Θέα Ακρόπολη, της Λουκίας Δέρβη

Θέα Ακρόπολη, της Λουκίας Δέρβη (Μεταίχμιο, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Το μυθιστόρημα της Λουκίας Δέρβη "Θέα Ακρόπολη" μας μεταφέρει στην Αθήνα του 1992 και μας βάζει στα παρασκήνια του πιο πολυτελούς ξενοδοχείου, του Athens Excelsior. Από τη μια οι πλούσιοι πελάτες του, από την άλλη το πολυάριθμο προσωπικό του που φροντίζει να είναι όλα στην εντέλεια. Πίσω από την λαμπερή βιτρίνα του ξενοδοχείου, οι εργαζόμενοι ερωτεύονται, προβληματίζονται, φοβούνται, αντιμετωπίζουν διλήμματα, ελπίζουν. Η Θέκλα, η ωραία καμαριέρα που βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση της ζωής της, ο Μάκης, ο υπεύθυνος της ρεσεψιόν, που όλη του η ζωή στρέφεται γύρω από το πώς θα κατακτήσει τη Θέκλα, η Χαρούλα, που αντιμετωπίζει οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα,  ο Παρμενίων, πρώην υπάλληλος του ξενοδοχείου και πρώην σύζυγος της Θέκλας, την οποία διεκδικεί ακόμα.

Οι προσωπικές ιστορίες των εργαζόμενων συμπλέκονται με τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, με τα περιστατικά των πελατών και με όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα το καλοκαίρι του '92. Τελικά ποιος είναι ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου; Ο Μάκης; Η Θέκλα; Το ξενοδοχείο το ίδιο που επηρεάζει καταλυτικά τις ζωές των εργαζόμενων σε αυτό; Ή μήπως πρωταγωνίστρια είναι η χώρα μας, η Ελλάδα μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί; Η Λουκία Δέρβη γράφει ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα θέλοντας να πετύχει ακριβώς αυτό: να φανερώσει τα αόρατα νήματα που συνδέουν όλα τα παραπάνω, χρησιμοποιώντας ως άξονα το ξενοδοχείο.

Για τους εργαζόμενους του Athens Excelsior η δουλειά τους δεν είναι απλώς μια εργασία - είναι αυτό που τους αυτοπροσδιορίζει, αυτό που τους βοηθάει να ανεβούν κοινωνικά και οικονομικά, αυτό που τους ανακουφίζει από τα άλλα τους προβλήματα, αυτό που εντέλει διαμορφώνει σταδιακά και τον χαρακτήρα τους. Και την ίδια στιγμή το ξενοδοχείο αυτό είναι το μέρος όπου αναπτύσσονται οι φιλίες τους, οι έρωτες τους, τα πάθη τους, τα λάθη τους.

Το βιβλίο βέβαια θα ήταν εντελώς διαφορετικό αν τοποθετούνταν στη σημερινή εποχή. Η συγγραφέας μάς ταξιδεύει μέχρι τα 90s, που φαντάζουν τόσο μακρινά και τόσο διαφορετικά σήμερα, στην απόλυτη περίοδο της ευμάρειας, της λάμψης, της ανεμελιάς, θέτοντας έτσι διακριτικά και έναν προβληματισμό, έναν σιωπηλό σχολιασμό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το "Θέα Ακρόπολη" είναι και ένα μυθιστόρημα κοινωνικό, καθώς μας δείχνει το χάσμα μεταξύ των τάξεων, τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τους πελάτες από τους εργαζόμενους.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο κινούνται και οι ήρωες μας. Κεντρικοί ήρωες, δευτερεύοντες ήρωες, τόσο μέλη του προσωπικού όσο και πελάτες, ένα μεγάλο ψηφιδωτό προσώπων, των οποίων οι ζωές διασταυρώνονται με ενδιαφέροντα τρόπο. Η Λουκία Δέρβη σκιαγραφεί εύστοχα τα πρόσωπα του βιβλίου της, δίνοντας τους το απαιτούμενο βάθος, χωρίς να διστάζει να τους τσαλακώσει ή και να τους αποκαθηλώσει.

