"Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες", της Ντέλια Όουενς (Εκδόσεις Δώμα, 2019) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Fractal

Η Κάια είναι μια κοπέλα που ζει σε ένα καλύβι στους βάλτους της Βόρειας Καρολίνας, κοντά στην μικρή πόλη Μπάρκλι Κόουβ. Στα έξι της χρόνια η μητέρα της θα φύγει από το σπίτι και σταδιακά θα φύγουν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Η Κάια θα βρεθεί ολομόναχη και θα πρέπει να επιβιώσει. Πώς θα τα καταφέρει; Θα μπορέσει άραγε να εμπιστευτεί ξανά τους ανθρώπους; Μερικά χρόνια μετά η πόλη θα αναστατωθεί από ένα αναπάντεχο γεγονός: τον θάνατο ενός νεαρού, του Τσέις. Ήταν δολοφονία ή ατύχημα; Η Κάια έχει άραγε σχέση με αυτό το συμβάν;

Το "Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες" είναι πάνω απ' όλα μια ιστορία επιβίωσης και ενηλικίωσης. Ο καθημερινός αγώνας της ηρωίδας σε συνδυασμό με το αίσθημα της μοναξιάς και τη ζωή στους βάλτους συνθέτουν μια απίστευτα ενδιαφέρουσα ιστορία που κάνει την ανάγνωση να κυλά σαν νερό.

Αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό για να έχουμε ένα εξαιρετικό βιβλίο, όμως η συγγραφέας προχωρά ένα βήμα παραπέρα: εντάσσει στην πλοκή και έναν μυστηριώδη θάνατο, στον οποίον φαίνεται να εμπλέκεται και η ηρωίδα με αινιγματικό τρόπο. Η απόφαση της να μην αφηγηθεί γραμμικά την ιστορία, αλλά να παρουσιάζει εναλλάξ τα κεφάλαια των δύο υποθέσεων από τη μια ξεκουράζει τον αναγνώστη, από την άλλη κλιμακώνει την ένταση, μέχρι να φτάσουμε στο λυτρωτικό φινάλε.

Ένα βιβλίο άψογο από όλες τις απόψεις -περιεχόμενο, γλώσσα, δομή-, πράγμα εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς ότι είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Ντέλια Όουενς. Καθότι ζωολόγος βέβαια έχει γράψει πολλά επιστημονικά βιβλία. Μάλιστα, χάρη σε αυτήν της την ιδιότητα το "Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες" γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον: οι περιγραφές του βάλτου, η αποτύπωση της φύσης, ο τρόπος που η ζωή της ηρωίδας συνδέεται με το μέρος στο οποίο μένει δίνουν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Το "Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες" είναι μια συναρπαστική ιστορία, αφηγημένη με έναν εξίσου συναρπαστικό τρόπο. Ο ορισμός του page turner, είναι αδύνατο να αφήσεις από τα χέρια σου το βιβλίο. Χωρίς φλυαρίες, χωρίς μελοδραματισμούς, με σπουδαία μηνύματα και με εύστοχες αναφορές στην ενδοοικογενειακή βία, τις προκαταλήψεις, τις ανθρώπινες αδυναμίες, η Όουενς διαχειρίζεται πολύ καλά το υλικό της και χαρίζει σε όποιον διαβάσει το βιβλίο της μια  απολαυστική αναγνωστική εμπειρία. Θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει και ταινία.

