Ο γιος της Σοφίας - κριτική ταινίας

Ο γιος της Σοφίας (2017)

Σκηνοθεσία: Ελίνα Ψύκου

Παίζουν: Victor Khomut, Valery Tscheplanowa, Θανάσης Παπαγεωργίου

Το 2004, το καλοκαίρι των Ολυμπιακών Αγώνων, ο 11χρονος Μίσα φτάνει από τη Ρωσία για να μείνει με τη μητέρα του, μετά από δύο χρόνια που έχουν μείνει χώρια. Αυτό που δεν ξέρει ο Μίσα είναι πως η μητέρα του έχει παντρευτεί τον ηλικιωμένο Νίκο, πράγμα που θα κάνει ακόμα πιο δύσκολη την προσαρμογή του στη νέα του χώρα.

«Ο γιος της Σοφίας» μάς αφηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία χωράει μέσα της πολλούς συμβολισμούς και πολλούς παραλληλισμούς. Σε πρώτο επίπεδο η ταινία αφορά το δράμα ενός παιδιού που προσπαθεί να συνηθίσει τη νέα του ζωή, αναζητώντας απεγνωσμένα περισσότερη αγάπη και προσοχή από τη μητέρα του. Ο αυστηρός του πατριός δείχνει σημάδια καλής θέλησης, όμως το χάσμα μεταξύ τους είναι αγεφύρωτο: ο Νίκος είναι προσκολλημένος στα ένδοξα ιδεώδη της αρχαίας Ελλάδας, ενώ ο μικρός Μίσα ονειρεύεται τις ρωσικές αρκούδες και χάνεται με τη φαντασία του στον κόσμο των παραμυθιών.

Σε δεύτερο επίπεδο η ταινία θέλει να κάνει ένα σχόλιο για την απότομη πτώση της Ελλάδας αμέσως μετά την τελευταία ένδοξη στιγμή της: τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Κρύβει κάποια τραγική ειρωνεία το να παρακολουθείς σήμερα μια ταινία που εκτυλίσσεται το χαρούμενο 2004… Έχει ενδιαφέρον ο παραλληλισμός του μικρού Μίσα και της χώρας μας, που θα ωθηθούν σε μια βίαιη ενηλικίωση, καθώς και στων δυο τις περιπτώσεις τα πράγματα δεν είναι τόσο όμορφα όσο φαίνονται.

Η ταινία είναι γεμάτη από μηνύματα, στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και χαρακτήρες που λειτουργούν ως σύμβολα. Ο μίσα-η μασκότ των ολυμπιακών αγώνων της Ρωσίας, ο Νίκος ως εκπρόσωπος μιας άλλης Ελλάδας, η άρνηση του μικρού να μιλήσει ελληνικά, το κλειστοφοβικό αίσθημα των εσωτερικών χώρων, τα βαλσαμωμένα ζώα στο σαλόνι, τα τραγούδια που ακούγονται που μοιάζουν με νανουρίσματα.

«Ο γιος της Σοφίας» έχει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, είτε το δει κανείς ως τη δραματική ιστορία ενός παιδιού είτε ως την μελλοντική παρακμή μιας χώρας. Σε κάποια σημεία βέβαια θα μπορούσαν να περιοριστούν οι συμβολισμοί και η ταινία να απεγκλωβιστεί από το επιτηδευμένο της πλαίσιο, αλλά και πάλι έχει πολλά να μας πει.

Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια

Διάβασα πριν χρόνια την «Αθανασία» του Κούντερα. Εμείς οι άνθρωποι, λέει, όταν κάνουμε κάτι, δεν αντλούμε ευχαρίστηση από αυτό καθ’ εαυτό που κάνουμε, αλλά από την εικόνα του εαυτού μας καθώς το κάνει. Γι’ αυτό και η εικόνα, λέει σε άλλο σημείο, κινεί τον κόσμο.