Το "Θέα Ακρόπολη" συνδυάζει πολλά διαφορετικά στοιχεία, άλλα φανερά με την πρώτη ανάγνωση και άλλα κρυμμένα πίσω από τους ήρωες και τα γεγονότα. Όλα όμως συμπλέκονται αρμονικά και κάνουν την αφήγηση να προχωρά με ενδιαφέρον και ρυθμό  - με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό που λειτουργεί και το Athens Excelsior.

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι", της Φωτεινής Τσαλίκογλου

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι", της Φωτεινής Τσαλίκογλου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019)

51 παράξενες κι ασυνήθιστες ιστορίες που μιλούν για τα πιο απλά και συνηθισμένα πράγματα

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό fractalart.gr

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι" είναι αυτό ακριβώς που περιγράφει ο τίτλος του βιβλίου: περιστατικά -πενήντα ένα στον αριθμό- σύντομα σε διάρκεια, παράξενα ως προς το περιεχόμενο, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν ως πρωταγωνίστρια την κυρία Φι.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου σε αυτό της το βιβλίο χρησιμοποιεί το ασυνήθιστο, το απροσδόκητο, το αλληγορικό, για να μιλήσει για τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά, τα πιο αυτονόητα πράγματα. Με την πρώτη ανάγνωση τα περιστατικά μοιάζουν πράγματι παράδοξα - πρέπει να φτάσεις στο τέλος κάθε ιστορίας για να συνειδητοποιήσεις πόσο αληθινά και πόσο συνηθισμένα είναι.

Με αρκετό διάλογο, με έντονη φιλοσοφική διάθεση, με λόγο ποιητικό και με χαρακτήρα αλληγορικό, οι ιστορίες του βιβλίου μιλούν για προβλήματα οικογενειακά, για ζητήματα κοινωνικά, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για το θάνατο και την απώλεια, για τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο καθένας τα προβλήματα του, για την μητρική αγάπη και για τα λάθη των γονέων, για τη δύναμη των λέξεων, για τη φύση των συγγραφέων.

Στο κέντρο των ιστοριών -των περισσότερων τουλάχιστον- η κυρία Φι, η οποία στοχάζεται, αναρωτιέται, φιλοσοφεί, καταλήγει σε συμπεράσματα, δίνει συμβουλές. Προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη του γιου της, άλλοτε ακούει τα προβλήματα των φίλων της, ενώ άλλες φορές έχει αναπάντεχες συναντήσεις με σχεδόν άγνωστους ανθρώπους που της διηγούνται τη ζωή τους.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου μιλά αβίαστα, ελεύθερα, εύκολα για δύσκολα πράγματα, διατηρώντας στο ύφος της την ίδια ηρεμία που έχει η ηρωίδα της στους τρόπους της. Τα περιστατικά μοιάζουν να υπερβαίνουν κάθε λογική, όμως δεν είναι παρά συμβολικά για να ειπωθούν τα πιο λογικά πράγματα. Τα διηγήματα μεταξύ τους δεν έχουν αφηγηματική συνοχή ούτε εντάσσονται σε μια ενιαία θεματική, σκιαγραφούν όμως όλα την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση ιδιαίτερα εύστοχα και διερευνούν τα μεγάλα ζητήματα της ζωής άλλοτε με τρόπο τραγικό και άλλοτε με τρόπο ανάλαφρο.

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι" είναι ανοιχτές για πολλές ερμηνείες, θέτουν ερωτήματα, διατυπώνουν απαντήσεις που επιδέχονται σκέψη και συζήτηση, προκαλούν θλίψη και την ίδια στιγμή ευθυμία. Το μόνο σίγουρο ότι είναι άκρως απολαυστικές στην ανάγνωση.

"Ευστοχία υλικού" του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου

"Ευστοχία υλικού" του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου (Εκδόσεις Ιωλκός, 2018)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό periou.gr

 

"Κουρασμένοι άνθρωποι.

Λάμπες που αργοσβήνουν.

Στραγγισμένη ζωή.

Κατάχρηση φωτός.

Στο σκοτάδι (ελπι)ζουν".

Εικοσιπέντε ποιήματα, μικρά σε φόρμα, λόγος λιτός και κοφτός. Ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος στην "Ευστοχία υλικού" είναι ιδιαίτερα λακωνικός, σχεδόν αυστηρός, και καταφέρνει να συμπυκνώσει το ποιητικό του σύμπαν σε λίγους στίχους, οι οποίοι όμως προκαλούν μεγάλη αίσθηση.

