Αμάντα Μιχαλοπούλου

"Αυτό που χρειάζεται η σημερινή κοινωνία είναι επιστροφή στη γλώσσα, στην πεποίθηση ότι μέσω της γλώσσας αλλάζει ο κόσμος"

 

Πείτε μου λίγα λόγια για το νέο σας μυθιστόρημα, "Μπαρόκ", που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Είναι μια μυθιστορηματική αναζήτηση του εαυτού ή μάλλον των εαυτών που μας απαρτίζουν. Μια γυναίκα που μικραίνει αντί να μεγαλώνει επιλέγει πενήντα επεισόδια από τη ζωή της που συνδέονται οργανικά μεταξύ τους και κατεβαίνει από τα πενήντα της χρόνια ως την εφηβεία της κι ως το πρώτο μπουσούλημά της στο κτήμα των παππούδων της. Και τελικά ξαναχώνεται στην κοιλιά της μαμάς της.

Τι καινούργιο θεωρείτε ότι προσθέτει το "Μπαρόκ" στη βιβλιογραφία σας;

Είναι ένας ακόμη τρόπος να μιλήσω για ζητήματα ταυτότητας. Ο τρόπος αλλάζει, όχι η έμμονη ιδέα. Ανέκαθεν έγραφα για το ποιοι είμαστε, ιδίως όταν νομίζουμε ότι ξέρουμε ποιοι είμαστε, ενώ στην πραγματικότητα ο εαυτός που παρουσιάζουν οι ήρωες της λογοτεχνίας, αλλά και οι αληθινοί άνθρωποι, είναι ένα τσιμεντωμένο κατασκεύασμα. Χρειάζεται μεγάλες περιπέτειες -αληθινούς σεισμούς- για να σπάσει.

Ποια ανάγκη σας ικανοποιεί η συγγραφή του "Μπαρόκ" - δεδομένου ότι το βιβλίο έχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία;

Αν μιλήσω υφολογικά θα πω για την ανάγκη πειραματισμού με τη γλώσσα. Πώς μιλάει μια γυναίκα που μικραίνει, που χάνει στρώματα γλωσσικής εμπειρίας; Όσο για τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, επιμένω ότι η αυτοβιογραφία υπάρχει παντού και πουθενά, στις μεγάλες μυθοπλασίες, στην ποίηση, ακόμη και στα δοκίμια που γράφουμε. Αν η Ρεμπέκα Σόλνιτ δεν είχε συναντήσει σε ένα πάρτι τον άντρα που νόμιζε πως τα ξέρει όλα, δεν θα είχε γράψει το σπαρταριστό “Men explain things to me”. Η εμπειρία αλλά και η φαντασίωση (που είναι επίσης εμπειρία κατά τη γνώμη μου) βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ενδιαφέρουσας αφήγησης. Οι καλοί συγγραφείς, ακόμη κι όταν γράφουν για το Βυζάντιο ή τους Ίνκας, παραχώνουν στην αφήγηση στρώματα εμπειρίας δικής τους.

Τι θεωρείτε πως λείπει αυτή τη στιγμή από τα ελληνικά γράμματα; Τι είναι αυτό που χρειάζεται από άποψη λογοτεχνίας η σημερινή κοινωνία;

Τίποτα δε λείπει. Και ταυτόχρονα όλα λείπουν. Με αυτή την έννοια υπάρχει χώρος για πειραματισμό, για καινούργια κείμενα και ιδέες. Αυτό που χρειάζεται η σημερινή κοινωνία είναι επιστροφή στη γλώσσα. Στη σημασία και την αξία της γλώσσας. Στην πεποίθηση ότι μέσω της γλώσσας αλλάζει ο κόσμος.

Τι είδους αλληλεπίδραση οφείλει να έχει ο συγγραφέας με την κοινωνία στην οποία ζει; Έχει χρέος να αναλάβει κάποιον ρόλο ως πνευματικός άνθρωπος;

Να γράφει ήσυχα -ή λιγότερο ήσυχα- τα βιβλία του. Να κάνει ό, τι καλύτερο μπορεί όταν γράφει. Και όταν δεν γράφει.

