευτυχώς, τη δυναμική αυτή που με κατέκλυσε στην κυριολεξία την έβγαλα σε δύο ακόμα μυθιστορήματα αμέσως μετά. 

Το βιβλίο σας μοιάζει με ένα είδος "μωσαϊκού", όπου θίγονται θέματα κοινωνικά, ζητήματα ψυχικής υγείας, ερωτικά, υπαρξιακά, και όλα αυτά τοποθετημένα στην Ελλάδα του '70. Ο δικός σας στόχος ποιος ήταν; Να περιγράψετε μια εικόνα της Ελλάδας που έχει περάσει; Να γράψετε ένα μυθιστόρημα κοινωνικό; Να βρείτε ίσως τα ψυχολογικά αίτια πίσω από τις αντιδράσεις των ανθρώπων;

Ε.Μ. Όλα αυτά βέβαια που αναφέρετε βρίσκονται στο βιβλίο και πολύ σωστά το χαρακτηρίζετε ως μωσαϊκό. Ταιριάζει και στην δεκαετία του '70 ! Αλλά ξέρετε αυτό το περίβλημα, το περιτύλιγμα κτίστηκε σταδιακά, σχεδόν αυθόρμητα, για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, για να κλιμακώσει την πλοκή ή και να χαλαρώσει τον αναγνώστη. Όμως η βασική σκέψη ήταν να περιγράψουμε πώς μεταφέρεται το "κακό" από γενιά σε γενιά, πώς διαιωνίζεται μέσα από προσωπικά και οικογενειακά αδιέξοδα. Το ότι το μυθιστόρημα αποτυπώνει με ιδιαίτερο ρεαλιστικό τρόπο τη μετάβαση μιας αγροτικής κοινωνίας προς την αστικοποίηση της, αυτό βέβαια έθεσε το σωστό κοινωνικό πλαίσιο για να κινηθούν και οι ήρωες μας σε αυτό.

Κ. Σ. Όλα μαζί και το καθένα που θίγετε χωριστά. Και νομίζω ότι όλα αυτά ήρθαν στην επιφάνεια, δεν έχει σημασία με ποια σειρά,  θίχτηκαν δε με τον καλύτερο τρόπο στις σελίδες του βιβλίου. Βοήθησε πολύ ομολογουμένως στο εγχείρημα αυτό ο ρομαντισμός της Εύας που ταίριαξε απολύτως κι αλάφρυνε την ωμότητα των δικών μου περιγραφών. Πιστέψτε με ότι αυτό έγινε συνειδητά και οι αληθοφανείς σκηνές του δράματος, τουλάχιστον εμένα, με συγκλόνισαν σε μέγα βαθμό κατά τη διάρκεια της γραφής του. Σήμερα νιώθουμε μιαν ικανοποίηση διαπιστώνοντας ότι αυτό πέρασε στο αναγνωστικό κοινό που διάβασε τον "Φταίχτη" και το επικρότησε τελικά όπως δείχνουν οι συζητήσεις περί αυτού.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας; Και με ποιον τρόπο μπορούν να συνυπάρξουν δύο δημιουργοί σε μια τόσο …"ατομική" διαδικασία;

Ε.Μ. Δημιουργήσαμε θα έλεγα με τον Κωστή Σχιζάκη με σχετική ευκολία, τέμπο και δημιουργικό πνεύμα, τον βασικό κορμό του μυθιστορήματος, το οποίο σε δεύτερο στάδιο επιμελήθηκα και δούλεψα μόνη μου, δημιουργώντας συνδετικούς αρμούς όπου χρειάζονταν, σεβόμενη βέβαια τα κείμενα και το ύφος του Κωστή Σχιζάκη στο πλαίσιο του δυνατού. Βίωσα δηλαδή τη χαρά της πνευματικής γενναιοδωρίας και συνύπαρξης, αλλά και την αναπόφευκτη μοναχική πορεία της ενοποίησης και επεξεργασίας των κειμένων μας, πράγμα  απαραίτητο για ένα μυθιστόρημα. Μια διαδικασία που θα ήταν αδύνατο να γίνει από δύο συγγραφείς, λαμβάνοντας υπόψη μας και την θάλασσα που χώριζε τους δύο υπολογιστές μας, μιας και ο Κωστής ζει μόνιμα στην Κρήτη, ενώ εγώ πάλι την επισκέπτομαι σπάνια. 

