"Μπαρόκ", της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό www.periou.gr

Αν θα μπορούσε να αποδοθεί ένας μόνο χαρακτηρισμός για το νέο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου "Μπαρόκ" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018), θα διαλέγαμε τη λέξη πρωτότυπο. Σε αντίθεση με ό,τι συναντάμε συνήθως στη λογοτεχνία, δηλαδή την πορεία μιας ιστορίας από την αρχή της μέχρι το τέλος της και την παράλληλη εξέλιξη των ηρώων μέσα σε αυτήν, εδώ έχουμε ακριβώς το αντίθετο: την αντίστροφη πορεία της ζωής της ηρωίδας, από τη στιγμή που είναι πενήντα ετών μέχρι τη στιγμή της σύλληψης της.

Το "Μπαρόκ" δηλώνεται ως μυθιστόρημα, αλλά είναι τέτοιο με την ευρεία έννοια του όρου˙ αποτελείται από πενήντα κεφάλαια-μικρά διηγήματα, κάθε ένα από τα οποία περιλαμβάνει και ένα περιστατικό από κάθε ηλικία της ζωής της ηρωίδας, αριθμός που φιγουράρει και στον εκάστοτε τίτλο. Εύκολα θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομο το κάθε κεφάλαιο, κι ας δένονται μεταξύ τους με το νήμα της ζωής της ίδιας ηρωίδας.

Είναι ενδιαφέρον το πώς το βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα στην (αυτο;)βιογραφία και τη μυθοπλασία, ενώ οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κάθε κεφάλαιο (οι περισσότερες από το προσωπικό αρχείο της συγγραφέως) και υπογραμμίζουν το κείμενο, αλλά και συμβάλλουν στο χτίσιμο μιας οικειότητας με τον αναγνώστη, όπως και επιβάλλεται ίσως σε ένα είδος κειμένου σαν αυτό.

Το πιο αξιοπρόσεκτο στοιχείο στο "Μπαρόκ" -εκτός από τη δομή του- είναι η ποικιλία του. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου εξαντλεί κάθε μέσο για να αφηγηθεί την ιστορία της: άλλα κεφάλαια είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, άλλα σε δεύτερο, άλλα σε τρίτο. Άλλα αποτελούνται από διάλογο, άλλα είναι μία επιστολή ή ένα ποίημα ή μια ημερολογιακή καταγραφή, άλλα η περιγραφή ενός ονείρου. Ομοίως έχουμε ποικιλία στο ύφος και στο θέμα: η συγκίνηση εναλλάσσεται με το χιούμορ, τα πιο σπουδαία περιστατικά με τα πιο ασήμαντα, τα κομβικά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας με τις πιο προσωπικές στιγμές. Και φυσικά μία από τις πιο μεγάλες προκλήσεις του βιβλίου -χωρίς την επίτευξη της οποίας θα αποτύγχανε το όλο εγχείρημα- είναι η προσαρμογή της γλώσσας στην εκάστοτε ηλικία: η ηρωίδα μας δε μικραίνει μόνο βιολογικά, αλλά και ως προς τον τρόπο που εκφράζεται, μέχρι τη στιγμή που παύει να …μιλά!

Τι είναι αυτό λοιπόν που προσφέρει λογοτεχνικά μια (αυτο;)βιογραφία προς τα πίσω; Αν θέλει να ξεκινήσει κανείς από το τέλος και να προχωρήσει μέχρι την αρχή, και πάλι θα βγαίνει νόημα. Επομένως προς τι αυτή η αντίστροφη πορεία; Η Αμάντα Μιχαλοπούλου, μέσα από το αυτό το πρωτότυπο συγγραφικό τέχνασμα, προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να καταδυθεί στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και να εντοπίσει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ηρωίδα της (και κατ' επέκταση ο κάθε άνθρωπος) διαμορφώνει την προσωπικότητά της. Ξεκινάει από το αποτέλεσμα για να καταλήξει στο αίτιο.

Χαρακτηριστικό είναι ότι παρά την αποσπασματική φυσιογνωμία του βιβλίου (εφόσον πρόκειται για διηγήματα, όχι άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους), την όλη αφήγηση διατρέχουν οι ίδιες ιδέες, οι ίδιες προσδοκίες, τα ίδια πρόσωπα. Ξεκινάμε από την παντρεμένη γυναίκα, την αναγνωρισμένη πλέον συγγραφέα, με την εμπειρία της ώριμης ηλικίας, για να την δούμε στα πρώτα της ερωτικά σκιρτήματα, στα πρώτα της επαγγελματικά βήματα, με την διστακτική ορμή μιας νεαρής που ονειρεύεται. Το παράδοξο αυτό φέρνει μια αμηχανία στον αναγνώστη, αμηχανία όμως που λειτουργεί ιντριγκαδόρικα για να συνεχίσει το βιβλίο.