Τι είναι αυτό που δεν έχετε βγάλει ακόμα στην επιφάνεια ως συγγραφέας; Υπάρχουν ευσεβείς συγγραφικοί πόθοι;

Ξέρω πως υπάρχει ένα πηγάδι, σε όλους μας άλλωστε. Τώρα τι θα τραβήξεις, πόσο τυχερός θα είσαι, είναι το μεγάλο μυστήριο. Νομίζω πως θα γράψω καλύτερα στο μέλλον. Έχω καταλάβει κάποια πράγματα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος, η γλώσσα. Κάθε μέρα μαθαίνω. Και ξεμαθαίνω. Είναι απαραίτητο να ξεμάθεις για να εγκατασταθούν νέες συνήθειες, νέες λέξεις και τρόποι.

Ποιος σκοπός κρύβεται πίσω από την συγγραφή ενός βιβλίου; Θέλετε να κάνετε μια δήλωση, να εκφράσετε μια κοσμοθεωρία ή πρόκειται απλώς για εσωτερική ανάγκη;

Η έκφραση εσωτερική ανάγκη με κάνει πάντα να γελάω, επειδή μου θυμίζει χομπίστα. Δεν έχω πρόβλημα με τους χομπίστες, απλώς παίρνω τη λογοτεχνία πολύ σοβαρά. Το βιβλίο γράφεται κάθε φορά επειδή γράφεται. Επειδή δε γίνεται αλλιώς. Στη δική μου περίπτωση δε συμβαίνει βάση σχεδίου. Υπάρχει μια ενόχληση, ένας πόνος (μερικές φορές κυριολεκτικός σωματικός πόνος) που μαλακώνει όταν βρω τον πυρήνα, ο οποίος είναι σχεδόν πάντα μια υπαρξιακή ερώτηση υπό μορφή πλοκής.

Πόσο και με ποιον τρόπο θεωρείτε πως έχει συμβάλει η συγγραφή στη διαμόρφωση της προσωπικότητας σας; Ποια ήταν η Αμάντα Μιχαλοπούλου όταν εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο και ποια είναι η Αμάντα Μιχαλοπούλου σήμερα;

Ήμουν πάντα συγγραφέας χωρίς βιβλία. Όταν κοιτούσα το χαλί στο σαλόνι μας και έφτιαχνα ιστορίες. Όταν έγραφα εκθέσεις ή ποιήματα στο Γυμνάσιο. Όταν έγραφα άρθρα δημοσιογραφικά και ονειρευόμουν ότι θα μετατρέψω το ρεπορτάζ σε διήγημα. Νομίζω ότι το "Μπαρόκ" εξερευνά με πλάγιους αλλά και ευθύτατους τρόπους το ερώτημα που θέτετε.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια;

Μια νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Λοξοκοιτάω, πότε προς το ένα, πότε προς το άλλο. Προς το παρόν διαβάζω αρκετά, επειδή το μυθιστόρημα είναι αρχαιοελληνικό, έχει πολλή έρευνα…

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το 45ο τευχος του vakxikon.gr

Αύγουστος Κορτώ

Είστε ένας από τους πλέον γνωστούς Έλληνες συγγραφείς. Πώς θεωρείτε ότι συνέβη αυτό; Είναι αρκετά δύσκολο να γίνει κανείς τόσο γνωστός στο χώρο της λογοτεχνίας.

Είναι θέμα συγκυριών. Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα σχεδόν 20 χρόνια πριν, το 1999. Τα πρώτα 13-14 χρόνια είχα ένα πολύ μικρό αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό, το οποίο όταν έβγαλα "Το βιβλίο της Κατερίνας" μεγάλωσε απότομα. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό. Εξάλλου, τα μπεστ σέλερ δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις, δεν είχα ιδέα τι θα ακολουθούσε.

Το αναγνωστικό σας κοινό εκφράζει πολύ έντονα την αγάπη του προς εσάς. Πώς σας κάνει αυτό να αισθάνεστε;

Πολλά βιβλία μου έχουν αυτοβιογραφικό περιεχόμενο, είμαι και αρκετά δραστήριος στα social media, οπότε πολλοί άνθρωποι έχουν την αίσθηση ότι με γνωρίζουν -και ορθώς την έχουν, γιατί όντως με γνωρίζουν ως ένα βαθμό. Είναι πολύ γλυκό, πολύ συγκινητικό, πολύ ευχάριστο όλο αυτό.

Ο μεγαλύτερος συγγραφικός σας φόβος;

Υποθέτω όλοι οι συγγραφείς φοβούνται μη στερέψουν, αλλά το writer's block είναι κάτι που καταπολεμάται -με το διάβασμα φυσικά.

Αν δεν είχατε γίνει συγγραφέας, τι θα είχατε γίνει;

Δεν ξέρω. Ξεκίνησα να σπουδάζω ιατρική, άρα θα μπορούσα να είχα γίνει γιατρός. Αλλά η δουλειά του γιατρού μού φαινόταν τρομακτικά υπεύθυνη και στρεσογόνα, από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι, παρόλο που η ιατρική είναι μια μαγική επιστήμη, δε θα γινόμουν ποτέ καλός γιατρός. Πραγματικά, η Ελλάδα και η ανθρωπότητα δε χρειάζεται τέτοιους γιατρούς!

Η θέση του συγγραφέα είναι υπεύθυνη; Έχει κοινωνικό χρέος ο συγγραφέας;

Όχι. Δε θεωρώ ότι διαμορφώνουμε συνειδήσεις, δεν ισχύουν αυτά τα βαρύγδουπα που λέγονται… Απλώς βοηθάμε κάποιους ανθρώπους να περνάνε πιο ευχάριστα και δημιουργικά, μέχρι εκεί.

Εσάς τι σας προσφέρει η συγγραφή;

Είναι το παιχνίδι μου. Ένα ιδιωτικό παιχνίδι, κατά το οποίο σκαρφίζομαι κάθε φορά ένα καινούργιο βιβλίο. Είναι σαν ένα παζλ που λίγο-λίγο ολοκληρώνεται στα χέρια σου, είναι εθιστικό και απολαυστικό. Από την άλλη βέβαια είναι και πολύ κουραστικό και χρειάζεται πειθαρχεία, πρέπει κάθε μέρα να κάθεσαι κάποιες ώρες και να γράφεις.

Μακροπρόθεσμα πώς βλέπετε τον εαυτό σας ως συγγραφέα;

Το μόνο μέλλον που σκέφτομαι είναι το εγγύς, αύριο, μεθαύριο… Δεν κάνω σχέδια.

Συγγραφικά, τι είναι αυτό που υπάρχει μέσα σας και δεν το έχετε εκφράσει ακόμα;

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν έχω εκδώσει ακόμα. Κάποια από αυτά ίσως εκδοθούν, κάποια όχι...

Αναδημοσίευση απο το το περιοδικο vakxikon.gr

Χρήστος Θηβαίος

Το να συζητάς με τον άνθρωπο που τραγούδησε το «Μικρή Πατρίδα» και το «Πόσο πολύ σ’ αγάπησα» -τραγούδια που σε κυνηγάνε από τα χρόνια της εφηβείας και σε κάνουν ακόμη και τώρα να ανατριχιάζεις- είναι ευχάριστο, είναι ίσως και συγκινητικό. Το να διαπιστώνεις όμως ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ πιο συμπαθής και ενδιαφέρων από όσο είχες φανταστεί, είναι κάτι περισσότερο από έκπληξη και ενθουσιασμός. Γιατί γνωρίζοντας έναν καλλιτέχνη από κοντά, ή που θα απογοητευτείς ή που θα τον αγαπήσεις εις διπλούν. Και –ευτυχώς- με τον Χρήστο Θηβαίο συνέβη το δεύτερο.

Ο Χρήστος Θηβαίος, με το φουλάρι του, τα μακριά του μαλλιά, με την κιθάρα του κάπου ακουμπισμένη στο δωμάτιο, με υποδέχτηκε με τέτοια φιλικότητα και με τόσο πλατύ χαμόγελο, που με έκανε να ξεστομίσω μόλις τον είδα «Χρήστο θα μου συγχωρέσεις που θα σου μιλάω στον ενικό, αλλά ακούω τόσα χρόνια τα τραγούδια σου που είναι σαν να γνωριζόμαστε». Κούνησε αμέσως θετικά το κεφάλι του. «Μα φυσικά».

Με το που ξεκινήσαμε, μου ήρθε πολύ έντονα στο μυαλό μια δήλωση που έχει κάνει, ότι τις Σέρρες τις βλέπει ως πατρίδα του.

«Μια μικρή πατρίδα, ναι», συμφώνησε κατευθείαν μόλις το ανέφερα. «Γιατί έχω όλα αυτά τα χρόνια φιλία με τον Γιώργο Ανδρέου, όχι μόνο επί σκηνής αλλά και εκτός σκηνής. Είμαστε φίλοι. Μπορεί να τηλεφωνηθούμε στις πέντε το πρωί και να μιλήσουμε για τις οικογένειες μας ή να ονειρευτούμε ένα ταξίδι στο Παρίσι. Και αυτό βγαίνει και προς τα έξω, λειτουργούμε πολύ ιδιαίτερα όταν είμαστε οι δυο μας επί σκηνής».