Από τότε δεν έχω σταματήσει να μας φαντάζομαι όλους μας ερωτευμένους με τους εαυτούς μας. Να είμαστε καλοντυμένοι. Να είμαστε ευδιάθετοι ή σέξι. Να έχουμε το πιο όμορφο σπίτι. Και την πιο cool διάθεση. Και να ρίχνουμε το πιο δυνατό γέλιο στην παρέα και στο καπάκι να βγάζουμε μια selfie γιατί περνάμε γαμάτα!

Όλη μας η ζωή μια ατέλειωτη πόζα στα μάτια του ίδιου του εαυτού μας. Που την ανεβάζουμε και στο fb για να αυτοκαμαρωνόμαστε. Και να μας καμαρώνουν και οι άλλοι, γιατί αλλιώς δεν έχει γούστο.

Στις γιορτές αυτό το πράγμα γιγαντώνεται. Θες το ψηλό δέντρο που αγκομαχάει από το βάρος των στολιδιών και να τιγκάρεις το σπίτι με λαμπάκια και θες ντε και καλά να βάλεις ολοκαίνουργια ρούχα και να σουλατσάρεις από καφέ σε καφέ και από ταβέρνα σε μπαρ. Κι όλη η πόλη γίνεται ένα απέραντο τοπίο που αναβοσβήνει και προσποιείται ότι είναι χαρούμενη. Αλλιώς γιορτές δε γίνονται. Πρέπει ντε και καλά να είσαι στην τρίχα και να χαίρεσαι.

Γι’ αυτό μετά ο άλλος σου λέει ότι παθαίνει κατάθλιψη στις γιορτές. Δεν αντέχει άλλο να βλέπει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες και τους Άη-Βασίληδες στη μέση του δρόμου και τον κόσμο να πηγαινοέρχεται σαν παλαβός γιατί πρέπει να τα προλάβει όλα πριν τις γιορτές. Τι στο καλό θέλει να προλάβει, δεν κατάλαβα ποτέ.

Αλλά εδώ και μερικά χρόνια δεν έχεις λεφτά ούτε για δώρα ούτε για δέντρα ούτε για εξόδους και πάνε και οι διπλοί μισθοί που ξεπατίκωνες όλη την αγορά και πάει και η παλιότερη γιορτινή διάθεση. Όχι γιατί τώρα δεν μπορείς να νιώσεις τα Χριστούγεννα, αλλά γιατί σου χάλασαν την εικόνα.

Η προηγούμενη ζωή μας, εκείνη με την οποία ήμαστε ερωτευμένοι, έσβησε τόσο απλά και τόσο απατηλά σαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια στο τέλος των γιορτών. Και πολλοί δε σκέφτονται ότι η λύση δεν είναι να στεναχωριόμαστε, αλλά να βρούμε καινούργιες εικόνες. Να τις ψάξουμε μέσα μας, να τις δημιουργήσουμε από την αρχή. Να τις εφεύρουμε εν ανάγκη, από το πουθενά. Γιατί δυστυχώς τις εικόνες τις χρειαζόμαστε οπωσδήποτε. Έχει δίκιο ο Κούντερα – πώς αλλιώς θα κινείται ο κόσμος;

Της Χρυσάνθης Ιακώβου Ser-Free #31, Δεκέμβριος 2013

 

«Η πιο πολύτιμη πραμάτεια» του Ζαν-Κλωντ Γκραμπέρ (Εκδόσεις Πόλις, 2020), μεταφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου - κριτική βιβλίου

Ένα παραμύθι για την αγάπη και το Ολοκαύτωμα

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το Fractal

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ένας ξυλοκόπος και η γυναίκα του ζούνε στο δάσος - είναι μόνοι, καθώς δεν έχουν καταφέρει να αποκτήσουν παιδιά. Κάθε μέρα η γυναίκα βλέπει το τρένο που περνά και μεταφέρει Εβραίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η γυναίκα βέβαια νομίζει πως μεταφέρουν πραμάτειες, αλλά μια μέρα όντως θα λάβει από το τρένο μια "πραμάτεια": την πιο πολύτιμη.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσεις για το Ολοκαύτωμα και για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ο συγγραφέας του συγκεκριμένου βιβλίου προτίμησε τον πιο ιδιαίτερο: αποφάσισε να γράψει ένα παραμύθι. Γραμμένη σε απλή γλώσσα και με ύφος γλυκό και οικείο σαν να απευθύνεται σε παιδιά, "Η πιο πολύτιμη πραμάτεια" αφηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία, μικρή σε έκταση αλλά μεγάλη σε νοήματα.

Η φρίκη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου περισσότερο υπονοείται παρά καταγράφεται και δίνεται απλά και περιεκτικά μέσα από την ιστορία μιας ομάδας ξυλοκόπων και ενός Εβραίου επιβαίνοντα στο τρένο με προορισμό το στρατόπεδο. Αντί να μπει σε λεπτομέρειες που αφορούν τα ιστορικά γεγονότα ή αντί να δώσει το πλαίσιο της εποχής, ο Γκραμπέρ μιλά για την αγάπη, τονίζοντας έτσι τον παραλογισμό του μίσους, του πολέμου και του ρατσισμού.

Βραβευμένος θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος και έχοντας χάσει πατέρα και παππού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο Γκραμπέρ γράφει ένα μοναδικό βιβλίο, πρωτότυπο ως ιδέα, τρυφερό ως προς την έκφραση του και σκληρό ως προς το περιεχόμενό του, που προκαλεί αίσθηση στους ενήλικες και που οδηγεί τους νέους στη γνώση του Ολοκαυτώματος με έναν εύστοχο τρόπο.

Ένα Ψηλό Κορίτσι (Dylda / Beanpole) - κριτική ταινίας

Ένα Ψηλό Κορίτσι (Dylda / Beanpole), 2019

Σκηνοθεσία Καντεμίρ Μπαλάγκοφ

Παίζουν: Βικτώρια Μιροσνιτσένκο, Βασίλισα Περελίτζινα

Στο Λένινγκραντ του 1945 δύο γυναίκες, η Ίγια και η Μάσα, εργάζονται σε ένα νοσοκομείο, όπου φροντίζουν τραυματισμένους στρατιώτες. Και οι δύο έχουν γυρίσει από το μέτωπο και προσπαθούν με κάθε τρόπο να επουλώσουν τα ψυχικά τους τραύματα και να ξαναβρούν τον εαυτό τους. Ένα δυσάρεστο γεγονός θα περιπλέξει αρκετά την μεταξύ τους σχέση.

Το "Ένα ψηλό κορίτσι" είναι μια ρώσικη ταινία για τον απόηχο του πολέμου και για τις επιπτώσεις του στον ψυχισμό των επιζώντων. Η διαφορά της με άλλες ταινίες του είδους είναι ότι εστιάζει στο γυναικείο φύλο, εμπλέκοντας και το θέμα της μητρότητας ως λύση στο συναισθηματικό αδιέξοδο.

Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη ταινία, που παρουσιάζει την βιαιότητα του πολέμου με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ενώ παράλληλα προσφέρει ένα πολύ ενδιαφέρον ψυχογράφημα των χαρακτήρων και των ανθρώπινων σχέσεων. Κάθε ήρωας κουβαλά τα δικά του τραύματα, τις δικές του ενοχές, τις δικές του απώλειες και κάθε ένας προσπαθεί να ορθοποδήσει με τον δικό του τρόπο - κι αυτό σημαίνει ότι μερικοί φτάνουν στα άκρα.

Ο σκηνοθέτης ξέρει πολύ καλά να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα, να αποδίδει την απόγνωση των ηρώων, να αποτυπώνει το κλίμα της εποχής, παραδίδοντάς μας τελικά μια αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία.