Παρότι γραμμένο με ύφος απλό, ανάλαφρο, ευχάριστο, το "Μπαρόκ" καταφέρνει τελικά να είναι ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα, καθώς παρουσιάζει με τρόπο εύστοχο το μεγαλύτερο δράμα της ανθρώπινης φύσης: πού καταλήγουν οι προσδοκίες και τα σχέδια των ανθρώπων, πού οδηγούνται οι ανθρώπινες σχέσεις, πώς το βίωμα μετατρέπεται σε εμπειρία. Το ότι το βλέπουμε αυτό από το τέλος κρύβει μια μικρή ειρωνεία, κρύβει όμως και μια αθωότητα.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με ωραία τοποθετημένες αναφορές στη λογοτεχνία, στην ιστορία, στην πολιτική, κι έχουμε ένα μυθιστόρημα-έκπληξη.

"Νεαρό άσπρο ελάφι", του Χρήστου Χωμενίδη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Ο Μηνάς Αβλάμης είναι ένας πρώην συγγραφέας, που εδώ και εφτά χρόνια έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην Κέρκυρα, έχοντας αποκηρύξει το συγγραφικό του έργο και έχοντας αφήσει πίσω του τον ξέφρενο τρόπο ζωής. Τη ρουτίνα της καθημερινότητας θα διαταράξει ένα τηλεφώνημα: τον καλούν από την πόλη της Κυδωνίας, όπου θέλουν να κάνουν μια εκδήλωση προς τιμήν του. Για να τον πείσουν να πάει του υπόσχονται ότι θα του σερβίρουν άσπρο ελάφι, την υπέρτατη γαστρονομική ηδονή. Ο Μηνάς Αβλάμης θα δεχτεί την πρόσκληση, αλλά με το που θα πατήσει το πόδι του στην Κυδωνία θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα απόλυτα παράδοξο σκηνικό, καθώς και με το παρελθόν του.

Στο "Νεαρό άσπρο ελάφι" (Εκδόσεις Πατάκη, 2016) του Χρήστου Χωμενίδη συμβαίνουν απίθανα πράγματα, ο ήρωας μας ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στον ρεαλιστικό και τον σουρεαλιστικό κόσμο και όλα τα γεγονότα είναι σαρκαστικά αστεία ή ελαφρώς τρομακτικά. Ένα ψυχεδελικό ταξίδι για τον αναγνώστη, μια εθιστική αναγνωστική εμπειρία (ο Χωμενίδης εξάλλου έχει το χάρισμα να σε κάνει να θέλεις να ρουφήξεις μονομιάς τα βιβλία του) και μια ιστορία που δεν ξέρεις πού ακριβώς θα σε πάει -ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας εξάλλου ενδιαφέρεται να δώσει όλες τις απαντήσεις.

Στην Κυδωνία ο Μηνάς Αβλάμης θα δει να ζωντανεύει το παρελθόν του, θα συναντήσει πρόσωπα από τα παλιά, θα θυμηθεί περιστατικά της ζωής του και θα αφηγηθεί πράγματα προσωπικά και γεγονότα που θα ήθελε να ξεχάσει, θα προσπαθήσει να πάρει άφεση και να βρει λύτρωση. Ένα μυθιστόρημα βαθύτατα υπαρξιακό, που λειτουργεί την ίδια στιγμή και ως κοινωνικό. Ο Χωμενίδης έχει την ευκαιρία να ρίξει την κριτική του ματιά και να σχολιάσει, πότε διακωμωδώντας και πότε με συναισθηματική φόρτιση, τη δομή της ίδιας της κοινωνίας, τις διάφορες κατηγορίες πολιτών, την ανθρώπινη συμπεριφορά, τον τρόπο ζωής στην Ελλάδα της ευημερίας. Πρόκειται εξάλλου για ένα βιβλίο με πολλές αναγνώσεις.

