Κινδυνεύει η ελευθερία του λόγου;

http://www.chrisanthiiakovou.gr/images/photo/kindineuei_i_eleutheria_tou_logou3.jpg

Μετά τα γεγονότα στο Καπιτώλιο, μπλοκαρίστηκαν, ως γνωστόν, οι λογαριασμοί του Τραμπ από τα social media. Αυτό μπορεί να φαντάζει δικαιολογημένο στα μάτια κάποιων: αν ένας άνθρωπος με μεγάλη επιρροή έχει τη δύναμη να προκαλέσει επεισόδια που απειλούν την τάξη και τη δημοκρατία, δεν είναι προς όφελος όλων να περιοριστεί η επιρροή αυτού του ανθρώπου; Φανταστείτε να μπορούσαμε να είχαμε ανακόψει κάποτε την επιρροή του Χίτλερ, για παράδειγμα, και να του είχαμε αφαιρέσει το δικαίωμα να μιλά στο ευρύ κοινό! Πόσο σωτήριο θα είχε αποδειχτεί αυτό!

Εκ των υστέρων βέβαια φαντάζει λογικό. Όμως πόσο λογικό είναι στα αλήθεια το να εμποδίζουμε κάποιον να μιλήσει ελεύθερα; Σήμερα είναι ο Τραμπ, αύριο ποιος θα μπορούσε να είναι; Αν δούμε την γενικότερη εικόνα, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ήταν σωστή ή λάθος η απόφαση να μπλοκαριστεί ο Τραμπ. Το πραγματικό ερώτημα είναι: είναι θεμιτό να στερείται κάποιος την ελευθερία του λόγου; Πόσο λεπτή είναι η γραμμή που διαχωρίζει το "μπλοκάρω κάποιον επειδή είναι πραγματικά επικίνδυνος" από το "μπλοκάρω κάποιον επειδή δε μου αρέσουν αυτά που γράφει"; Και το αμέσως επόμενο ερώτημα: ποιος είναι αυτός που αποφασίζει ποιοι θα μπλοκαριστούν και ποιοι όχι;

Εδώ και αρκετό καιρό διανύουμε την εποχή του politically correct, το οποίο από τη μια είναι σωστό ως τάση, από την άλλη όμως έχει ενισχύσει τη λογοκρισία, καταδικάζοντας βίαια οποιαδήποτε άποψη ξεφεύγει λίγο από την πολιτική ορθότητα. Η πανδημία ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, καθώς γίνεται προσπάθεια να περιοριστούν οι φωνές που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την παγκόσμια υγεία. Όλα αυτά έχουν βέβαια μια δόση λογικής, αλλά μήπως τελικά δημιουργούν το κατάλληλο έδαφος που θα επιφέρει αύριο-μεθαύριο την πραγματική λογοκρισία και τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου;

Πάντα πίστευα ότι το μεγάλο στοίχημα αυτού του αιώνα θα ήταν η ελευθερία της σκέψης. Το να μπορείς να σχηματίζεις μια αντικειμενική και κατά το δυνατόν λογική άποψη, ανεπηρέαστος από την πλύση εγκεφάλου των ΜΜΕ και τον ιλιγγιώδη αποπροσανατολισμό των social media. Τελικά όμως το πράγμα οδεύει για αλλού. Πόσο εύκολο θα είναι άραγε στο μέλλον να εκφράζουμε δημοσίως την άποψη μας, όποια κι αν είναι αυτή; Θα μπορεί αυτό το άρθρο να δημοσιευτεί ανεμπόδιστα σε μερικά χρόνια;

Μετά την πανδημία: τι με τρομάζει περισσότερο

http://www.chrisanthiiakovou.gr/images/photo/meta_tin_pandimia.jpg

Προφανώς αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος μας φόβος είναι να μην κολλήσουμε και να μην πεθάνουμε, αλλά δε χρειάζεται να είσαι αναλυτής για να καταλάβεις ότι αυτό που ζούμε τώρα είναι το πρώτο μόλις στάδιο από τα χειρότερα που θα ακολουθήσουν.

Δεν ξέρω κατά πόσο το σκεφτόμαστε τώρα -μιας και είμαστε αρκετά απασχολημένοι με το φόβο μας ή με τη λαχτάρα μας να βγούμε έξω όπως παλιά ή με την προσπάθεια μας να σώσουμε οτιδήποτε σώζεται- αλλά είναι αυτονόητο ότι το μεγάλο πρόβλημα δε θα είναι ούτε το ψυχικό κόστος ούτε οι κοινωνικές αλλαγές, αλλά μια νέα οικονομική κρίση.