Κ. Σ. Α ναι... Είναι απίστευτο. Ξέρετε, εγώ έχω ένα Μουσείο. Μια φωλιά στην Κρήτη, στο Ηράκλειο, όπου γίνονται διάφορα μαγικά πράγματα.  Συνήθως κάνω εκθέσεις ζωγραφικής.  Ανάμεσα στους επισκέπτες των εγκαινίων της έκθεσης με τίτλο "Έρως -Ήρως", ήταν και η Εύα μαζί με την παιδική μου φίλη που τη συνόδευε. Εκεί μου συστήθηκε ως συγγραφεύς κι από κει άρχισε η γνωριμία μας κι ακολούθησε η συνεργασία. Σε ό,τι αφορά την ατομικότητα της γραφής, θα έλεγα ότι δεν εθίγη στο παραμικρό. Δεν θα μπορούσε εξάλλου. Αφενός η απόσταση κι αφετέρου ο σεβασμός βοήθησαν την κοινή προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της. Το αποτέλεσμα το κρίνετε εσείς.

Σε ποια σημεία του βιβλίου μπορεί να "διαβάσει" κανείς την Εύα Μαθιουδάκη και σε ποια τον Κωστή Σχιζάκη;

Ε.Μ. Α, ο Κωστής συνεισέφερε σε πολλά. Κυρίως στην πλοκή, αλλά και στα πιο δύσκολα σημεία εντάσεως και κλιμάκωσης του έργου. Ο Κωστής έδωσε σημαντικές νατουραλιστικές πινελιές στο έργο, ενώ εγώ τις πλέον λυρικές. Το σημαντικό είναι ότι δέσαμε και καταφέραμε να φτάσουμε την ιστορία μας, που ξεκίνησε ως πείραμα, μέχρι το τέλος. Τον ευχαριστώ πολύ και από εδώ.

Κ. Σ. Η σωστή απάντηση είναι σε όλα. Κι αυτό το λέω μετά λόγου γνώσεως δεδομένου ότι  δε θα συνέχιζα κάτι από μόνος μου αν δεν λάμβανα το κείμενο που να προσδιορίζει την οποιαδήποτε συνέχεια του έργου από την Εύα. Ανεξαρτήτως αυτού αν θα ήθελε κάποιος να επιμείνει σε παρόμοιες διακρίσεις θα πρέπει να ξεχωρίσει το ύφος των κειμένων. Μόνον  σε αυτό μπορεί να διακρίνει κάτι. Ο ρομαντισμός, η τάση ή η ροπή αν θέλετε προς την λυρικότητα των περιγραφών, η λεπτομέρεια στην αφήγηση, είναι της Εύας. 

Πιστεύετε στον κοινωνικό ρόλο της λογοτεχνίας; Μπορούν τα βιβλία να διαμορφώσουν συνειδήσεις;

Ε.Μ. Μα βέβαια! Διάβαζα πρόσφατα την ρήση της Virginia Woolf ότι η βύθιση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο εξαλείφει το εγώ και μας ενώνει με αιώνια δεσμά με έναν άλλο νου… Ναι, αν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες του πάθους προς το βιβλίο, τότε τα βιβλία μπορούν να διαμορφώσουν συνειδήσεις, να αλλάξουν ακόμη και την πορεία της ίδιας μας της ζωής.  

Κ. Σ. Θα μπορούσα να το πιστέψω και να το υιοθετήσω ακόμα. Πόσα και πόσα βιβλία δε σμίλεψαν τη σκέψη μας και δεν παραδειγμάτισαν πολλές μας αποφάσεις. Δεν θα επεκταθώ. Είναι τεράστιο θέμα και θα μπορούσαμε να μιλάμε επί μέρες ολόκληρες.

Τι χρειάζεται η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Τοποθετώντας την μέσα στο παγκόσμιο λογοτεχνικό σύνολο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε ικανοποιητική ποιοτικά παραγωγή;

Ε.Μ. Χρειάζεται ίσως εξωστρέφεια και μια πιο οικουμενική επιλογή της θεματολογίας της. Δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού «Καινούρια μέρα», από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, που βραβεύθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματεύεται το περιθώριο: άστεγοι, μαφία, αλητεία, ναρκωτικά, νεοναζισμός. Θέματα που απασχολούν έντονα την παγκόσμια κοινότητα πέρα από τα λοιπά χαρίσματα του ίδιου του εξαιρετικού αυτού μυθιστορήματος. Αυτό βέβαια ως παράδειγμα, αν και θεωρώ ότι παραμένουμε μια εσωστρεφής κοινωνία, ασχέτως αν η παγκοσμιοποίηση έχει τρυπώσει από την πίσω πόρτα χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί.

Κ. Σ. Δύσκολο να απαντήσει κανείς. Ιδιαίτερα αν λάβει υπόψη του την σημερινή. Όχι, δεν πάει καλά. Καθόλου καλά. Δεν είναι το πλήθος των εκδόσεων, είναι το ανόητο σχεδόν των θεμάτων κι επιπροσθέτως το αδιάφορο. Ας προσθέσω και την έλλειψη γνώσεως της γραφής. Έχουν δημιουργηθεί ένα σωρό σχολές γραφής, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχω δει και κάποιο αποτέλεσμα που να με ενθουσιάσει ή έστω να πω ότι κάτι γίνεται καλύτερο. Δεν είμαι ευχαριστημένος.

Με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι έχει επηρεάσει η ελληνική κρίση τη λογοτεχνία; Όχι από άποψη πωλήσεων, αλλά από άποψη παραγωγής και θεματολογίας.

Ε.Μ. Η κρίση ενίσχυσε την παραγωγή νέων βιβλίων, κυρίως διηγημάτων ή και πολύ μικρών διηγημάτων (μπονζάι), περισσότερο ως κραυγή, ως διαμαρτυρία στα τόσα δύσκολα που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια και έφερε κατά την άποψη μου στο προσκήνιο νέους και πολλά υποσχόμενους συγγραφείς. Παρολ' αυτά δεν θεωρώ ότι υπάρχει λογοτεχνία της κρίσης, υπάρχει μόνο καλή και κακή λογοτεχνία.

Κ. Σ. Πιστεύω ότι τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν φτάσει στην επιφάνεια ακόμα. Ίσως τα δούμε στην επόμενη δεκαετία. Πρέπει να χωνευθούν αρκετά και η κρίση δεν έχει περάσει ακόμα. Πιστεύω ότι θα φτάσει στην ακμή της τα επόμενα δύο-τρία χρόνια. Δεν βλέπετε ότι ο τραπεζικός μηχανισμός  βρίσκεται πληγωμένος κι ως τρόπο επούλωσης ψάχνει στους πλειστηριασμούς να βρει γιατρειά; Δε βλέπετε τις μεθοδεύσεις που έκαναν οι προηγούμενοι κυβερνήτες κατ' εντολή τους συστήματος προκειμένου να αδρανοποιήσουν οποιαδήποτε αντίσταση κατ' αυτών επινοώντας τα ηλεκτρονικά συστήματα ώστε τα ακίνητα να αλλάζουν χέρι δίχως να καταλαβαίνει ουδείς το τι και πώς; Τώρα, όσον αφορά τους ρυθμούς των εκδόσεων, τι να σας πω… Ο χορός καλά κρατεί. Και έχει απ' όλους τους ρυθμούς η πίστα.

Σύμφωνα με έρευνες, οι Έλληνες δε διαβάζουν αρκετά! Πώς θα μπορούσε, κατά τη γνώμη σας, να αλλάξει αυτό -εφόσον θα είχε νόημα να αλλάξει;

Ε.Μ. Ναι, η μαγιά των ανθρώπων που διαβάζει είναι μικρή. Ότι στην νοοτροπία μας δεν είναι το βιβλίο με την έννοια ενός paperback που επιλέγουμε μαζί με την εφημερίδα μας, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο οπισθόφυλλο, λίγο πριν μπούμε στο τρένο, το λεωφορείο ή το αεροπλάνο, αυτό είναι βέβαιο. Φυσικά η κρίση, η τεχνολογία μέσω της εύκολης πρόσβασης σε εικόνα και ήχο επιδείνωσαν αυτή την πραγματικότητα. Και μια που από το σπίτι πολλοί λίγοι θα πάρουν αυτό το μικρόβιο της ανάγνωσης, μια πρόταση θα ήταν να εισαχθεί ως σχολική δραστηριότητα η δημιουργική ανάγνωση και όχι απαραίτητα μόνο με λογοτεχνικά αναγνώσματα αλλά σε πλέον διεπιστημονική βάση όπως: ιστορία, ιστορία της τέχνης, ή και φυσική και φιλοσοφία. 

Κ. Σ. Δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Θεωρώ ότι το έχεις ή δεν το έχεις.  Δεν είναι απλό να μετατραπείς σε αναγνώστη αν αυτό δεν σε ελκύει, αν δεν έχεις έφεση να το κάνεις. Υπάρχουν ευτυχώς οι φανατικοί αναγνώστες. Η φίλη μου στην Κρήτη διαβάζει ημερησίως τετρακόσιες σελίδες και τις θυμάται. Δε διαβάζει δηλαδή αφηρημένα διότι υπάρχει κι αυτό. Γονείς κυρίως και σχολείο μόνον μπορούν να διαμορφώσουν μια θετική άποψη περί του βιβλίου και γενικότερα της ανάγνωσής του.

Λογοτεχνικά σχέδια για το μέλλον;

Ε.Μ. Συνεχίζω τις μεταφράσεις κλασσικών γερμανικών ποιημάτων μιας ανθολογίας για έφηβους και προχωρώ ένα καινούριο μυθιστόρημα.

Κ. Σ. Ήδη είναι έτοιμες οι παιδικές ασθένειες και περιμένουν να λήξει ο ένας χρόνος από την κυκλοφορία του "Φταίχτη" για να πάρουν σειρά. Επίσης, βρίσκομαι στις διορθώσεις του Παλαιοπωλείου, το οποίο επίσης έχει ολοκληρωθεί δίχως να γνωρίζω πότε θα μπορέσει να δει το φως του. Ακόμα, διορθώνω μια μικρή σειρά ποιημάτων που άρχισα το περασμένο καλοκαίρι κι επεξεργάζομαι ακόμα την τελική τους μορφή. Οι στίχοι αυτοί αρχικά ήταν γραμμένοι στην ιταλική γλώσσα και συνόδευαν μια αρκετά μεγαλύτερη προσπάθεια εκ μέρους  μιας φίλης που θέλησε επίσης να συνεργαστούμε. Δυστυχώς διαφώνησα με την μεταφράστρια κι έκτοτε, απελευθερωμένος από τις απαιτήσεις της ρίμας, προχώρησα μόνος μου. Βλέπετε, είναι δύσκολο να ταιριάξεις με κάποιον στη γραφή και για τούτο είναι επίτευγμα η δημιουργία με την Εύα.

Θάνος Μικρούτσικος

«Στην μεγάλη κρίση η απάντηση είναι η τέχνη»

Συνέντευξη στη Χρυσάνθη Ιακώβου / Περιοδικό Ser-Free τ.4, Μάιος 2009

Κύριε Μικρούτσικε, διετελέσατε υπουργός πολιτισμού. Από τότε μέχρι τώρα τι έχει αλλάξει στο πολιτισμικό σκηνικό της Ελλάδας;