Παρόλο που το βιβλίο κυλά γρήγορα, η ιστορία ξετυλίγεται αργά αργά, με τις ανατροπές της, τις εκπλήξεις της, τις σταδιακές αποκαλύψεις της στη σωστή στιγμή, δημιουργώντας ένα παιχνίδι που κρατά το ενδιαφέρον συνεχώς ζωντανό. Όπως όλοι οι ήρωες του Χωμενίδη, έτσι και ο Μηνάς Αβλάμης είναι ένας ήρωας διάφανος, καθαρός, ολοζώντανος, σαν να τον έχεις μπροστά σου ή σαν να πρόκειται για κάποιον που τον γνωρίζεις προσωπικά. Γραφή άμεση, γρήγορη, ρεαλιστική με απόλυτα κινηματογραφική αίσθηση - θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει και ταινία. Μια γνήσια λογοτεχνική απόλαυση.

Έκλειψη υποκειμένου, του Φώτη Σενδουκά

"Στων παρυφών τη μαύρη γύρη

καθώς σκαρφάλωσα

είδα το ηλιόγερμα να αντανακλά

στων οριζόντων την ατέρμονη λιακάδα

Τότες που φύλλα ξέχωρα και ανόμοια

ανέμισαν και έκαναν

πως ήτανε πουλιά"

 

Με αυτούς τους στίχους σαν πρόλογο ο Φώτης Σενδουκάς ξεκινάει την ποιητική του συλλογή "Έκλειψη υποκειμένου" (Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2016). Ποίηση σκοτεινή, με έντονη πεσιμιστική διάθεση, στην οποία όλα βιώνονται με προβληματισμό, με διάψευση, με την επίγνωση μιας ζοφερής πραγματικότητας.

Ο Φώτης Σενδουκάς παλεύει με έννοιες αφηρημένες -την αλήθεια, τη μνήμη, τον έρωτα- σε ένα περιβάλλον μάλλον εχθρικό ("Κοίτα να δεις / που πια ο ίσκιος των αχτίδων του φωτός / κατάφερε και σκέπασε τη μέρα / Και πλέον οι σκιές μας / γυρτές και γερασμένες / περιπατούν στους στεναγμούς των γιοφυριών / που γκρέμισε ο φόβος"). Είναι διάχυτη η αναζήτηση για κάτι καλύτερο και η αίσθηση ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς, όμως τελικά η ίδια η πραγματικότητα συνθλίβει κάθε προσπάθεια ("Η πραγματικότητα / φαγωμένη απ' τις επιβεβαιώσεις των πολλών / ταίριαξε πια / και τσάκισε βίαια τις ψυχές μας"). Ακόμα και ο έρωτας είναι "ακατάδεχτος" και οι εραστές "αιώνια θαυμάσια θλιμμένοι και ανυπεράσπιστοι".

Γράφοντας άλλοτε σε β' ενικό, άλλοτε σε α' πληθυντικό και άλλοτε σε γ' πρόσωπο, ο Φώτης Σενδουκάς επιχειρεί να δημιουργήσει μια συλλογική φωνή καθώς ανατέμνει και αποδομεί την πραγματικότητα, παρόλ' αυτά η ποίηση του παραμένει εσωτερική. Μέσα από την δική του οπτική, προσπαθεί να βρει τα αίτια, ασκεί κριτική και δημιουργεί κοινωνικές και υπαρξιακές προεκτάσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι τοποθετεί έντονα μέσα στην ποίηση του την έννοια του ίδιου του ποιητή.

 

"Νύχτωσε κόσμε

Ενώ τα σκουριασμένα πνευστά των παλμών της πνοής μας

σιωπούν

Κι άνθρωπος, διαλάλησαν οι ποιητές,

αυτός που δεν έχει χρόνο μήτε για τον εαυτό του

μήτε τους κρότους των ναρκών της ψυχής του,

τους ψαλμούς της γαλήνης αυτής να απολαύσει"

 

Ο λόγος του ιδιαίτερα πυκνός, πολύ μεστός, με συχνές απουσίες των ρημάτων, με χρήση πολλών επιθέτων, ουσιαστικών και επιρρημάτων και με παντελή έλλειψη σημείων στίξης, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη μικρή έκταση των περισσότερων ποιημάτων, επιτείνουν την αίσθηση της ασφυξίας που επιδιώκει να προσδώσει ο ποιητής στη συλλογή του.

 

"Μένουν θολά και ερειπωμένα

μες στου σπιτιού

του περασμένου χρόνου το ντουλάπι

όσα δεν μπόρεσες ποτέ να ανασύρεις

 

Πώς άραγε ηχεί η φυλλωσιά;

Πότε το φως πονεί να γίνει χρώμα;".

