Lion

Lion, 2016

Σκηνοθέτης: Garth Davis

Ηθοποιοί: Dev Patel, Nicole Kidman, Rooney Mara, Sunny Pawar

Ο Σαρού, ένα πεντάχρονο αγόρι από την Ινδία, παίρνει μια μέρα το λάθος τρένο και χάνεται στην τεράστια και αφιλόξενη Καλκούτα. Αδυνατώντας να βρει την οικογένεια του, θα καταλήξει σε ορφανοτροφείο και θα δοθεί για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι στην Αυστραλία. Όταν μεγαλώσει όμως θα θελήσει να αναζητήσει την πραγματική του οικογένεια.

Όμορφη, ενδιαφέρουσα και συγκινητική ταινία, το "Lion" καταφέρνει εύκολα να πετύχει τους στόχους για τους οποίους φαίνεται να γυρίστηκε: και φέρνει δάκρυα στα μάτια του θεατή, αλλά και του τραβά την προσοχή για ένα τόσο φλέγον θέμα όπως είναι τα χαμένα παιδιά της Ινδίας (σύμφωνα με την ταινία, εξαφανίζονται ετησίως 80.000 παιδιά).

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία (και με την προτροπή στους θεατές να επισκεφτούν το www.lionmovie.com για περαιτέρω ενημέρωση), το "Lion" έχει το προσόν να πραγματεύεται ένα ιδιαίτερο και σημαντικό θέμα που δε βλέπουμε συχνά στη μεγάλη οθόνη.

Το δίωρο της ταινίας κυλά με απίστευτη ταχύτητα -ειδικά το πρώτο μέρος με την πορεία του πεντάχρονου ακόμα Σαρού (το οποίο και -αναπόφευκτα- θυμίζει λίγο "Slumdog Millionaire"). Η ταινία σε κρατά από το χέρι και σε σέρνει μέχρι το λυτρωτικό φινάλε, χαρίζοντας σου μια γνήσια και δακρύβρεχτη κινηματογραφική εμπειρία. Φωτογραφία, σκηνοθεσία, σενάριο, μουσική, ερμηνείες, όλα είναι άψογα και αψεγάδιαστα (και δικαιολογημένες οι έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Β' Ανδρικού -για τον Dev Patel- και Β' Γυναικείου Ρόλου -για την Nicole Kidman-, Προσαρμοσμένου Σεναρίου, Φωτογραφίας και Μουσικής).

Η πλοκή βέβαια ακολουθεί μια γενικά απλή πορεία και τα πάντα μοιάζουν να ταιριάζουν μεταξύ τους και να εξελίσσονται με έναν τρόπο βολικό και απλοϊκό, ακόμα κι όταν φτάνουμε στο σχετικά αναμενόμενο φινάλε. Είναι προφανές ότι οι δημιουργοί της ταινίας αρπάχτηκαν από το αβανταδόρικο θέμα της και έριξαν το βάρος στο συναίσθημα. Ακόμα κι έτσι όμως, η ταινία δεν καταφέρνει να χάσει την ομορφιά της.

Όχθες

Όχθες (Riverbanks), 2015

Σκηνοθέτης: Πάνος Καρκανεβάτος

Ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Έλενα Μαυρίδου

 

Στο ποτάμι του Έβρου, στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας, ο Γιάννης υπηρετεί τη θητεία του ως ναρκαλιευτής: καθαρίζει την περιοχή από νάρκες. Εκεί θα γνωρίσει τη Χρύσα, η οποία σε συνεργασία με τους Τούρκους βοηθά μετανάστες να περάσουν στην Ελλάδα. Ο Γιάννης και η Χρύσα σύντομα θα ερωτευτούν και θα σχεδιάσουν μια καινούργια ζωή μαζί. 

Η ταινία είναι γεμάτη συμβολισμούς και αντιθέσεις και ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε δύο άκρα. Η Ελλάδα και η Τουρκία. Ο θάνατος, η απειλή του οποίου στέκεται κυριολεκτικά πάνω από κάθε σκηνή, και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Η μοναξιά και ο έρωτας. Ο ωμός ρεαλισμός της σκληρής πραγματικότητας και η ποιητικότητα των εικόνων, αλλά και της ψυχοσύνθεσης του κεντρικού ήρωα.

Η φωτογραφία και η ατμόσφαιρα της ταινίας ανήκουν στα μεγάλα της ατού, καθώς δημιουργούνται χωρίς δυσκολία ο ερωτισμός, η απειλή του θανάτου, η ανίκητη ομορφιά της φύσης, η αγωνία των ανθρώπων για κάτι καλύτερο.

Με άγκυρα την ερωτική ιστορία, ο σκηνοθέτης θίγει ένα πολύ φλέγον ζήτημα των ημερών μας -το μεταναστευτικό- διαλέγοντας παράλληλα να αφηγηθεί την ιστορία του μέσα από τη διαρκή αναζήτηση του ήρωα και την πορεία του προς την αυτοπραγμάτωση.