Έχοντας συνηθίσει να συνδυάζουμε τους καλλιτεχνικούς κύκλους με ανταγωνισμούς, μικροκακίες και ζήλεια, ακούγονται πολύ ωραία αυτά τα λόγια από το στόμα του Χρήστου Θηβαίου. Πριν βιαστώ να βγάλω συμπεράσματα, αναρωτιέμαι αν πιστεύει ότι μπορούν όντως να σταθούν πραγματικές φιλίες στον χώρο αυτό.

«Προτού σου απαντήσω θετικά ή αρνητικά, καταρχήν το εύχομαι. Και νομίζω ότι υπάρχουν. Όπως επίσης άλλοι δυο φίλοι μου που τους νιώθω πλέον σαν οικογένεια μου είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Γιάννης Χαρούλης. Δεν μπορώ να σκεφτώ την πορεία μου αν δεν τους είχα γνωρίσει. Και εκτός από αυτούς έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη –που είναι οικογένεια μου και επίσημα πλέον- ο Θάνος Μικρούτσικος. Φίλος είναι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Γενικότερα έχω συναντήσει σε αυτήν την πορεία ότι όλοι είμαστε φίλοι μεταξύ μας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, το ίδιο συμβαίνει και με τον Μαχαιρίτσα, με τον Αλκίνοο, με τον Μάλαμα. Και να σου πω την αλήθεια, το τελευταίο πράγμα για το οποίο συζητάμε μεταξύ μας είναι το επάγγελμά μας. Μπορεί η ζωή μας να είναι μουσική, αλλά μιλάμε και για τις οικογένειες μας και για τις ανάγκες μας... Ακόμη και με συναδέλφους που δεν έχουμε τόσο στενή σχέση, όταν βρεθούμε σε μία συναυλία γινόμαστε μια μεγάλη παρέα».

Και επειδή όλοι οι καλλιτέχνες τείνουν να παραπονιούνται για τις δυσκολίες που συναντούν στο χώρο αυτό, αποτελεί ευχάριστο ξάφνιασμα να ακούς από έναν τραγουδιστή τέτοιου βεληνεκούς να λέει ότι δεν συνάντησε μεγάλα προβλήματα.

«Για μένα προσωπικά δεν υπάρχουν δύσκολα. Δόξα τω Θεώ. Αυτό βέβαια προϋποθέτει και μία ανάλογη δική σου στάση, και τη δουλειά και την προσπάθεια και την πορεία που έχεις επιλέξει ο ίδιος για τον εαυτό σου –γιατί κανένας δεν μπορεί να σου επιλέξει την πορεία του εαυτού σου, αυτό είναι ξεκάθαρο. Ακόμη και από την αρχή που ξεκίνησα, εκάστοτε προστριβές που συνέβησαν είχαν να κάνουν περισσότερο με την αγωνία της διοργάνωσης παρά με την πορεία ή με το είδος ή με το ύφος ή με τη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους».

Και η κουβέντα μας ξεφεύγει. Παίρνοντας αφορμή από την ερώτηση μου για τα προβλήματα στους καλλιτεχνικούς κύκλους, αρχίζει να μου εξηγεί –χαμηλόφωνα πάντα και ήρεμα- πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στην επιτυχία η στάση που θα κρατήσει ο ίδιος ο τραγουδιστής.

«Σίγουρα υπάρχει μια δυσκολία για αυτούς που πραγματικά θέλουν να ασχοληθούν με αυτόν τον χώρο, για τους οποίους η πραγματική δυσκολία είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Αν δεν τα έχεις εσύ καλά με τον αυτό σου και δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, αποκλείεται να έχει διάρκεια. Εξαρτάται τι σε ενδιαφέρει. Σε ενδιαφέρει να φαίνεται το πρόσωπο σου στο εξώφυλλο και σε μια τηλεοπτική εκπομπή ή σε ενδιαφέρει να γράψεις τραγούδια τα οποία θα τα τραγουδάει όλος ο κόσμος, τα οποία δεν θα τα έχεις γράψει για να κάνεις ένα σουξέ εποχιακό, αλλά γιατί βγαίνουν μέσα από την ψυχή σου».

Μ’ αρέσουν οι απόψεις του και η διαύγεια του στον τρόπο σκέψης. Ούτε συνταγές επιτυχίας, ούτε παιχνίδια δημοσιότητας, με λίγα λόγια η στάση του κάθε καλλιτέχνη είναι αυτό που ξεχωρίζει τον επιτυχημένο από τον μη.

«Μέσες άκρες ναι. Αν έχεις μέσα στην ερώτηση σου και τη διαφορά ανάμεσα στο έντεχνο και το “εμπορικό” -γιατί και το έντεχνο εμπορικό είναι, από τη στιγμή που ο Παπακωνσταντίνου έχει 7.000 κόσμο και ο Ρουβάς 600. Ποιος είναι ο εμπορικός; Όχι βέβαια πως θέλω να θίξω τον Ρουβά, σχολιάζω απλά τον τρόπο που χρησιμοποιούνται οι λέξεις αυτές. Το θέμα είναι ότι και στον χώρο του “εμπορικού-ποπ” τραγουδιού υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Ρουβάς, η Παπαρίζου.... οι οποίοι δουλεύουν και ασχολούνται πραγματικά με αυτό και έχουν επιτυχία στον κόσμο, χωρίς όμως να είναι εποχιακοί. Άσχετα αν δεν είναι το είδος μουσικής που ακούω εγώ. Αλλά έχουν αποδείξει με τη δουλειά τους ότι διαρκούν και έχουν ταλέντο».

Δείχνει πολύ ισορροπημένος και κατασταλαγμένος έτσι όπως εκθέτει τη γνώμη του περί καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει όμως πάντα ζωντανός ο κίνδυνος για έναν καλλιτέχνη να παρασυρθεί από την ματαιοδοξία του χώρου; Και σε αυτήν την περίπτωση, ο Θηβαίος μιλάει και πάλι για τις εσωτερικές ισορροπίες του καθενός.

«Είναι πάρα πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την εμπορικότητα, από την προβολή, είτε είναι στην αρχή της καριέρας του είτε όχι. Η Αρλέτα μου είχε πει κάτι πάρα πολύ σημαντικό, ότι στην αποτυχία χάνεις το μυαλό σου, αλλά στην επιτυχία χάνεις την ψυχή σου. Αυτό όμως και πάλι που έχει σημασία είναι τι ακριβώς θέλεις εσύ ο ίδιος, τι ζητάς. Δεν υπάρχει συνταγή για να το αποφύγεις. Αν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, φεύγει από μόνο του».

Σκέφτομαι τα τραγούδια του, πόσο βαθύ νόημα έχουν και πόσο πολύ καταφέρνουν να αγγίξουν τον κόσμο, ακούω και τις απόψεις του και αναλογίζομαι τι έχει σημασία για αυτόν σε ό, τι αφορά στο τραγούδι. Με ποιον άξονα και με ποια αξία υπηρετεί αυτό που λέγεται μουσική.

«Με το αν το βράδυ που θα επιστρέψω σπίτι μου έχω αισθανθεί ότι μέσα και από τρία λεπτά έστω τραγουδιού έγινα καλύτερος άνθρωπος. Και όχι μόνο τα δικά μου τραγούδια, αλλά και άλλων. Ακούω κάτι και λέω “ναι, έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος”».

Μόνο που το τραγούδι δεν είναι μόνο τι δίνει ο καλλιτέχνης στον κόσμο ή στον εαυτό του, αλλά και τι εισπράττει πίσω από το κοινό. Και στην περίπτωση του Θηβαίου, μάλλον έχει να εισπράξει πολλά.

«Για να είμαι ειλικρινής δεν το αισθάνομαι ως κεκτημένο, αλλά ότι διαρκώς το κερδίζω. Και το εκτιμώ αφάνταστα ότι ο κόσμος συνεχώς μου χαρίζει αυτήν την δυνατότητα και τον ευχαριστώ βαθιά μέσα από την καρδιά μου που μου δίνει διαρκώς την ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος».

Άρα λοιπόν, σκέφτομαι στο φινάλε της συνέντευξης, δεν είναι ούτε η στάση ούτε η ισορροπία που μετράνε μόνο, αλλά μάλλον το να ανταγωνίζεσαι διαρκώς τον εαυτό σου. Κι αυτό δίνει και μια αισιοδοξία ότι μπορούμε να περιμένουμε ακόμη καλύτερα πράγματα από τον Χρήστο Θηβαίο.

Περιοδικό Ser-Free, #11, Μάρτιος 2010