Απαλλάσσοντας εντελώς τη γραφή του από στολίδια και φλυαρίες, ο Στεργιόπουλος διαλέγει τον μικρό στίχο, τις σύντομες προτάσεις, το γρήγορο πέρασμα από ποίημα σε ποίημα. Ο λόγος του καταντά σχεδόν αφοριστικός: ο ποιητής δεν αναρωτιέται, δε θέτει ερωτήματα, περισσότερο φαίνεται να έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα.

"Ας επαναλάβουμε

αυτή την τραγωδία

μπας και βρούμε τον εαυτό μας".

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον επομένως ότι μορφή και περιεχόμενο φαίνονται να ταυτίζονται και να βρίσκονται σε μια σχέση ατελείωτης αλληλεξάρτησης. Η αυστηρή δομή περικλείει κι ένα αυστηρό περιεχόμενο: ο ποιητής, άλλοτε ως παρατηρητής κι άλλοτε ως μέρος ενός συνόλου, ρίχνει ιδιαίτερα σκληρή τη ματιά του στον κόσμο που μας περιβάλλει.

Τι κόσμος είναι αυτός; Ένας κόσμος σε τέλμα ή ακόμα και σε πλήρη αποσύνθεση. Και στο κέντρο αυτού ο άνθρωπος -ο πραγματικός πρωταγωνιστής αυτής της ποιητικής συλλογής- με τις αδυναμίες του, τα πάθη του, την αναβλητικότητα του, την λιποψυχία του, κουρασμένος και σε απόλυτη παραίτηση, που δεν έχει ούτε τη δύναμη ούτε τη διάθεση να προχωρήσει σε κάποια αλλαγή. Γι' αυτό και η ποίηση του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου μπορεί να διαβαστεί και ως υπαρξιακή, αλλά και ως κοινωνική. Ή μάλλον, ακόμα καλύτερα, είναι κοινωνική μέσα από ένα υπαρξιακό πρίσμα.

"Ετερόφωτες υπάρξεις,

αδύναμες,

τρέμουν, αργοσβήνουν,

πασχίζουν να κρατήσουν το δανεικό φως.

Θάνατος και ξανά θάνατος".

Ποιος είναι ο ρόλος του ποιητή μέσα σε όλα αυτά; Απλώς να καταγράψει, να επισημάνει, να επιστήσει την προσοχή. Να κάνει το κατηγορώ του. Το εγώ απουσιάζει εντελώς από τη συλλογή˙ αντιθέτως, το εμείς και το εσύ είναι διαρκώς παρόντα, καθώς τα περισσότερα ποιήματα είναι γραμμένα σε πρώτο πληθυντικό ή σε δεύτερο ενικό. Ο ποιητής πάντως ούτε ελπίζει ούτε απελπίζεται, ούτε παρακινεί ούτε κρίνει. Το χρέος του αρχίζει και τελειώνει στην ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας.

"Με το πουκάμισο

του φιδιού μάς έντυσαν.

Γι' αυτό σερνόμαστε

σ' ένα βουνό άπειρων εγώ".

Ο ποιητής φαίνεται να ξέρει την αξία και τη δύναμη των λέξεων κι αυτή είναι μία έννοια που επανέρχεται ξανά και ξανά στους στίχους. Όπως και το δίπολο φως-σκοτάδι, που εμφανίζεται συνεχώς με καινούργιες μορφές και με διαφορετικές αιτίες και μοιάζει να συμπυκνώνει πολλές φορές τη βαθύτερη σκέψη του ποιητή.

"Είδα ένα κομμάτι φως

να τρέχει.

Άκουσα το σκοτάδι του".

Η "Ευστοχία υλικού" είναι μια σκληρή ποιητική συλλογή, που καταφέρνει όμως να αποφύγει τις δραματικές εξάρσεις και υπερβολές και να διατηρήσει ένα νηφάλιο και λιτό προφίλ. Γι' αυτό ακριβώς οι στίχοι ασκούν τόση δύναμη στον αναγνώστη, με αποτέλεσμα να μπορεί να διαβαστεί ξανά και ξανά.