 

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης, του Γιάννη Καλπούζου

Το ιστορικό μυθιστόρημα αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα είδη της λογοτεχνίας, καθώς ο συγγραφέας πρέπει να συνδυάσει με πετυχημένο τρόπο ιστορική αλήθεια και μυθοπλασία. Μαέστρος σε αυτό το είδος αναδεικνύεται για άλλη μια φορά ο Γιάννης Καλπούζος με το πιο πρόσφατο βιβλίο του "Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης" (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2018).

Στο "Γινάτι" ο Καλπούζος μας ταξιδεύει στα Ιωάννινα των αρχών του 20ου αιώνα, τότε που η πόλη βρισκόταν ακόμα κάτω από την εξουσία των Οθωμανών, και ξετυλίγει την ιστορία του μέχρι περίπου και τη δεκαετία του '30. Στο κέντρο αυτής της ιστορικής διαδρομής βρίσκεται ο Ζώτος, ο οποίος θα εγκαταλείψει το χωριό του από το φόβο μιας βεντέτας και θα ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή στα Γιάννενα.

Εκεί θα ζήσει όλες τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, θα πάρει μέρος στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία, θα δει τις ανταλλαγές των πληθυσμών και την εγκατάσταση των προσφύγων, θα έρθει αντιμέτωπος με το πρόβλημα της ληστοκρατίας, θα ζήσει την κόντρα βενιζελικών και αντιβενιζελικών, την δικτατορία του Πάγκαλου. Θα βιώσει όλες τις εξελίξεις που συμβαίνουν στα Γιάννενα σε μια ιδιαίτερα μεταβατική εποχή, την εποχή δηλαδή που η πόλη περνά από την οθωμανική κυριαρχία στην απελευθέρωση της και στον σταδιακό εκσυγχρονισμό της.

Όλες αυτές οι πληροφορίες βέβαια περνούν απλά, ανεπαίσθητα, σχεδόν ανυποψίαστα, μέσα από την καθημερινότητα του Ζώτου, μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες και περιπέτειες, μέσα από τις συζητήσεις με τους φίλους του. Γιατί ασφαλώς το μεγάλο στοίχημα στο ιστορικό μυθιστόρημα είναι να "μαθαίνεις" ιστορία χωρίς να αντιλαμβάνεσαι καν ότι διαβάζεις ιστορία. Και αυτό ο Καλπούζος το πετυχαίνει απόλυτα.

Πέρα από το ιστορικό πλαίσιο, ο Καλπούζος υφαίνει και μια πολύ δυνατή πλοκή για την προσωπική ζωή του ήρωά του: ο Ζώτος ερωτεύεται τη Χαβαή, μια νεαρή μουσουλμάνα. Το ωραίο love story δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει για τα κοινωνικά ήθη, για τη συνύπαρξη μουσουλμάνων και χριστιανών στην ίδια πόλη, για τη θέση της γυναίκας, για τις κοινωνικές τάξεις και να φωτίσει την περίοδο εκείνη από μία επιπλέον οπτική γωνία.

Το πόσο πολλή έρευνα προηγήθηκε προτού γραφεί το βιβλίο φαίνεται και από το γεγονός ότι αναφέρονται δρόμοι, μαγαζιά με την επωνυμία τους, θεατρικοί θίασοι που επισκέφτηκαν τότε την πόλη, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να έχει συνεχώς ο αναγνώστης -ακόμα και αυτός που δεν έχει επισκεφτεί τα Γιάννενα στη ζωή του- την αίσθηση ότι ζει στα αλήθεια στην πόλη εκείνης της εποχής.  

Την κεντρική ιστορία πλαισιώνουν και ολοκληρώνουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, καθένας από τους οποίους αντιπροσωπεύει και κάτι διαφορετικό: ο "σοφός" σιορ Δονάτος με τα φιλοσοφημένα λόγια του (η φωνή του ίδιου του συγγραφέα ίσως;), ο επιπόλαιος Βιργίλης που προσπαθεί να βρει μια καλή ευκαιρία για να βολευτεί, ο πονηρός παπα-Λέρας (κατ' ευφημισμόν παπάς) και ο κακόψυχος γιατρός Μαργαζής, η σαγηνευτική Σαραλίν που θα ερωτευτεί παράφορα τον ήρωα μας και θα τον βάλει σε ένα σωρό περιπέτειες.