Η έντονη ποιητικότητα της ταινίας ωστόσο στέκεται εμπόδιο ώστε να πατήσει η ιστορία σε πιο στερεή βάση και να απογειωθεί το όλο εγχείρημα. Οι ήρωες, οι οποίοι τυγχάνουν παρεμπιπτόντως εξαιρετικών ερμηνειών από τους ηθοποιούς, θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερο βάθος. Ομοίως και το σενάριο θα μπορούσε να αποφύγει κάποιες αμηχανίες και να δώσει στην ταινία έναν πιο σφιχτό και μεστό χαρακτήρα.

Ενδιαφέρουσα σε γενικές γραμμές, και μόνο για το θέμα που πραγματεύεται, με δυνατές στιγμές και ατάκες, που δεν της λείπουν πολλά για να χαρακτηριστεί αξιόλογη.

Memento

Memento, 2000

Σκηνοθέτης: Christopher Nolan

Ηθοποιοί: Guy Pearce, Carrie-Anne Moss, Joe Pantoliano

 

Ο Lenard Shelby (Guy Pearce), εξαιτίας ενός τραυματισμού, έχει αποκτήσει απώλεια μνήμης. Για την ακρίβεια, θυμάται όλα όσα συνέβησαν στη ζωή του πριν τον τραυματισμό, αλλά από εκεί και πέρα συγκρατεί μονάχα τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά. Για να μπορέσει να αντεπεξέλθει κρατάει σημειώσεις, κάνει τατουάζ τις πιο σημαντικές πληροφορίες και τραβάει φωτογραφίες με Polaroid, στις οποίες βάζει διευκρινιστικούς υπότιτλους... Σκοπός της ζωής του Lenard πλέον είναι να βρει τους δολοφόνους της γυναίκας του –όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό στην κατάσταση του.

«Ιδιαίτερο» θα ήταν ο καλύτερος χαρακτηρισμός για αυτό το φιλμάκι του Nolan, στο οποίο το μόνο παράξενο δεν είναι η «ασθένεια» του πρωταγωνιστή, αλλά ο τρόπος που εκτυλίσσεται η πλοκή: μας πάει από το τέλος στην αρχή. Κομματιασμένο σε πολλές σκηνές, η καθεμιά τελειώνει εκεί που είχε αρχίσει η προηγούμενη, ενώ ανάμεσα στις σκηνές υπάρχει άλλη μια σειρά –ασπρόμαυρων-σκηνών (τουλάχιστον που εξελίσσονται με τη φυσιολογική χρονική σειρά) και δρουν συμπληρωτικά στην όλη υπόθεση.

Όχι τόσο μπερδεμένο όσο ακούγεται, απλώς χρειάζεται να το δει κανείς με λίγη περισσότερη προσοχή. Υπόθεση που δε χάνει το ενδιαφέρον, παρόλο που το τέλος είναι ήδη γνωστό από την αρχή, με απορίες που γεννιούνται σε κάθε σκηνή και λύνονται στην επόμενη, με μικρές εκπλήξεις που όλο και πληθαίνουν και με ένα τέλος ανοιχτό σε διάφορες εικασίες.

Η ταινία όμως κυρίως ξεχωρίζει όχι για την καθεαυτή υπόθεση της, αλλά για τον πανέξυπνο τρόπο με τον οποίο ξετυλίγεται το κουβάρι της πλοκής της. Ο Nolan προφανώς έχει αχαλίνωτη φαντασία και ένα ικανοποιητικό IQ ώστε να κολλάει τον θεατή στην πολυθρόνα και να τον γοητεύει με την πρωτοτυπία των ταινιών-γρίφων που γυρίζει. Η υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου (γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και από τον Jonathan Nolan), οι καλές ερμηνείες και η προσεκτική σκηνοθεσία προστίθενται στα ατού της ταινίας.

Θρίλερ ή αστυνομικό θρίλερ -κατηγορίες στις οποίες τείνουν να το κατατάσσουν- δεν είναι και ο χαρακτηρισμός «ορόσημο» είναι μάλλον υπερβολικός. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα το δείτε με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον και θα αγαπήσετε τον Nolan ακόμα παραπάνω.

Drive

Drive, 2011

Σκηνοθέτης: Nicolas Winding Refn

Ηθοποιοί: Ryan Gosling, Carey Mulligan

 

Ο νεαρός πρωταγωνιστής της ταινίας (Ryan Gosling) είναι ένας οδηγός, ο οποίος τη μέρα εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων και κασκαντέρ και τη νύχτα βοηθάει ληστές να διαφύγουν της αστυνομίας. Κλειστός, σοβαρός, λιγομίλητος, ο ήρωας μας θα δει τον εαυτό του να αλλάζει όταν θα γνωρίσει την Irene (Carey Mulligan) και το γιο της. Ένα αίσθημα θα αρχίσει να αναπτύσσεται μεταξύ τους, μέχρι τη στιγμή που ο σύζυγος της Irene θα αποφυλακιστεί. Ο οδηγός θα προσπαθήσει να τον βοηθήσει να ξεμπλέξει, αλλά τα πράγματα θα πάρουν μια πολύ άσχημη τροπή...

Ταινία στιβαρή, σοβαρή, ρεαλιστική, μακριά από εντυπωσιασμούς, εφέ και υπερβολές. Μεγαλύτερο ατού της η υπέροχη ερμηνεία του Ryan Gosling, ο οποίος με τη μελαγχολική ματιά του, τη σοβαρότητα του, την ψυχραιμία του θα κάνει την ταινία αυτό που πραγματικά είναι. (Δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεώρησαν αδικία το ότι απουσίαζε το όνομα του από τις υποψηφιότητες των Όσκαρ).

Πολύ καλή σκηνοθεσία, καταπληκτική φωτογραφία. Θα ερωτευτείτε τα πλάνα που θα εναλλάσσονται στην οθόνη σας καθώς το αυτοκίνητο θα διασχίζει τους δρόμους της πόλης τη νύχτα, θα αγαπήσετε την ησυχία της ταινίας, την αίσθηση των 80s που αποπνέει, μπορεί να νιώσετε ότι είστε μέσα σε αυτήν. Ταινία καλογυρισμένη, με έμφαση στη λεπτομέρεια, άψογη αισθητική. Πολύ καλές και οι ισορροπίες στα συναισθήματα: η σκληρότητα, η ευαισθησία, ο έρωτας, ο πόνος, όλα στις σωστές δόσεις και όλα με συνέπεια απέναντι στην υπόθεση και τους ήρωες.

Μικρό φιλμάκι -κρατάει μόλις 96 λεπτά- που θα σας κρατήσει το ενδιαφέρον. Ίσως θα μπορούσε να ξεκινάει πιο δυναμικά η υπόθεση ή ίσως θα μπορούσαν κάποια θέματα της ταινίας να αναλυθούν καλύτερα (όπως πχ το love story) –η ταινία έχει τις μικροαδυναμίες της και κάποιες από τις καλές κριτικές που έλαβε ήταν ενδεχομένως υπερβολικές. Παρόλ’ αυτά, θα συγκινηθείτε, θα νιώσετε αγωνία, θα παθιαστείτε ίσως σε κάποιες σκηνές –θα δοκιμάσετε όλα τα συναισθήματα ώστε να αξίζει που θα το δείτε.

 

Ένας άλλος κόσμος

Ένας άλλος κόσμος (Worlds apart), 2015

Σκηνοθέτης: Χριστόφορος Παπακαλιάτης

Ηθοποιοί: Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Μηνάς Χατζησάββας, Μαρία Καβογιάννη, J. K. Simmons

 

Στην Αθήνα της κρίσης, παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών ζευγαριών όλων των ηλικιών, οι οποίες επηρεάζονται από τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Η νεαρή Δάφνη ερωτεύεται έναν Σύριο πρόσφυγα, ο Γιώργος περνάει κρίση στο γάμο του και κινδυνεύει να μείνει και άνεργος, ενώ η Μαρία στο πρόσωπο του Γερμανού Sebastian ίσως βρήκε μια δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα.

Καλή προσπάθεια από Χριστόφορο Παπακαλιάτη, ο οποίος, αν μη τι άλλο, παραδίδει πάντα δουλειές καλοσχεδιασμένες, με ωραία σκηνοθεσία, φωτογραφία, μουσική, ερμηνείες. Ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει εκμεταλλευτεί μέχρι στιγμής επαρκώς τα θέματα της κρίσης, του προσφυγικού, των κοινωνικών αναταράξεων, οπότε είναι ενδιαφέρον να τα βλέπεις όλα αυτά σε μια ταινία που φιλοδοξεί να σκανάρει και να δώσει το στίγμα της εποχής μας.

Η ταινία ωστόσο αδυνατεί -παρά το σκληρό της θέμα- να βγει από τον μελοδραματισμό της και τον υπέρμετρο συναισθηματισμό της -γνωρίσματα που συναντούμε πάντα σε όλες τις δουλειές του Παπακαλιάτη. Παρόλο, επίσης, που πραγματεύεται σύγχρονα θέματα με μια σχετικά ρεαλιστική ματιά, τα παρουσιάζει απλουστευμένα και δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τα κλισέ: οι Έλληνες έδωσαν τα φώτα τους σε όλον τον κόσμο, οι Ευρωπαίοι ευθύνονται εξ ολοκλήρου για την κρίση, η αγάπη είναι η λύση.

Αξίζει να τη δει κανείς γιατί είναι ενδιαφέρουσα, σε κρατάει προσηλωμένο σε όλη τη διάρκεια της. Γιατί βλέπουμε τον Μηνά Χατζησάββα στον τελευταίο ρόλο της καριέρας του, η Μαρία Καβογιάννη είναι απλά συγκλονιστική, ο J. K. Simmons μάς έκανε την τιμή να συμμετέχει σε ελληνική ταινία. Γιατί όλες οι ιστορίες της ταινίας συμπλέκονται με τρόπο ενδιαφέροντα και αναπάντεχο, χαρίζοντας μας κάποιες δυνατές στιγμές. Και γιατί σε σύγκριση με το "Αν" ο Παπακαλιάτης είναι ωριμότερος σεναριακά και σκηνοθετικά, και αυτό είναι αν μη τι άλλο θετικό.