Και τι είδους κρίση θα είναι αυτή; Δε θα είναι σαν αυτήν που βιώνουμε ήδη εδώ και δέκα χρόνια, αλλά δεν ξέρουμε και πώς ακριβώς θα είναι. Πανδημίες στην ιστορία της ανθρωπότητας έχουν υπάρξει πάρα πολλές, αλλά για τη δική μας γενιά είναι η πρώτη. Και είναι κάτι εντελώς πρωτόγνωρο και άγνωστο για εμάς.

Με την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας το πράγμα έδειχνε κάπως να σταθεροποιείται. Ασφαλώς και συντελέστηκαν μεγάλες αλλαγές, αλλά η αργή επαναπροσαρμογή μας μάς οδήγησε τελικά σε μια σχετική ασφάλεια, συγκριτικά με τα πρώτα χρόνια. Οι αλλαγές όμως που προκαλεί μια πανδημία είναι και σαρωτικές και ραγδαίες: δύσκολα μπορείς να κάνεις προβλέψεις και ακόμα πιο δύσκολα μπορείς να προλάβεις τα χειρότερα.

Αλλά αυτό που κυρίως σου στερεί η πανδημία -και αυτό που μου φαίνεται το πιο φοβερό και τρομακτικό απ' όλα- είναι η επιθυμία σου να αντιδράσεις. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με λάθος πολιτικούς χειρισμούς ή οικονομικά σκάνδαλα, αλλά με ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Ή για να το πω καλύτερα, μπορεί να έχουμε και πάλι σκάνδαλα και λάθος χειρισμούς εκ μέρους των εκάστοτε κυβερνήσεων, αλλά αυτά κατά κάποιον τρόπο χάνονται κάτω από το άλλοθι της υγείας.

Ο «εχθρός» εδώ δεν είναι συγκεκριμένες ομάδες προσώπων που ευθύνονται για την κακή κατάσταση της χώρας, αλλά ένας ιός. Μπροστά στον φόβο του θανάτου δέχεσαι σχεδόν τα πάντα, ακόμα κι αν σε πολλά πράγματα καταβάθος δε συμφωνείς. Έτσι, απέναντι σε ποιον να διαδηλώσεις, να εξεγερθείς, να αντιδράσεις; Ποιον να μαυρίσεις στις επόμενες εκλογές; Τι ακριβώς να διεκδικήσεις; Δεν μπορείς να ζητήσεις τα ρέστα από πουθενά, γιατί θεωρητικά κανείς δεν ευθύνεται.

Τι μέλλον λοιπόν μπορεί να έχει μια χώρα που οικονομικά θα καταστραφεί, αλλά δε θα έχει την ορμητικότητα να αντιδράσει και να διεκδικήσει; Κι αν δεν έχει αυτά τα δύο, πώς θα γίνουν οι αλλαγές για να πάει μπροστά;

Μια πανδημία παγώνει τα πάντα με έναν τρόπο απόλυτο, τόσο σε πρακτικό επίπεδο όσο και σε ψυχολογικό. Κι αυτός φαίνεται να είναι ένας πολύ κακός συνδυασμός. Αν προσθέσουμε σε αυτά τις μεγάλες αλλαγές που θα έρθουν στον τρόπο ζωής και στον τρόπο σκέψης -πράγματα που φαίνονται ήδη αρκετά καθαρά από τώρα- μιλάμε για ένα αγνώριστο μελλοντικό τοπίο. Ας είμαστε προετοιμασμένοι για όλα.

Διήγημα «Το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι» στο περιοδικό οαναγνώστης

Το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι, της Χρυσάνθης Ιακώβου, αναδημοσίευση από το περιοδικό οαναγνώστης/oanagnostis.gr (Δεκέμβριος 2020)

Ο καθηγητής της φωτογραφίας είπε βαριεστημένα και με φωνή ανέκφραστη: «Θέλω για τα Χριστούγεννα να φωτογραφίσετε ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι παλιό που αγαπούσατε, που θέλατε να αποκτήσετε ίσως, ακόμη κι ένα που μισούσατε».

Στο δρόμο για το σπίτι η φωτογράφιση τριγύριζε στο μυαλό του. Ένα παγωμένο αεράκι φυσούσε απαλά, ανακατωμένο με ανάλαφρες νιφάδες, κι αυτός σήκωσε ασυναίσθητα το γιακά του παλτού του. Τι στο καλό να έβγαζε; Μια ατέλειωτη σειρά από παιχνίδια πέρασε σε δευτερόλεπτα από τη μνήμη του, όταν ξαφνικά το μυαλό του σταμάτησε σε ένα συγκεκριμένο, που η εικόνα του ήταν τόσο παλιά και ξεθωριασμένη που την είχε σχεδόν ξεχάσει.

Ήταν-δεν ήταν εφτά χρονών και πλησίαζαν Χριστούγεννα. Ήταν επίσκεψη στη θεία του και είχε μαζί του το δώρο που του είχε μόλις κάνει ο πατέρας του για τις γιορτές: ένα τηλεκατευθυνόμενο τρενάκι. Ήταν ό,τι καλύτερο είχε λάβει ποτέ˙ είχε ενθουσιαστεί.

Κλεισμένοι στο δωμάτιο με τον ξάδερφό του έπαιζαν ξετρελαμένοι με το τρένο, όταν ακούστηκαν θόρυβοι. Συρσίματα, ένα τρίξιμο, ο ήχος ενός γυαλιού που γίνεται θρύψαλα. Βγαίνει απορημένος στον διάδρομο κι από τη μισάνοιχτη πόρτα του διπλανού δωματίου βλέπει τον πατέρα του και τη θεία του. Έχουν γείρει πάνω στο γραφείο, αυτή έχει τυλιγμένα τα χέρια της γύρω απ’ τον λαιμό του κι αυτός προσπαθεί με βίαιες κινήσεις να της σηκώσει τη φούστα.

Δεν ήταν τόσο ότι σοκαρίστηκε, όσο ότι απόρησε, δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που είδε ήταν φυσιολογικό ή όχι. Κι αν τα είπε όλα μονοκοπανιά στη μητέρα του φτάνοντας στο σπίτι, δεν το ‘κανε για να μαρτυρήσει τον πατέρα του, αλλά για να του λυθεί η απορία.

Τα Χριστούγεννα εκείνα ήταν τα χειρότερα της ζωής του. Πέρασαν αργά, σε ένα κλίμα έντασης, σιωπής και καυγάδων. Γι’ αυτό από τότε δεν αγαπά τα Χριστούγεννα, του φαίνονται σιωπηλά, άδεια, ενοχλητικά, σαν τον θόρυβο ενός γυαλιού που σπάει στην απόλυτη ησυχία ενός κενού δωματίου. Και βαθιά μέσα του του έχει μείνει μια ανεξήγητη αίσθηση ότι φταίει ο ίδιος γι’ αυτό, ότι μόνος του κατέστρεψε την αγαπημένη του γιορτή. Ότι αυτός χάλασε όλες τις γιορτές, όλες τις μέρες της ζωής του που ακολούθησαν από τότε.

Το παιχνίδι, που μέσα στην ταραχή του το ξέχασε στο σπίτι της θείας, δεν το ξαναπήρε πίσω. Το ζήτησε, αλλά ο ξάδερφος τού είπε πως, αφού το ξέχασε, δεν του ανήκει πια. Ούτε τον πατέρα του ξαναείδε από τότε. Λίγες βδομάδες μετά έφυγε από το σπίτι και έκτοτε δεν τον συνάντησε παρά ελάχιστες φορές.

Αναλογιζόμενος όλα αυτά του ήρθε μια εκπληκτική ιδέα. Αγόρασε από ένα κατάστημα παιχνιδιών ένα τρένο όμοιο με το απολεσθέν. Το έστησε στο σαλόνι του σπιτιού του κι άρχισε να το φωτογραφίζει με ζήλο. Στη συνέχεια πήρε ένα σφυρί κι άρχισε να το χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Το τρενάκι κόπηκε στα δύο, οι ράγες έγιναν κομμάτια κι άρχισαν να πετάγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, ο σταθμός προσγειώθηκε σε μια γωνιά του δωματίου, η χαρούμενη μουσική που έπαιζε σταμάτησε απότομα. Κι αυτός συνέχιζε να φωτογραφίζει. Όσο πιο πολύ χτυπούσε, τόσες πιο πολλές φωτογραφίες έβγαζε, τόσο πιο πολύ ένιωθε τους ορίζοντές του να ανοίγουν, την έμπνευση του να γιγαντώνεται, τη δημιουργικότητά του και την ελευθερία του να φτάνουν σε ένα ανεπανάληπτο και χωρίς προηγούμενο απόγειο. Πρώτη φορά σε όλη του τη ζωή ξέσπασε με τέτοια μανία και, όταν σταμάτησαν τα φλας, έγειρε δίπλα στα θρύψαλα αποκαμωμένος.

Ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε. «Επιτέλους, έκανες το άλμα, πέρασες στο επόμενο επίπεδο, βρήκες τον φωτογραφικό σου εαυτό», τον γέμισε με καταιγισμό κομπλιμέντων.

«Ναι, ίσως», ψέλλισε αυτός κι έμεινε να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε αργά.

 

«Το φως ξεχύνεται κάτω απ' το νύχι», του Vesa Lahti (μεταφρ. Βίκυ Αλυσσανδράκη, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου Περί ου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Περί ου

Στο ποιητικό σύμπαν του Φιλανδού ποιητή Βέσα Λάχτι τον πρώτο λόγο έχει η φύση. Τα σύννεφα, τα χωράφια, το φως, το νερό, οι εποχές -ειδικά το φθινόπωρο- διατρέχουν τους στίχους ολόκληρης της συλλογής. Ένας απέραντος ελεύθερος κόσμος που κινείται με τους δικούς του κανόνες και που ζωντανεύει εντυπωσιακά και αναπάντεχα χάρη στην εκφραστική δύναμη του ποιητή: «σύννεφα από αμυγδαλιές», «λαγώχειλη πεδιάδα», «αυγουστιάτικα σικαλοχώραφα», «στων άγουρων καρπών τα αργόσυρτα κύματα».

Όχι πως ο Λάχτι έχει μέλημα να υμνήσει τη φύση, δε φαίνεται να είναι αυτός ο σκοπός του. Θέλει απλώς μέσα σε αυτήν να τοποθετήσει το ποιητικό του υποκείμενο, τον άνθρωπο, και να τους βάλει σε έναν συνεχή διάλογο.

«Στην κατεβασιά του ποταμού

το δάσος καταρρέει 

Η βάρκα του φίλου στενάζει 

αραγμένη στη σάπια προκυμαία. 

Η φλογέρα του 

καρτερά στο παγκάκι της βάρκας»,

___

«Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο 

ακούω 

πώς ανθίζει η βροχή».

Μέσα στο φυσικό τοπίο -που συνεχίζει ανεμπόδιστα την πορεία του- ο άνθρωπος προσδοκά, ονειρεύεται, διαψεύδεται, ερωτεύεται και όλο αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ποιητικό παιχνίδι.

«Πικρό ξημέρωμα. 

Ο ήλιος αλάτι στις πληγές μου».

___

«Είναι κι αυτό

το απαγορευμένο τραγούδι

που κόβει βόλτες πάνω από το σκονισμένο δρόμο».

Πίσω από τους ωραίους στίχους, τις όμορφα επιλεγμένα λέξεις και τις δυνατές εικόνες ο Λάχτι δημιουργεί αντιθέσεις, οδηγεί τον αναγνώστη σε συνειρμούς και κρύβει νοήματα που αποκαλύπτονται μετά από πολλές αναγνώσεις.

«Σκοτεινό δάσος. 

Στη στέγη η τρύπα που άνοιξε η σκουριά».

___

«Μόνο οι καλόκαρδοι ηλίθιοι 

κλαίνε κάθε ξημέρωμα».

Η φειδωλή χρήση των σημείων στίξης και η παντελής απουσία τίτλων δημιουργεί μια ρευστότητα, μια αδιάκοπη κίνηση και την αίσθηση της ενότητας, σαν ο ποιητής να πραγματεύεται το ίδιο θέμα από πολλές διαφορετικές πλευρές.

«Το φως ξεχύνεται κάτω απ' το νύχι», με τον εντυπωσιακό και χαρακτηριστικό τίτλο, είναι μια ποιητική συλλογή που προκαλεί αίσθηση με τους γλωσσικούς και εκφραστικούς χειρισμούς και τη δύναμη των εικόνων. Μπορεί να διαβαστεί ξανά και ξανά για την απόλαυση του λόγου, για την «ανακάλυψη» των κρυμμένων νοημάτων και για τον αποφθεγματικό της χαρακτήρα.

«Γράμματα χαραγμένα στην πέτρα.
Ένας ήλιος που βγαίνει απ' τη θάλασσα
εκτοξεύει καθάριες σκιές
στις ραβδώσεις που γράφει το αλάτι.
Το όνομά σου
μες στο δικό μου.
Μαζί περιδιαβαίνουν
την πέτρινη πόλη μας
περνώντας πύλες που οδηγούν στο σκοτάδι
χάνονται μες στο δέρμα μας
μεταμορφωμένες σε αχνά σημάδια του έρωτα».