Πολύ εύστοχη η σύνδεση του τίτλου με τους ήρωες του βιβλίου: η λέξη "γινάτι" αναφέρεται αρκετά συχνά, καθώς ο συγγραφέας επιδιώκει να εξηγήσει τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους και να αναλύσει την ψυχοσύνθεση τους.

Ο Γιάννης Καλπούζος στέκεται για άλλη μια φορά στο ύψος των προσδοκιών των αναγνωστών του και μας παραδίδει ένα μυθιστόρημα χορταστικό (των 600 σχεδόν σελίδων), στο οποίο συμπλέκονται και αλληλεπιδρούν ισορροπημένα και πετυχημένα οι ιστορικές εξελίξεις, οι έρωτες, τα προσωπικά λάθη και πάθη. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει χώρος -σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό απ' ότι θα περίμενε κανείς σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα- για μια πιο φιλοσοφημένη θεώρηση των πραγμάτων και μια απόπειρα ερμηνείας της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό βέβαια είναι και που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει.

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ, της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη "Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Οκτώβριος 2018) είναι ένας ατελείωτος μαγευτικός κόσμος, γεμάτος σουρεαλιστικές εικόνες, λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς, που στέκονται σαν βιτρίνα μπροστά από το συναίσθημα της απώλειας και της εγκατάλειψης για το οποίο προσπαθεί να μιλήσει η ποιήτρια.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ιδιαίτερα τολμηρή στη γραφή της, καθώς βουτάει στον κόσμο του υπερβατικού και του φανταστικού και δίνει φωνή σε δεκάδες λογοτεχνικά και μη πρόσωπα με έναν ευφάνταστο τρόπο. Από τους στίχους της παρελαύνουν συγγραφείς, βιβλικά και μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες μυθιστορημάτων, που καταθέτουν την ιστορία τους, όπως αυτή διασταυρώνεται με την αλήθεια της ποιήτριας.

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα

μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν

τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.

Το αποκαλεί γραφή.

Στήνει παγίδες σε ασβούς

που μένουν πάντα άδειες.

Το ονομάζει μνήμη.

Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας

και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα

χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων

πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.

Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.

Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα, 

που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή.

Οι ήρωες της ποιητικής συλλογής -που ζωντανεύουν τόσο έντονα, με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό- λειτουργούν ως σύμβολα για να μπορέσει η Χλόη Κουτσουμπέλη να πραγματευτεί τα ζητήματα της εγκατάλειψης, της έλλειψης, του πένθους, της ματαίωσης, του θανάτου. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγει μια σουρεαλιστική και χιουμοριστική πολλές φορές γραφή για να αποκαλύψει, σε δεύτερο επίπεδο, έναν κόσμο κατακερματισμένο, στιγματισμένο από την διάψευση και την απώλεια.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Ο κύριος Χόθορν

μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,

άρχισε ξαφνικά να αιωρείται

και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Μπαμπά, μη φεύγεις!

φώναξε η μικρή Γουέντυ,

αυτός όμως μετεωριζόταν

ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.

Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,

αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,

μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι

θα σε παρασύρει μακριά

απ’ αυτούς π’ αγαπάς.

Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;

Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα

και συγκρουόταν με πουλιά.

Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;

ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.

Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση

στην εναέρια κυκλοφορία,

απάντησε αυτός

κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.

Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ  

έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.

Για να μην μπορεί

να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.

Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους "Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει".

Στο "Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" η Χλόη Κουτσουμπέλη μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο, με την επίγνωση πως είναι εύθραυστος και διαλυμένος εξαρχής, και βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με τους ήρωες της, καθώς άλλοτε φαίνεται σαν να προσπαθεί  να κρυφτεί πίσω από αυτούς και άλλοτε σαν να μιλάει μέσω αυτών. Το σίγουρο είναι ότι καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δε φοβάται ούτε στιγμή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.

Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.

Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.

Η μαμά με μία ρόμπα

και σταγόνες ιδρώτα

στο πανωχείλι της,

έφυγε μ’ έναν πλασιέ,

μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού

που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.

Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα

γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.

Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,

τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,

τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,

μαύρη σκιά θα βάψει

τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.

Κάπου κοντά στο βενζινάδικο

ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια

σ’ ένα φτηνό μοτέλ.

θα γυαλίζει ένα πιστόλι.

Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει

απ’ το σπίτι μας.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.

Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.

Θα μας κοιτάξει παράξενα.

Θα μας φωτογραφίσει.

Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις

-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

 

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr