«Δαιμονισμένες» της Ξένιας Καλαϊτζίδου (Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2024) - κριτική βιβλίου

Ένα μανιφέστο, μια σκληρή και ηχηρή αποτύπωση του κόσμου μας
Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το Fractal
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να γράψει κανείς ποίηση, στην περίπτωση της Ξένιας Καλαϊτζίδου οι λόγοι αυτοί είναι πιο καθαροί, πιο διάφανοι, πιο ειλικρινείς. Η Ξένια Καλαϊτζίδου χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία -είτε την ποίηση είτε το πεζό, το συγκεκριμένο βιβλίο τα έχει και τα δύο- για να κάνει ένα κατηγορώ, για να περιγράψει όλα τα άσχημα που συμβαίνουν γύρω μας, για να αποτυπώσει και να μεταφέρει μια αλήθεια, αλήθεια όχι μόνο δική της, αλλά και δική μας, γιατί τα όσα περιγράφει όντως συμβαίνουν, όντως ισχύουν και γι’ αυτό πετυχαίνουν τον αναγνώστη κατευθείαν στην καρδιά. Όπως λέει και η ίδια σε κάποιο σημείο του βιβλίου της «επιχειρεί μια σπουδή πάνω στη σκληρή τρυφερότητα». Αυτό είναι οι «Δαιμονισμένες», ένα μανιφέστο, μια σκληρή και ηχηρή αποτύπωση του κόσμου μας, όπου το προσωπικό και το υπαρξιακό συνδέονται με το κοινωνικό, το πολιτικό, το ιστορικό.
Είναι σκοπός της Ξένιας να προκαλέσει; Πιθανότατα ναι. Να ταρακουνήσει τον αναγνώστη; Αναμφίβολα. Η ποιήτρια δεν πιστεύει απαραίτητα ότι μετά την ανάγνωση του βιβλίου θα αλλάξει κάτι στον κόσμο, αλλά ο λόγος της είναι τόσο ουσιαστικός και τόσο ρεαλιστικός και πηγάζει από τόσο βαθιά που πετυχαίνει τον υπέρτατο σκοπό της τέχνης: να επικοινωνήσει μαζί μας, να μας αποκαλύψει μια αλήθεια και να θέσει ερωτήματα. Απαντήσεις δεν υπάρχουν, αλλά τα ερωτήματα είναι πάρα πολλά και ύψιστης σημασίας και μένουν στο μυαλό του αναγνώστη αρκετό καιρό αφότου αφήσει το βιβλίο στην άκρη.
Η Ξένια ξέρει να χρησιμοποιεί τις λέξεις και να αξιοποιεί τη δύναμή τους. Η πρώτη πρόκληση που θέτει βρίσκεται ήδη στον τίτλο, «Δαιμονισμένες», δίνοντας ένα γυναικείο, αν θέλετε, στίγμα στη συλλογή και θέτοντας τον φρενήρη ρυθμό των κειμένων που ακολουθούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ενότητες του βιβλίου: «Καρχηδόνα», η πόλη που καταστράφηκε από τους Ρωμαίους και η Διδώ που εγκαταλείφθηκε από την Αινεία, αυτός ο συνειρμός δημιουργήθηκε στο μυαλό μου, «Κίνημα» γιατί το βιβλίο της Ξένιας είναι γεμάτο από κοινωνικές αδικίες, αγώνες και διαμαρτυρίες σε ένα περιβάλλον σαθρό, «Εκείνες» γιατί το βιβλίο ασχολείται ιδιαίτερα με εκείνες, με τις γυναίκες, με τη βία που υφίστανται σε έναν κόσμο που δεν είναι ασφαλής για αυτές, «Έξοδος» η τέταρτη και τελευταία ενότητα, παρόλο που στον ποιητικό κόσμο της Ξένιας Καλαϊτζίδου μοιάζει να μην υπάρχει έξοδος, οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στα αδιέξοδά τους και η κοινωνία φαίνεται πως είναι αδύνατον να αλλάξει.
Υπάρχει διαρκώς ένα τέτοιου είδους δίπολο στο βιβλίο: από τη μια είναι ο άνθρωπος, ο οποίος βουλιάζει κάτω από το βάρος της ίδιας του της ύπαρξης καθώς αναζητά απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, από την άλλη είναι η κοινωνία, η οποία είναι διεφθαρμένη και λάθος δομημένη που περιορίζει αντί να απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το αίσθημα αυτό του περιορισμού και της ανελευθερίας, είτε από την κοινωνία είτε από το στενό περιβάλλον, επανέρχεται συνεχώς σε διάφορα σημεία του βιβλίου. «Είμαι στο δωμάτιο με το άσπρο ταβάνι / χαμηλό πάντα, ώστε το δικαίωμα στην ελπίδα να κάθεται φρόνιμα».
Η ποιήτρια δεν συγχωρεί την κοινωνία, δεν ξεχνά τα λάθη που γίνονται εν ονόματι ενός καθεστώτος, τις αδικίες που συμβαίνουν καθημερινά και συστηματικά. «Αυτοί που δεν χρήζουν συγχώρεσης είναι οι θεσμοί» λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εμφανίζεται και η έννοια της πατρίδας. Πίσω από τους στίχους κρύβεται μια αποδοκιμασία, μια πίκρα, ένα κατηγορώ, πολύ λεπτά και μεθοδικά τοποθετημένα, αλλά και με πολύ θάρρος. Το θάρρος είναι ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του βιβλίου, η ποιήτρια δεν φοβάται τις λέξεις, δεν φοβάται να γίνει δυσάρεστη, δεν φοβάται να μιλήσει χωρίς περιστροφές για τα πιστεύω της.
Η μεγάλη γιορτή Ι
Το πρόσωπο της δυστοπίας
είναι χρόνια απαράλλαχτο
ξυρισμένο κόντρα
σχεδόν αρυτίδωτο
γυαλιστερό από καλοζωία,
χαμογελάει στις εκδρομές στο εξωτερικό
σε γάμους και βαφτίσια
σε στρατιωτικές επιδείξεις ανάμεσα
κι άλλες παλιές δόξες του Κόμματος,
χαϊδεμένο αδρά από πληρωμένες και ομήρους
τιμημένο από παράγοντες και από νέο αίμα
αλειμμένο με ιδεολογία
γαλουχημένο στα δύο πρωτόγονα ένστικτα
εξασκημένο στην ίντριγκα
συνεπές στην επιτήρηση,
κάθε μέρα βασιλεύει στο χοιροστάσιο,
νοσταλγώντας τον χαρούμενο μπαλτά τυλιγμένο με λάβαρο,
προάγοντας σώματα εθισμένα στην ανάγκη
τα λουσμένα εφ’ όρου ζωής με κρύο ιδρώτα
που παλεύουν να βγουν από το μιαρό τους δέρμα,
υμνώντας τον αρχηγό με την ατσάλινη καρδιά,
κατακρεουργώντας ό,τι προφτάσει,
παριστάνοντας το μπαλέτο πάνω σε κρέατα,
ελπίζοντας εις ανώτερα:
ω, μεγάλη γιορτή!
Η ποίηση της Ξένιας είναι ολόφωτη και ξεκάθαρη ως προς τις ιδέες που θέτει και ως προς τον τρόπο που τις θέτει, αλλά η ουσία του λόγου της είναι σκοτεινή, πεσιμιστική ίσως, ή είναι απλώς ρεαλιστική. «Αρχίζουμε / τελειώνουμε / με φόβο θανάτου». Έχει μια ορμή ο λόγος της, έναν εκκωφαντικό ρυθμό με λέξεις έντονες και σαρωτικές. Το κάθε ποίημα, το κάθε κείμενο, μοιάζει με ένα ποτάμι, αναβλύζει από βαθιά, κυλά ορμητικά και καταλήγει σε μια θάλασσα, όπου υπάρχει η ελπίδα ότι τα λόγια αυτά θα εισακουστούν.
Ένα στοιχείο πολύ ενδιαφέρον στις «Δαιμονισμένες» είναι ο άλλος, ο άλλος άνθρωπος, ο τρόπος που αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. «Την απουσία ερωτευόμαστε πάντα. / Και όταν το μηδέν γίνει ένα, δεν αντέχουμε το φως του. / Αν πας να με σώσεις, θα γίνεις η δικτατορία μου. / Το πού βρισκόμαστε αδιάφορο. Δεν έχει σύνορα η κόλαση του εαυτού». Η ποιήτρια αναγνωρίζει την ανάγκη που έχουμε για τον άλλον άνθρωπο, αλλά η σχέση αυτή μοιάζει να μην ολοκληρώνεται. Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, πρέπει μόνοι μας να βγούμε από το προσωπικό μας αδιέξοδο.
Υπάρχει ένας ωραίος αραβικός μύθος σε κάποιο σημείο του βιβλίου, η ιστορία αγάπης της Λέλα και του Ματζνούν, παρόμοια με την πιο γνωστή σε εμάς ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ακόμη λοιπόν και στον έρωτα, στον μύθο που επιλέγει να παραθέσει και να σχολιάσει η ποιήτρια, η επικοινωνία είναι σχεδόν αδύνατη. Οι άνθρωποι στις «Δαιμονισμένες» δεν επικοινωνούν ουσιαστικά, υπάρχει μια απομόνωση, μια διστακτικότητα, μια αδράνεια.
Ο καταγγελτικός λόγος της Ξένιας Καλαϊτζίδου έχει σχεδόν πάντα ως στόχο την κοινωνία στην οποία ζούμε. «Το οικοδόμημα που κατοικούμε, ποτίζοντας τις γλάστρες των ποικίλων δικαιωμάτων, στέκει πάνω σε άψυχα σώματα πολλών αθώων των δίχως επιλογή». Ο κόσμος μας είναι άδικος και υπάρχει μια υποκρισία όταν παλεύουμε για δικαιώματα από τη στιγμή που όλα βασίζονται στην εκμετάλλευση. Η ποιήτρια δεν μας δίνει ελπίδα, δεν φαίνεται πως αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει.
«Και ύστερα έλα πες μου για τραύματα / για όνειρα μη μου πεις». Ούτως ή άλλως, τα όνειρα δεν φαίνεται να πραγματοποιούνται στο ποιητικό σύμπαν της Ξένιας. Είμαστε τα τραύματα μας, λιγότερο τα όνειρά μας. Κι εδώ έρχεται η λογοτεχνία, όχι για να μας γιατρέψει ή για να επουλώσει τις πληγές, αλλά για να μας δώσει φωνή και βήμα. Η ποίηση της Ξένιας είναι ένας χώρος ανοιχτός, όπου τα τραύματα καταγράφονται, αποκαλύπτονται, βγαίνουν προς τα έξω και βρίσκουν ακροατές. Αυτός φαίνεται να είναι και ο απώτερος σκοπός της ποιήτριας, να καταγράψει αυτά που πρέπει να ειπωθούν και να μεταφέρει μια αλήθεια, χωρίς εξωραϊσμούς.
Σε ολόκληρο το βιβλίο, όπως εξάλλου υποδεικνύει και ο τίτλος, υπάρχει διαρκώς η γυναίκα, η γυναίκα που καταπιέζεται, που περιορίζεται, που πνίγεται, που αδικείται, σε έναν κόσμο που δεν της παρέχει ασφάλεια και την εμποδίζει να ολοκληρωθεί. Η Ξένια Καλαϊτζίδου μιλά ανοιχτά και θαρραλέα για τη γυναικεία κακοποίηση και για την έμφυλη βία, για τα πορνεία, για βιασμούς, για εμπόριο λευκής σαρκός – όλα αυτά όχι τόσο από τη σκοπιά των ίδιων των γυναικών, αλλά από τη μεριά του συστήματος. Δεν στέκεται τόσο στο γυναικείο τραύμα όσο στο περιβάλλον, που αντιμετωπίζει το τραύμα αυτό με λάθος τρόπο, διαιωνίζοντας το πρόβλημα. Αυτό είναι εξάλλου και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης της Ξένιας, να συνδυάζει άρρηκτα το προσωπικό με το κοινωνικό ή το πολιτικό, σαν να πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιους νομίσματος.
Φεμινισμός στα σόσιαλ
[…] Νεανίδες που εισήλθαν με ζέση στον δρόμο της πολιτικής γυναικείας χειραφέτησης, με ευφάνταστα πολύχρωμα φυλλάδια συμβουλεύουν θύματα οικογενειακής βίας να καλούν την αστυνομία. / Είχα επισκεφτεί αρκετές φορές εκείνο το αστυνομικό τμήμα στα δυτικά, όπως και τα δικαστήρια. Πέρασε ένας χρόνος -μπορεί και δύο, έχω κενά- από την άκαρπη εκείνη προσπάθεια και διάβασα στις ειδήσεις ότι ο αξιωματικός εκεί σκυλόβρισε μια γυναίκα που ήρθε ξυλοκοπημένη από τον σύζυγό της και «καλά της έκανε». Δεν έμαθα τη συνέχεια και λυπάμαι γι’ αυτό. Αλλά δεν έπεσα από τα σύννεφα. / Όσα είπαμε παλιά ισχύουν, το κράτος είναι μαφία και ούτε ο Οιδίπους επί Κολωνώ δεν το ξεπλένει. Αν και αυτούς δύσκολα τους βλέπω να βγάζουν τα μάτια τους, δεν έχουν καιρό για κάθαρση, εξασκούνται επιμελώς στον βασανισμό των θυμάτων. […]
Η ποίηση της Ξένιας Καλαϊτζίδου είναι σύγχρονη, είναι απευθείας βγαλμένη από την εποχή μας, πιάνει με απόλυτη ακρίβεια τον σφυγμό του καιρού μας και αντικατοπτρίζει τα μεγάλα προβλήματα του σημερινού ανθρώπου. Την ίδια στιγμή καταφέρνει να έχει μια απίστευτη διαχρονικότητα στις ιδέες που εκφράζει, γιατί σε τελική ανάλυση οι κοινωνικές παθογένειες και τα υπαρξιακά ζητήματα είναι πέρα από τον χρόνο και τον χώρο, δεν αλλάζουν, αλλάζει ίσως ο τρόπος που εμείς τα αντιμετωπίζουμε. Και οι «Δαιμονισμένες» είναι ακριβώς αυτό: ο τρόπος που επιλέγει η Ξένια να σταθεί απέναντι στα προβλήματά μας, να τα επεξεργαστεί, να τα αναλύσει και να ανοίξει τελικά έναν μεγάλο διάλογο. Αυτό είναι το πραγματικό κέρδος της ποίησης, αυτός είναι ο βαθύτερος σκοπός της τέχνης, και οι «Δαιμονισμένες» το πετυχαίνουν αυτό, φυτεύουν τον σπόρο, ανοίγουν τον διάλογο και σε αφήνουν πιο υποψιασμένο στο τέλος του βιβλίου.