Αγαπημένα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων γραμμένα έως το 1980

H Χρυσάνθη Ιακώβου προτείνει στους αναγνώστες του cityportal αγαπημένα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων από την ελληνική λογοτεχνία, γραμμένα έως το 1980

(Αναδημοσίευση απο το cityportal.gr)

Το πιο ασφαλές κριτήριο για ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα είναι ο χρόνος. Αν καταφέρνει ένα έργο να συγκινεί και να αγαπιέται δεκαετίες μετά τη δημιουργία του, αυτό σημαίνει -αν μη τι άλλο- ότι είναι γνήσιο και διαχρονικό. Αγαπώ τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, επειδή πιάνει τον σφυγμό της σημερινής κοινωνίας, αλλά αγαπώ εξίσου και τα βιβλία προηγούμενων δεκαετιών για τα ιστορικά τους στοιχεία, για τη γλώσσα τους και γιατί μέσω αυτών μπορεί να δει κανείς γλαφυρά ολόκληρη την πορεία του ελληνικού έθνους και να κατανοήσει έτσι το χθες και το σήμερα της χώρας μας.

"Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" του Νίκου Καζαντζάκη

Η πρώτη μου επαφή με τον Καζαντζάκη ήταν με το "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" και διαβάζοντάς το κατάλαβα για ποιο λόγο θεωρείται τόσο σπουδαίος συγγραφέας. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη λογοτεχνία τόσο εύστοχη αποτύπωση της κοινωνίας. Εκτός από την ενδιαφέρουσα υπόθεση, τις υπέροχες περιγραφές και τις πληροφορίες για τη ζωή της περιόδου στην οποία τοποθετείται η ιστορία, ο Καζαντζάκης μετατρέπει με μοναδικό τρόπο τους ήρωες του σε σύμβολα για να μιλήσει για το καλό και για το κακό, για την υποκρισία και το φθόνο, για τις αδυναμίες και τις παθογένειες της κοινωνίας, κάνοντας έτσι το βιβλίο του απόλυτα διαχρονικό.

Όλα τα διηγήματα του Γεώργιου Βιζυηνού

Έργο του Βιζυηνού διάβασα για πρώτη φορά στο σχολείο, μια και το "Αμάρτημα της μητρός μου" ήταν στην διδακτέα ύλη. Με γοήτευσε τόσο πολύ η γραφή του που αποφάσισα να διαβάσω όλα του τα διηγήματα. Οι ήρωες του Βιζυηνού χαρακτηρίζονται από μία τραγικότητα: βρίσκονται σε μια δίνη δυσάρεστων καταστάσεων που δεν προκάλεσαν οι ίδιοι, αλλά παρόλο που προσπαθούν πραγματικά να ξεφύγουν από αυτήν δεν τα καταφέρνουν. Το μαγικό με τον Βιζυηνό είναι ότι, ενώ οι ιστορίες του είναι σκληρές και θλιβερές, η γλώσσα του είναι τρυφερή, σαν να θέλει να μετριάσει τη στεναχώρια του αναγνώστη. Το στοιχείο ωστόσο που τον καθιστά έναν πραγματικά σπουδαίο πεζογράφο είναι η ικανότητα του να μπαίνει βαθιά στην ψυχοσύνθεση των ηρώων του και να παρουσιάζει τις πράξεις τους ως αποτέλεσμα των συναισθημάτων τους, πράγμα σχεδόν πρωτόγνωρο για τα λογοτεχνικά δεδομένα της εποχής του, που είναι όμως πετυχημένο ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα.

"Η Χαμένη Άνοιξη" του Στρατή Τσίρκα

Ένας καθηγητής ιστορίας μού είχε πει κάποτε ότι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να μάθει κανείς ιστορία είναι να διαβάσει ιστορικά μυθιστορήματα. Έτσι αποφάσισα να διαβάσω την "Χαμένη Άνοιξη" του Τσίρκα - και πράγματι έμαθα (ή μάλλον ένιωσα) όσα συνέβησαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του '60. Το μυθιστόρημα καλύπτει ένα μικρό χρονικό διάστημα: είκοσι μόλις μέρες, από τις 4 μέχρι τις 23 Απριλίου του 1965. Κι όμως αυτό το διάστημα είναι αρκετό για να καταφέρει να καλύψει ο συγγραφέας τα γεγονότα της Αποστασίας, τον εξαναγκασμό του Παπανδρέου σε παραίτηση, το θάνατο του Σωτήρη Πέτρουλα. Με μοναδική δεξιοτεχνία, ο Τσίρκας συνδέει τις προσωπικές υποθέσεις των ηρώων του με τα μεγάλα γεγονότα εκείνης της εποχής και μεταφέρει στον αναγνώστη αυτούσιο το ταραγμένο κλίμα των ημερών, δίνοντας του μια ξεκάθαρη εικόνα για το πώς οδηγήθηκε η Ελλάδα στο Πραξικόπημα λίγα χρόνια μετά.

"Ο ζητιάνος" του Ανδρέα Καρκαβίτσα 

Ο "Ζητιάνος" είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, συναρπαστικό για την υπόθεση του, ενδιαφέρον για τις ιστορικές πληροφορίες και μοναδικό για τα μηνύματα του. Ο Καρκαβίτσας παρουσιάζει μια πολύ γλαφυρή εικόνα της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, την πίστη σε δεισιδαιμονίες και την πονηριά να είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των κατοίκων του μικρού χωριού στο οποίο τοποθετείται η υπόθεση. Με μοναδικό τρόπο ο συγγραφέας περιγράφει από τη μια τα πονηρά τεχνάσματα του ζητιάνου και από την άλλη τις αντιδράσεις των κατοίκων. Μέσα από αυτήν την ιστορία ο Καρκαβίτσας καταφέρνει να ασκήσει έντονη κριτική στα ήθη και στους θεσμούς της εποχής και να καυτηριάσει -σχεδόν με σατιρική διάθεση- τα κακώς κείμενα της τότε κοινωνίας. Το δε φινάλε είναι από αυτά που δεν ξεχνάς ποτέ.

"Η Μεγάλη Χίμαιρα" του Μ. Καραγάτση

Δεν είναι τυχαίο που αυτό το βιβλίο διαβάζεται μέχρι σήμερα και που είναι τόσο αγαπητό στους βιβλιόφιλους. Οι ήρωες της "Μεγάλης Χίμαιρας" κουβαλούν κάτι από την τραγικότητα των ηρώων του αρχαίου δράματος. Κινούνται από τα πάθη τους, όχι γιατί είναι αδύναμοι, αλλά γιατί -πολύ απλά- ακολουθούν τον χαρακτήρα τους. Στο τέλος ασφαλώς συντρίβονται, αλλά με αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια. Το πιο σημαντικό πράγμα που κατάφερε ο Καραγάτσης σε αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο ότι αφηγήθηκε όμορφα μια τραγική ιστορία γεμάτη έρωτα και θάνατο, αλλά ότι συνέδεσε τις κοινωνικές επιταγές της περιόδου και του τόπου όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση με την ψυχοσύνθεση και τις ενέργειες των ηρώων, δημιουργώντας έτσι με πολύ εύστοχο τρόπο αλυσιδωτές καταστάσεις και αναπότρεπτα γεγονότα, που οδηγούν σε ένα πολύ δυνατό φινάλε.

 

Χρυσάνθη Ιακώβου

Η Χρυσάνθη Ιακώβου έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές ("Αχ-έρων", Εκδόσεις Βακχικόν 2013 και "Τεθλασμένοι χρόνοι", Εκδόσεις Βακχικόν 2017) και έχει συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματά της σε ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις. Διατηρεί συνεργασία με ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά ως κριτικός βιβλίων. Συνεργάζεται με διάφορες ιστοσελίδες όπου δημοσιεύει απόψεις, συνεντεύξεις με καλλιτέχνες και κείμενα για τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Ασχολείται με τη φωτογραφία. Παρουσιάζει εδώ και πολλά χρόνια ραδιοφωνικές εκπομπές που αφορούν το βιβλίο και τον κινηματογράφο. Διατηρεί την προσωπική ιστοσελίδα www.chrisanthiiakovou.gr.

"Κάποιοι άλλοι", του Ιάκωβου Ανυφαντάκη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Ο ήρωάς μας είναι ένας απολυμένος δημοσιογράφος, ο οποίος έχει μετακομίσει με τη σύζυγο του στην Πολωνία. Αυτή δουλεύει, αυτός όχι - στον ελεύθερο χρόνο του προσπαθεί να ερμηνεύσει τους λόγους που απέτυχε πλήρως στη ζωή του. Όλα θα αλλάξουν όταν ένα πτώμα θα πέσει στην ταράτσα της οικοδομής του και ένα δεύτερο λίγο πιο μακριά. Το δεύτερο πτώμα -ένας λευκός άντρας μεγάλης ηλικίας- θα του κινήσει το ενδιαφέρον, θα του ξυπνήσει το δημοσιογραφικό δαιμόνιο και θα τον κάνει να ριχτεί σε μια απίστευτη έρευνα για να ανακαλύψει τι έγινε. Η ζωή του θα περιπλεχτεί κι άλλο όταν θα συναντήσει τυχαία έναν παλιό "φίλο" από την Ελλάδα και όταν θα αρχίσει να τρέφει ερωτικά συναισθήματα για μια Πολωνέζα φίλη του.

Το βιβλίο του Ιάκωβου Ανυφαντάκη "Κάποιοι άλλοι" είναι ένα μυθιστόρημα δύο ταχυτήτων: από τη μια αποτυπώνει τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης στους σημερινούς σαραντάρηδες και τολμά μια καταβύθιση στην ψυχοσύνθεση του Νεοέλληνα που προσπαθεί να ξαναβρεί τον εαυτό του, από την άλλη εμπεριέχει μια παράλληλη ιστορία που περιλαμβάνει διάσημους φωτογράφους, μυστικές έρευνες και διεφθαρμένους παράγοντες του ποδοσφαίρου. Είναι ενδιαφέρον το πώς ο συγγραφέας καταφέρνει να συνδυάσει τόσα διαφορετικά στοιχεία στο βιβλίο του, χωρίς να χαθεί μέσα στην αφήγηση και στον όγκο των πληροφοριών και χωρίς να κουράσει τον αναγνώστη.

Είναι λίγο νωρίς να μιλήσουμε για τη λογοτεχνική γενιά της κρίσης ή για τα σημάδια της κρίσης στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, αν ωστόσο αποφασίζαμε να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το "Κάποιοι άλλοι" είναι ένα χαρακτηριστικό και εξαιρετικό δείγμα. Ο ήρωάς μας δεν είναι παρά ένας συνηθισμένος τύπος, ίσως μάλιστα τόσο συνηθισμένος που θα μπορούσε να σηκώσει στους ώμους του το βάρος μιας γενιάς: είναι αυτός που έζησε τις μεγάλες αναταραχές της χώρας της περασμένης δεκαετίας, είναι αυτός που τα επαγγελματικά του όνειρα ανακόπηκαν βίαια λόγω της απόλυσης, είναι αυτός που αναγκάστηκε να μεταναστεύσει έχοντας διαρκώς στο μυαλό του την έννοια της αποτυχίας.

Αν το βιβλίο είχε παραμείνει σε αυτό μόνο το πλαίσιο, θα ήταν πάλι σπουδαίο, όχι όμως ιδιαίτερο. Αυτό που το καθιστά τόσο ενδιαφέρον είναι η παράλληλη ιστορία του, η δημοσιογραφική έρευνα του ήρωα για το πτώμα που βρέθηκε κοντά στο σπίτι του, μια ιστορία που περιλαμβάνει απίστευτους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, αναπάντεχες αποκαλύψεις, με μια εξέλιξη που ταιριάζει αρκετά στο αστυνομικό θρίλερ.

Η σφιχτή δομή, η πλοκή που ξετυλίγεται κομμάτι κομμάτι και τα στοιχεία που έρχονται σταδιακά για να συμπληρώσουν κενά που προηγήθηκαν δημιουργούν ένα υπέροχο ανάγνωσμα. Επιστέγασμα σε όλα αυτά και το λυτρωτικό φινάλε, που προσφέρει ένα είδος κάθαρσης τόσο στον ήρωά μας όσο και στον αναγνώστη.

 

"Είμαι όσα έχω ξεχάσει", του Ηλία Μαγκλίνη - κριτική βιβλίου

"Είμαι όσα έχω ξεχάσει", του Ηλία Μαγκλίνη (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το Περί ου

Παίζοντας έντονα με την έννοια της μνήμης, ο Ηλίας Μαγκλίνης στο μυθιστόρημα του "Είμαι όσα έχω ξεχάσει" προσπαθεί όχι να θυμηθεί, αλλά να μάθει όσα περισσότερα γίνεται για το οικογενειακό του παρελθόν, πασχίζοντας έτσι να γνωρίσει λίγο καλύτερα και τον εαυτό του.

Η αναζήτηση αυτή -η οποία σε κάποια σημεία παρουσιάζεται ξεκάθαρα ως δημοσιογραφική έρευνα, που ο αναγνώστης παρακολουθεί βήμα βήμα- θα οδηγήσει τον αφηγητή/συγγραφέα στον παππού του, ο οποίος το μακρινό 1944 πυροβολήθηκε πισώπλατα στο Αγρίνιο από μια κομμουνιστική οργάνωση. Τα εξιστορούμενα γεγονότα δεν περιορίζονται μόνο στη δολοφονία, αλλά απλώνονται σε όλο το ιστορικό πλαίσιο εκείνης της περιόδου, καθώς και στις επιπτώσεις που είχε αυτή στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον.

Ο αφηγητής/συγγραφέας δεν αναζητά μόνο την ιστορία του παππού του, αλλά προσπαθεί να ανακαλύψει και τον "άγνωστο" πατέρα του, έναν ιδιαίτερα κλειστό άνθρωπο, με τον οποίο δεν μπόρεσε ποτέ να έρθει κοντά συναισθηματικά και ο οποίος έφυγε νωρίς νικημένος από τον καρκίνο.

Ο Μαγκλίνης με ιδιαίτερη μαεστρία εντοπίζει το αόρατο νήμα που ενώνει τρεις γενιές, εστιάζοντας στις ανοιχτές πληγές, στους κοινούς φόβους, στις ομοιότητες σε συμπεριφορές, καταφέρνοντας έτσι να δώσει στην ιστορία του έναν καθολικό χαρακτήρα.

Το ενδιαφέρον με το "Είμαι όσα έχω ξεχάσει" είναι ότι συνδυάζει στοιχεία από πολλά είδη γραφής. Μπορεί να διαβαστεί ως μαρτυρία, ως ιστορία, ως έρευνα, ως εξομολόγηση. Τα γεγονότα παρουσιάζονται ξεκάθαρα, χωρίς περιττά στολίδια, φλυαρίες ή μελοδραματισμούς, το κείμενο όμως από την άλλη δε χάνει στιγμή το λογοτεχνικό του ύφος και αυτό είναι που το καθιστά τόσο ελκυστικό στην ανάγνωση.

Αντίβαρο στη νηφαλιότητα αυτή είναι κάποια κείμενα ποιητικού, κατά κάποιον τρόπο, ύφους που βρίσκονται εμβόλιμα ανάμεσα στα κεφάλαια: εδώ ο συγγραφέας απελευθερώνει τις σκέψεις του, τα συναισθήματα του, τον λόγο του, λέει όσα δε χωράνε να ειπωθούν στις υπόλοιπες σελίδες, τις γεμάτες γεγονότα, δολοφονίες, ενοχές, αδικίες.

Ο Ηλίας Μαγκλίνης μπαίνει μέσα στην ιστορία του, με όση απόσταση χρειάζεται για να την αφηγηθεί ψύχραιμα και όσο βαθιά πρέπει για να της δώσει συναίσθημα. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με ενδιαφέρον τόσο για τις ιστορικές του πληροφορίες όσο και γιατί ο καθένας μπορεί να βρει κομμάτια του εαυτού του στις σκέψεις που καταθέτει ο συγγραφέας.

"Κέρμα στον αέρα" της Τασούλας Επτακοίλη

"Κέρμα στον αέρα" της Τασούλας Επτακοίλη (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περι ου

Μπορούν να χωρέσουν ογδόντα χρόνια μέσα στις σύντομες ιστορίες δέκα προσώπων μιας οικογένειας, σε μόλις 140 σελίδες; Κρίνοντας από το νέο βιβλίο της Τασούλας Επτακοίλη η απάντηση είναι ναι. Από τον πόλεμο του '40 και τον Εμφύλιο μέχρι τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση και τη σημερινή κρίση, από τον Πειραιά μέχρι τη Σάμο και την Αυστραλία, η Τασούλα Επτακοίλη καλύπτει ένα ευρύ χρονικό και γεωγραφικό φάσμα περιγράφοντας μόλις μια μέρα από τη ζωή των ηρώων της.

Άκρως ενδιαφέρον ως προς τη δομή -και ως εκ τούτου ελκυστικό στην ανάγνωση- το "Κέρμα στην αέρα" είναι μεν μυθιστόρημα, αλλά είναι χωρισμένο σε δέκα ξεχωριστές ιστορίες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να σταθούν και ως ανεξάρτητα διηγήματα. Παρόλο που το κάθε κεφάλαιο περιγράφει μία μόλις μέρα από τη ζωή του κάθε ήρωα, η συγγραφέας καταφέρνει να μας παρουσιάσει ολόκληρη τη ζωή του καθενός και παράλληλα να μας δώσει μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα της ιστορίας της Ελλάδας από το '40 μέχρι και σήμερα.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη. Οι δέκα ήρωες ενώνονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς, οπότε τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια περιστατικά εμφανίζονται πολλές φορές σε διαφορετικά κεφάλαια, κι έτσι παρουσιάζονται συνεχώς νέες πληροφορίες που φωτίζουν και εμπλουτίζουν τις ιστορίες που προηγήθηκαν.

Με αφηγηματική δεινότητα και με άνεση στη γραφή, η Επτακοίλη προσαρμόζει το ύφος της και τη γλώσσα της στον εκάστοτε πρωταγωνιστή. Με την ίδια άνεση περνά από τις περιγραφές ιστορικών γεγονότων στις πιο προσωπικές εξομολογήσεις. Το βιβλίο εξάλλου διαθέτει απίστευτη ποικιλία: άντρες ήρωες, γυναίκες ηρωίδες, άλλοι στην εφηβεία τους και άλλοι ηλικιωμένοι, κάποιους τους βρίσκουμε σε κομβικές στιγμές της ζωής τους και άλλους σε μια συνηθισμένη τους μέρα, άλλους τους πετυχαίνουμε να ονειρεύονται για το μέλλον και άλλους να κάνουν απολογισμό για το παρελθόν τους, για κάποιους γνωρίζουμε ήδη από προηγούμενα κεφάλαια και για κάποιους άλλους μαθαίνουμε μετά πώς εξελίχτηκε η ζωή τους.

Η Τασούλα Επτακοίλη παίρνει δέκα συνηθισμένους ανθρώπους και τους μετατρέπει αβίαστα σε λογοτεχνικούς ήρωες. Πότε διασταυρώνονται μεταξύ τους, πότε με την ίδια την ιστορία. Άλλοτε πληρώνουν τα δικά τους λάθη, άλλοτε τους προλαβαίνει η μοίρα. Ιστορίες που συγκινούν, που ξαφνιάζουν, που προκαλούν ευθυμία. Ένα απολαυστικό βιβλίο που μιλά απλά αλλά βαθιά και ουσιαστικά για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τα λάθη, για τους απολογισμούς της ζωής μας.