«Ο Στόουνερ» του John Williams (Εκδόσεις Gutenberg 2017, μετάφρ. Αθηνά Δημητριάδου) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περί ου

Αν ζητούσε κανείς να μάθει την υπόθεση του «Στόουνερ», πιθανότατα δε θα εντυπωσιαζόταν από αυτά που θα του λέγαμε: το βιβλίο είναι η εξιστόρηση ολόκληρης της ζωής ενός καθηγητή Αγγλικής Φιλολογίας σε ένα πανεπιστήμιο της Αμερικής. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1965 και πρόκειται ουσιαστικά για ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα, που έχει ως κεντρικό άξονα έναν ήρωα, τον Στόουνερ, που δε φαίνεται να είχε μια ιδιαίτερα συναρπαστική ζωή. Παιδί αγροτών, πήγε στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει γεωπονία. Κάπου στην πορεία μαγεύτηκε από ένα σονέτο του Σαίξπηρ και μεταπήδησε στην Αγγλική Φιλολογία. Έγινε καθηγητής, χωρίς ωστόσο να αφήσει το στίγμα του στη σχολή. Ο γάμος του δεν εξελίχτηκε όπως τον περίμενε. Με λίγα λόγια, ούτε η επαγγελματική ούτε η προσωπική ζωή του Στόουνερ έχουν κάτι το αξιοσημείωτο.

Κι όμως, μέσα από αυτήν την φαινομενικά αδιάφορη ζωή, ο Τζον Γουίλιαμς φτάνει σε απίστευτα υπαρξιακά βάθη, θέτει τα πιο καίρια ερωτήματα της ζωής, παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια προσωπική ενδοσκόπηση και μια αναπόφευκτη ταύτιση. Ο Στόουνερ είναι ένας αντι-ήρωας, ένας χαρακτήρας που μοιάζει να ζει την ζωή του από απόσταση, που δυσκολεύεται να συνάψει στενούς συναισθηματικούς δεσμούς, που αδυνατεί να πάρει γενναίες αποφάσεις ή να διεκδικήσει ή να συγκρουστεί. Προσπαθεί να ζει αθόρυβα, μοναχικά, έχοντας ως απόλυτη έγνοια την επιστήμη του, την ευθύνη του απέναντι στους φοιτητές του, όσο προσπαθεί να βελτιωθεί ως δάσκαλος.

Ο Γουίλιαμς καταφέρνει με αριστουργηματικό τρόπο να ξετυλίξει τη ζωή του ήρωα του, να παρουσιάσει την ψυχοσύνθεση του στις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του και να τον οδηγήσει απαλά στο φινάλε του με έναν τρόπο συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο, που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με σπουδαία υπαρξιακά ερωτήματα και με μια γνήσια λύτρωση.

Αν ψάχνει κανείς ανατροπές, ραγδαίες εξελίξεις και αγωνία, σίγουρα δε θα τα βρει εδώ. Αυτά που θα βρει θα είναι η εξαιρετική γλώσσα και οι λεπτές λογοτεχνικές αποχρώσεις στην καταγραφή των συναισθημάτων των ηρώων. Η πετυχημένη απόδοση του κοινωνικού πλαισίου της εποχής και οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι στοχασμοί, αποτυπωμένοι με τέτοιον τρόπο που τους συναντούμε μόνο στα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα. Η γάργαρη αφήγηση που κάνει το βιβλίο να κυλά σαν νερό. Η περιγραφή του ερωτικού πάθους και του συναισθηματικού δεσμού. Η αποτύπωση της επαγγελματικής δεοντολογίας, της αφοσίωσης στην επιστήμη, της αγωνίας του υπεύθυνου εκπαιδευτικού.

Πολλοί αναγνώστες βρίσκουν θλιβερή τη ζωή του Στόουνερ. Όμως ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό, δεν ψάχνει να δώσει άλλοθι στον ήρωα του για τις επιλογές του, δεν τον δικαιώνει, αλλά ούτε και τον κατακρίνει. Παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι. Κι αυτό είναι ίσως που κάνει το βιβλίο τόσο αληθινό και τόσο σπουδαίο.