Έχουν δημιουργηθεί αρκετοί θεσμοί τα τελευταία δεκαπέντε-είκοσι χρόνια, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ξεκίνησαν από την δική μου εποχή, από την άλλη μεριά όμως μπορώ να πω ότι έχει βαθύνει μια κρίση σε πανευρωπαϊκή κλίμακα στον πολιτισμό και αυτό οφείλεται στην αλλαγή του τρόπου ζωής των ανθρώπων. Ο κόσμος συγκεντρώνεται στις μεγάλες πόλεις, οι μεγαλουπόλεις είναι τέτοιες που χάνεται ο συνεκτικός δεσμός των ανθρώπων. Πριν από εκατό-εκατόν πενήντα χρόνια ήταν αλλιώς, στη Βιέννη, στη Φλωρεντία, στο Παρίσι μπορούσε να γίνει τέχνη επειδή οι κάτοικοι είχαν έναν συνεκτικό δεσμό μεταξύ τους. Να φανταστείτε ότι η Πάτρα τον 19ο αιώνα όχι απλά είχε υποδομές, αλλά είχε δύο όπερες, ενώ τώρα σε όλη την χώρα υπάρχει μια. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε κοινό να παρακολουθεί. Το στοιχείο αυτό τώρα έχει αρχίσει να χάνεται. Μόνο σε κάποιες μικρές περιφερειακές πόλεις εξακολουθεί έστω χαλαρά να υπάρχει. Γι’ αυτό κι εγώ όταν ήμουν υπουργός επιχείρησα μια ανάπτυξη του πολιτισμού στην περιφέρεια. Αναφέρομαι στο εθνικό πολιτιστικό δίκτυο πόλεων, για την επίτευξη του οποίου επικοινώνησα με δημάρχους και έκανα καθημερινές συσκέψεις σε περιφερειακές πόλεις της Ελλάδας προσπαθώντας να βοηθήσω στη δημιουργία κάποιου θεσμού, όπως θα ήθελε η πόλη, με στόχο την εξακόντιση της σε πανελλαδική και ενδεχομένως σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Βασιζόμουν στον συνεκτικό δεσμό και στην ύπαρξη μιας ομάδας παθιασμένων ανθρώπων. Γι’ αυτό το σχέδιο δεν αφορούσε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και έγινε τελικά εφικτό σε κάποιες πόλεις, στην Καλαμάτα, στην Λάρισα, στο Ρέθυμνο, στην Κοζάνη, στη Βέροια, στην Κομοτηνή. Στις Σέρρες μάλιστα υπήρχε θετική ανταπόκριση, αλλά δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί. Ο πολιτισμός επομένως σήμερα υποχωρεί γιατί αλλάζει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, ή γιατί ασκεί πολύ μεγάλη επιρροή η εικόνα. Είναι εξάλλου φανερό πώς διαμορφώνουν τα ΜΜΕ την συνείδηση και την προτίμηση των ανθρώπων, προς την κατεύθυνση φυσικά του lifestyle και του χαμηλού γούστου. Παράλληλα με την υποχώρηση όμως υπάρχει κι ένα αντίβαρο, ότι είναι δημιουργημένοι και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα αρκετοί θεσμοί που σε μέσο όρο λειτουργούν, όπως είναι  το Μέγαρο Μουσικής, η Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ, η Όπερα, το Φεστιβάλ Αθηνών που θεωρείται από τα πέντε καλύτερα της Ευρώπης. Εγώ είχα προτείνει να υπάρχουν θεσμοί σε αρκετές πόλεις, ώστε να έχουμε ένα δίκτυο τέτοιων πραγμάτων.

Τα μουσικά δρώμενα στην Ελλάδα πώς τα κρίνετε;

Πιστεύω ότι στον χώρο του τραγουδιού υπάρχουν τρεις γενιές, που κρατάνε εξήντα χρόνια και αγγίζουν τον Νεοέλληνα, άλλοτε μειοψηφικά και άλλοτε πλειοψηφικά. Και πρόκειται για ένα τεράστιο διάστημα, δεν υπάρχει μουσική σχολή στην Ευρώπη με μεγαλύτερη διάρκεια από τη δική μας. Αυτή τη στιγμή βέβαια το lifestyle και το τραγούδι το εύκολο, το τυποποιημένο, φαίνεται ότι έχουν κερδίσει την μάχη, όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, στην λειτουργία έχει αλλάξει το θέμα. Μπορεί στις τηλεοράσεις να παίζουν 99 το lifestyle και 1 το άλλο, όμως στην κοινωνία δεν είναι αυτή η αναλογία. Οπότε να μην μπλέκουμε την λειτουργία με το “είναι” των πραγμάτων, γιατί είναι διαφορετικά. Και σε αυτό η απάντησή μου είναι κατευθείαν συνομιλία με τον κόσμο.

Έχετε ασχοληθεί και με πολιτικά τραγούδια. Κάποιοι έχουν την άποψη ότι η τέχνη δεν μπορεί ποτέ να είναι στρατευμένη. Εσείς τι απάντηση δίνετε σε αυτό;

Η απάντηση είναι αυτό που κρατώ σαν φυλαχτό από τον αγαπημένο μου φίλο, το δάσκαλό μου, Γιάννη Ρίτσο. Μου έλεγε «γράφε για ό, τι σε καίει, για έρωτα, για ένα πολιτικό ζήτημα, για τη μοναξιά, για ό, τι συναίσθημα σε πνίγει, γράψε. Αλλά πρόσεχε η φόρμα σου να είναι πάντα πρωτότυπη και σύγχρονη. Μόνο τότε θα το εξακοντίσεις στον χρόνο». Αυτό το κρατάω και το προσπαθώ συνεχώς, ως πρόθεση τουλάχιστον. Ως αποτέλεσμα θα δείξει. Το ζήτημα είναι να προσπαθείς να είσαι σύγχρονος, να κοιτάς προς το μέλλον, να μην μιμείσαι το παρελθόν, τότε νομιμοποιούνται όλα. Δεν θα νομιμοποιούνταν η στρατευμένη τέχνη αν επί της ουσίας μετέφερε ένα πολιτικό μήνυμα. Αν όμως πολιτικά έργα έχουν μετουσιωθεί σε τέχνη, είναι αλλιώς. Ποιος θα μπορούσε να πει κάτι για τον Λόρκα, τον Μαγιακόφσκι, το «Μέρες του '36» του Θόδωρου Αγγελόπουλου; Άρα, οτιδήποτε μπορεί να είναι στρατευμένο στον αγώνα ή στον έρωτα, το θέμα όμως είναι η μετουσίωση σε ένα υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικό γεγονός.

Ασχολείστε μεταξύ άλλων με μελοποιημένη ποίηση. Τι θέση μπορεί να έχει η ποίηση και ο καλλιτέχνης γενικά σε μια κοινωνία όπως η σημερινή;

Νομίζω ότι ο μόνος δρόμος σε μια κοινωνία σαν τη σημερινή είναι η τέχνη. Ακριβώς σε στιγμές κρίσης ο πολιτισμός και η τέχνη είναι δρόμος. Και αυτό που φωτίζει αυτόν τον δρόμο είναι η μεγάλη ποίηση. Δηλαδή δεν μπορεί να μην καθοδηγηθούμε από τον Καβάφη, από τον Ρίτσο, από τον Ρεμπώ, σε μια εποχή κρίσης αξιών ή οικονομίας. Τότε είναι που μας χρειάζονται αυτά. Στην μεγάλη κρίση η απάντηση είναι η τέχνη. Γιατί αυτή βοηθάει την ανάπτυξη ενός ανθρώπου, είναι το χνάρι ενός ανθρώπου και η ζώσα ιστορία του. Και δεν το λέω επειδή είμαι καλλιτέχνης, το λέω επειδή είμαι σκεπτόμενος άνθρωπος.

Τι είναι αυτό που έχει δημιουργήσει αυτήν την γενικότερη κρίση στην Ελλάδα και ποια είναι η απάντηση για την έξοδο από αυτήν;

Νομίζω ότι αυτός ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός μιας τέτοιας κοινωνίας, όπου αναπαράγονται αξίες του Εγώ και του Υπερεγώ έναντι του συλλογικού Εμείς, όπου τα πάντα είναι το άγριο κυνήγι του χρήματος από το οποίο προέκυψε και η οικονομική κρίση, όπου όλες οι αξίες του ανθρωπισμού και του ουμανισμού έχουν υποχωρήσει, είναι οι αιτίες αυτής της βαρβαρότητας που ζούμε. Παράλληλα με τη βαρβαρότητα που αφορά στον πόλεμο στο Ιράκ ή στη Γιουγκοσλαβία, υπάρχει και η καθημερινή που βιώνουμε, αυτή η εκτόξευση του χυδαίου από το πρωί μέχρι το βράδυ. Και μπορεί η τηλεόραση να μην διαμορφώνει συνειδήσεις σε ανθρώπους που έχουν πάρει ισχυρές βάσεις, αλλά διαμορφώνει την συντριπτική πλειοψηφία. Αυτό που θα πρέπει να γίνει είναι ο καθένας από εμάς να προσπαθήσει να δημιουργήσει μια νησίδα αναπνοής. Κι αν αυτό το κάνουμε όλοι όσοι συνειδητοποιούμε πώς έχει η κατάσταση, τότε οι νησίδες αυτές μπορεί να ενωθούν και αρκετοί άνθρωποι να αναπνέουμε ελεύθερα. Κι όταν αναπνέουμε ελεύθερα πολλοί, τότε μπορεί και να αλλάξει η κατάσταση.