"Ο Φοίνικας" του Χρήστου Χωμενίδη

"Ο Φοίνικας" του Χρήστου Χωμενίδη (Εκδόσεις Πατάκη, 2018)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το periou.gr

Εμπνεόμενος από τη ζωή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, ο Χρήστος Χωμενίδης αφηγείται στον "Φοίνικα" την ιστορία του Πάρη Κερκινού και μέσω αυτής και την ιστορία της Ελλάδας, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις πρώτες δεκαετίας του 20ου. Θυελλώδης, αντισυμβατικός, οραματιστής, ο ποιητής Κερκινός, έχοντας πάντα ως στήριγμα και πηγή έμπνευσης τη σύζυγό του, Ήβη Σπρίνγκφιλντ, κινείται από την Πάρνηθα στη Νέα Υόρκη κι από εκεί στην Αθήνα, παίρνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, ταράζει τα λογοτεχνικά νερά της χώρας του, υλοποιεί το μεγάλο του όραμα με μια γιορτή στους Δελφούς.

Ένα αναμφίβολα φιλόδοξο μυθιστόρημα, που συνδυάζει με ενδιαφέροντα τρόπο μυθοπλασία και ιστορική αλήθεια, που πλάθει σχεδόν σουρεαλιστικούς λογοτεχνικούς ήρωες και την ίδια στιγμή περιγράφει ρεαλιστικά την κοινωνία της εποχής. Από τις σελίδες του βιβλίου περνούν όλα τα σημαντικά γεγονότα της Ελλάδας από το 1860 ως το 1927 και παρελαύνουν -λογοτεχνικά παραλλαγμένα- ένα σωρό ιστορικά πρόσωπα από το χώρο της πολιτικής και της τέχνης.

Ο Χρήστος Χωμενίδης βέβαια δεν ενδιαφέρεται να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, απλώς πατάει πάνω στην ιστορική αλήθεια για να μιλήσει για τα ζητήματα που τον ενδιαφέρουν. Οι ήρωες του βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση με την κοινωνία στην οποία κινούνται: επηρεάζονται ασφαλώς από αυτήν, αλλά είναι τόσο μεγάλη η ορμή τους που καταλήγουν κι αυτοί με τη σειρά τους να την επηρεάζουν και να προσπαθούν διαρκώς να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Οι ήρωες του "Φοίνικα" ξεφεύγουν κατά πολύ από τα ανθρώπινα μέτρα. Ανένταχτοι στις κοινωνικές επιταγές, παθιασμένοι, με μεγάλες ιδέες και μεγαλόπνοα σχέδια, φτάνουν στα όρια του σουρεαλισμού. Ο Χωμενίδης δε φοβάται να τους ανεβάσει σε δυσθεώρητα ύψη, να τους μυθοποιήσει και από εκεί να τους γκρεμίσει, να τους εκθέσει και να τους βάλει να ξεκινήσουν από την αρχή.

Αντίβαρο σε αυτό στέκεται η ιστορική πραγματικότητα, το ιστορικό πλαίσιο που είναι πέρα για πέρα αληθινό και καταγράφεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο. Πέρα από τον έξυπνο συνδυασμό λογοτεχνίας και αλήθειας, ο Χωμενίδης προχωρά και ένα βήμα παραπέρα: μας παρουσιάζει τις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις της εποχής, τολμώντας να φωτογραφίσει -αν και χωρίς να κατονομάσει- τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά πρόσωπα της Ελλάδας του τότε.

Ο "Φοίνικας" είναι ένα τολμηρό βιβλίο, που δε διστάζει να διακωμωδήσει πρόσωπα και καταστάσεις και την ίδια στιγμή να μιλήσει για σοβαρά πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι μπορεί και αφορά ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό είτε για τις ιστορικές αναφορές είτε για τις ιδέες που εκφράζει, είτε απλώς για τον φρέσκο και άνετο τρόπο γραφής.

"Εκεί που ζούμε" του Χρίστου Κυθρεώτη

Εκεί που ζούμε, του Χρίστου Κυθρεώτη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το fractal.gr

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ένας δικηγόρος γύρω στα 35 που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, αλλά σκοπεύει στο προσεχές μέλλον να φύγει μόνιμα στο εξωτερικό. Μια καλοκαιρινή ημέρα με αφόρητη ζέστη θα αποδειχτεί ιδιαίτερα απαιτητική: πρέπει να παραστεί στο δικαστήριο για μια δύσκολη υπόθεση, πρέπει να βγει για καφέ με τον πρώτο του νεανικό έρωτα, να συνοδέψει τον πατέρα του σε μια επαγγελματική υποχρέωση, να συναντήσει τον άλλον μεγάλο έρωτα της ζωής του - όλα αυτά (και πολλά ακόμα) σε μία μόνο μέρα.