The Truth About The Harry Quebert Affair (Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρι Κέμπερτ) - κριτική σειράς

Ο Μάρκους Γκόλντμαν (Μπεν Σνέτσερ) είναι ένας νεαρός συγγραφέας, του οποίου το βιβλίο σημείωσε μόλις τρομερή επιτυχία. Δυστυχώς όμως έχει ξεμείνει από έμπνευση και ο εκδοτικός του οίκος τον πιέζει για το επόμενο βιβλίο. Έτσι θα αποφασίσει να συναντήσει τον μέντορά του, τον διάσημο συγγραφέα Χάρι Κέμπερτ (Πάτρικ Ντέμσεϊ), που ζει σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη. Τότε θα μάθει ότι ο Χάρι Κέμπερτ είχε ερωτευτεί, πριν από 33 χρόνια, την ανήλικη Νόλα (Κριστίν Φρόσεθ), η οποία εξαφανίστηκε λίγους μήνες μετά τη γνωριμία τους. Το πτώμα της Νόλα τώρα θα βρεθεί τυχαία και ο Χάρι Κέμπερτ θεωρείται ο βασικός ύποπτος για τη δολοφονία της. Ο Μάρκους όμως δεν πιστεύει πως ο μέντοράς του είναι ένοχος, έτσι θα αποφασίσει να παραμείνει στην πόλη και να ανακαλύψει την αλήθεια.

Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Joel Dicker, η σειρά αποτελείται από 10 επεισόδια, όσα χρειάζονται για να την δεις με ενδιαφέρον χωρίς να κάνει κοιλιά ή να γίνει κουραστική. Η υπόθεση απαιτεί αρκετά πήγαινε-έλα από το παρόν στο παρελθόν και τούμπαλιν, αλλά οι σεναριογράφοι χειρίζονται αρκετά καλά το πλούσιο υλικό χωρίς να μπερδεύουν τον θεατή.

Η σειρά συνδυάζει το ρομάντζο με το αστυνομικό θρίλερ και γύρω από αυτή τη βάση πλέκονται και άλλα στοιχεία, όπως η καθημερινή ζωή των ανθρώπων μιας επαρχιακής πόλης ή το τι συμβαίνει στα παρασκήνια των εκδοτικών οίκων… Όλα δένουν ωραία με την κεντρική ιστορία, χωρίς να ξεφεύγουν από το θέμα ή να φορτώνουν χωρίς λόγο την υπόθεση - κανένα στοιχείο δεν αφήνεται στην τύχη, ακόμα και οι πιο μικρές λεπτομέρειες αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι παίζουν τον ρόλο τους.

Το μεγάλο ατού της σειράς είναι το σενάριο: μέχρι και το τελευταίο επεισόδιο όλες οι εκδοχές για το ποιος μπορεί να είναι ο δολοφόνος της Νόλα φαντάζουν πιθανές, καθώς η ιστορία αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση, μπλέκονται καινούργια πρόσωπα, προκύπτουν διαρκώς νέα στοιχεία, ακόμα κι όταν ο θεατής νομίζει ότι η υπόθεση έχει λυθεί. Ανατροπή στην ανατροπή λοιπόν, όχι ως σοκ στον θεατή (οι θεατές εξάλλου δύσκολα μπορούμε πλέον να σοκαριστούμε) αλλά με τρόπο που κρατά το ενδιαφέρον ζωντανό καθ' όλη τη διάρκεια.

Ωραίοι χαρακτήρες, πολυεπίπεδοι, που κινούνται διαρκώς στα όρια του σωστού και του λάθους, πράγμα που τους κάνει και απόλυτα ρεαλιστικούς, ενώ σίγουρα κανείς δεν είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται. Πολύ καλοί χειρισμοί και στη σκηνοθεσία, στη δημιουργία ατμόσφαιρας, στην αναπαράσταση του παρελθόντος (ωραία παιχνίδια με το φως και τα χρώματα ανάλογα με το πού εκτυλίσσεται η σκηνή). Στο καστ ενδεχομένως να μπορούσαμε να έχουμε πιο δυνατές παρουσίες: θα θέλαμε έναν πιο ώριμο Μάρκους και έναν πιο δυναμικό ίσως αστυνομικό στη διαλεύκανση του εγκλήματος. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο Ντέμσεϊ-Φρόσεθ πάντως πολύ καλή επιλογή (με την Φρόσεθ ειδικά να φωτίζει κυριολεκτικά κάθε σκηνή όπου εμφανίζεται).

Χορταστική σειρά, με πολύ καλό ρυθμό, αρκετό υλικό και ικανοποιητικό φινάλε, που δυστυχώς δεν συζητήθηκε όσο της αξίζει.