Ένα μόλις εικοσιτετράωρο από τη ζωή του κεντρικού ήρωα είναι ό,τι βλέπει ο αναγνώστης στο "Εκεί που ζούμε". Ένα εικοσιτετράωρο όμως που τα έχει όλα: επαγγελματικές δυσκολίες, ερωτικές σχέσεις, οικογενειακές υποθέσεις, σκέψεις, διλήμματα, αποφάσεις. Ο Χρίστος Κυθρεώτης, με απίστευτη αφηγηματική δεινότητα, καταφέρνει να συμπυκνώσει τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια σε μία μόνο μέρα, συμπλέκοντας με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο το παρόν με το παρελθόν, το αποτέλεσμα με την αιτία, την ψυχοσύνθεση του ήρωα με τις αποφάσεις του.

Χωρίς καθόλου να πλατειάσει ή να φλυαρήσει και καταφέρνοντας να μη χαθεί μέσα στον όγκο των γεγονότων και των σκέψεων, ο Κυθρεώτης στήνει τη δομή του βιβλίου του με αριστουργηματικό τρόπο, διατηρώντας αφενός μια σταθερότητα στον τρόπο που εξελίσσεται η πλοκή και κρατώντας αφετέρου διαρκώς ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Παρόν και παρελθόν συνεχώς εναλλάσσονται και πολλά ζητήματα επανέρχονται ξανά και ξανά για να φωτιστούν περισσότερο και όλο αυτό το αφηγηματικό παιχνίδι είναι που δίνει στην ανάγνωση έναν γρήγορο και ευχάριστο ρυθμό.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πώς μπορεί να στηθεί ένα τόσο ελκυστικό βιβλίο με τόσο απλά υλικά: ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" είναι ένας εντελώς συνηθισμένος νέος της εποχής μας (ίσως μάλιστα να είναι και κάτι παραπάνω από συνηθισμένος - όπως λέει και ο ίδιος, επιθυμεί να ζήσει μια μέτρια ζωή χωρίς ποτέ να του συμβεί κάτι ιδιαίτερο) και τα όσα εξιστορούνται στο βιβλίο είναι τόσο απλά και τόσο καθημερινά που λίγο-πολύ έχουν συμβεί στον καθένα. Ο Κυθρεώτης ωστόσο καταφέρνει να πάρει αυτήν την τόσο συνηθισμένη ιστορία και να την μεταπλάσει σε ένα βιβλίο βαθυστόχαστο με κοινωνικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, σαν να ανατέμνει, να αναλύει και να παρουσιάζει τον σημερινό μέσο άνθρωπο και την εποχή που διανύουμε.

Ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον εαυτό του, αλλά και με την κοινωνία. Ο συγγραφέας σχολιάζει εύστοχα την σημερινή ελληνική πραγματικότητα, εντοπίζοντας τους τρόπους που αυτή επηρεάζει τις επιλογές και την καθημερινότητα του κάθε ατόμου, και τοποθετεί την ιστορία του στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς την σε έναν από τους ήρωες του βιβλίου.

Η επιλογή του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρίζει στο κείμενο απίστευτη ειλικρίνεια, νηφαλιότητα και αμεσότητα και δημιουργεί και ένα ενδιαφέρον παιχνίδι: βλέπουμε την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που λέει και αυτά που σκέφτεται, αυτά που αισθάνεται και αυτά που πράττει, αυτά που επιθυμεί και αυτά που αποφασίζει να κάνει.

Ο Κυθρεώτης χρησιμοποιεί απλά περιστατικά για να τα μετατρέψει τελικά σε καθολικές αλήθειες. Τολμά να βουτήξει βαθιά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, διατηρώντας την ίδια στιγμή ένα εντελώς ανάλαφρο ύφος. Γράφει ένα απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο όμως φαντάζει διαχρονικό. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το χιούμορ που βρίσκει πολύ όμορφα τη θέση του μέσα στην αφήγηση, έχουμε ένα βιβλίο απολαυστικό, που αφήνει το στίγμα του και μετά το τέλος της ανάγνωσης.