«Ο Στόουνερ» του John Williams (Εκδόσεις Gutenberg 2017, μετάφρ. Αθηνά Δημητριάδου) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περί ου

Αν ζητούσε κανείς να μάθει την υπόθεση του «Στόουνερ», πιθανότατα δε θα εντυπωσιαζόταν από αυτά που θα του λέγαμε: το βιβλίο είναι η εξιστόρηση ολόκληρης της ζωής ενός καθηγητή Αγγλικής Φιλολογίας σε ένα πανεπιστήμιο της Αμερικής. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1965 και πρόκειται ουσιαστικά για ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα, που έχει ως κεντρικό άξονα έναν ήρωα, τον Στόουνερ, που δε φαίνεται να είχε μια ιδιαίτερα συναρπαστική ζωή. Παιδί αγροτών, πήγε στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει γεωπονία. Κάπου στην πορεία μαγεύτηκε από ένα σονέτο του Σαίξπηρ και μεταπήδησε στην Αγγλική Φιλολογία. Έγινε καθηγητής, χωρίς ωστόσο να αφήσει το στίγμα του στη σχολή. Ο γάμος του δεν εξελίχτηκε όπως τον περίμενε. Με λίγα λόγια, ούτε η επαγγελματική ούτε η προσωπική ζωή του Στόουνερ έχουν κάτι το αξιοσημείωτο.

Κι όμως, μέσα από αυτήν την φαινομενικά αδιάφορη ζωή, ο Τζον Γουίλιαμς φτάνει σε απίστευτα υπαρξιακά βάθη, θέτει τα πιο καίρια ερωτήματα της ζωής, παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια προσωπική ενδοσκόπηση και μια αναπόφευκτη ταύτιση. Ο Στόουνερ είναι ένας αντι-ήρωας, ένας χαρακτήρας που μοιάζει να ζει την ζωή του από απόσταση, που δυσκολεύεται να συνάψει στενούς συναισθηματικούς δεσμούς, που αδυνατεί να πάρει γενναίες αποφάσεις ή να διεκδικήσει ή να συγκρουστεί. Προσπαθεί να ζει αθόρυβα, μοναχικά, έχοντας ως απόλυτη έγνοια την επιστήμη του, την ευθύνη του απέναντι στους φοιτητές του, όσο προσπαθεί να βελτιωθεί ως δάσκαλος.

Ο Γουίλιαμς καταφέρνει με αριστουργηματικό τρόπο να ξετυλίξει τη ζωή του ήρωα του, να παρουσιάσει την ψυχοσύνθεση του στις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του και να τον οδηγήσει απαλά στο φινάλε του με έναν τρόπο συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο, που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με σπουδαία υπαρξιακά ερωτήματα και με μια γνήσια λύτρωση.

Αν ψάχνει κανείς ανατροπές, ραγδαίες εξελίξεις και αγωνία, σίγουρα δε θα τα βρει εδώ. Αυτά που θα βρει θα είναι η εξαιρετική γλώσσα και οι λεπτές λογοτεχνικές αποχρώσεις στην καταγραφή των συναισθημάτων των ηρώων. Η πετυχημένη απόδοση του κοινωνικού πλαισίου της εποχής και οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι στοχασμοί, αποτυπωμένοι με τέτοιον τρόπο που τους συναντούμε μόνο στα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα. Η γάργαρη αφήγηση που κάνει το βιβλίο να κυλά σαν νερό. Η περιγραφή του ερωτικού πάθους και του συναισθηματικού δεσμού. Η αποτύπωση της επαγγελματικής δεοντολογίας, της αφοσίωσης στην επιστήμη, της αγωνίας του υπεύθυνου εκπαιδευτικού.

Πολλοί αναγνώστες βρίσκουν θλιβερή τη ζωή του Στόουνερ. Όμως ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό, δεν ψάχνει να δώσει άλλοθι στον ήρωα του για τις επιλογές του, δεν τον δικαιώνει, αλλά ούτε και τον κατακρίνει. Παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι. Κι αυτό είναι ίσως που κάνει το βιβλίο τόσο αληθινό και τόσο σπουδαίο.

Το μέλλον του κόσμου μας μέσα από 8 δυστοπικές ταινίες

Πώς φαντάζονται οι σκηνοθέτες το μέλλον του κόσμου μας; Συνήθως με πολλή τεχνολογία, εκτεταμένες οικολογικές καταστροφές, θανατηφόρους ιούς, απολυταρχικά καθεστώτα. Σε κάθε περίπτωση, η αχαλίνωτη κινηματογραφική φαντασία δημιουργεί δυσοίωνες πραγματικότητες, θέτει προβληματισμούς και μας χαρίζει ταινίες-διαμαντάκια!

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το Artcore Magazine

1984, του Michael Radford (1984)

Η κινηματογραφική μεταφορά του αριστουργηματικού βιβλίου του George Orwell μας μεταφέρει σε ένα εφιαλτικό καθεστώς όπου η ελεύθερη σκέψη είναι… ποινικό αδίκημα και τα πάντα ελέγχονται από τον Μεγάλο Αδερφό. Ένας πολίτης θα θελήσει να κάνει την επανάσταση του. Θα τα καταφέρει; Αρκετά πετυχημένη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη και αναμφίβολα καθηλωτική ταινία.

Brazil, του Terry Gilliam (1985)

Στην κοινωνία του μέλλοντος οι ατομικές ελευθερίες είναι περιορισμένες και όλα περνούν από μία ατελείωτη γραφειοκρατία που δυσκολεύει τη ζωή των ανθρώπων. Όταν ο πρωταγωνιστής μας, υπάλληλος μιας δημόσιας υπηρεσίας, ερωτευτεί τη γυναίκα που βλέπει στα όνειρα του, θα κινηθεί εναντίον του συστήματος. Ο Terry Gilliam πλάθει την ιδανική παρανοϊκή ατμόσφαιρα και μας παραπέμπει σε έναν ονειρικό κόσμο, γεμάτο μηνύματα, περιπέτεια, χιούμορ, δράμα και ένα δυνατό φινάλε.

Twelve Monkeys, του Terry Gilliam (1995)

Το έτος 2035 ένας φονικός ιός έχει σκοτώσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γης. Οι επιστήμονες στέλνουν έναν κατάδικο στο παρελθόν, με σκοπό να ανακαλύψει πώς ξεκίνησε ο ιός και να τον εμποδίσει. Άλλη μια φουτουριστική δυστοπία από τον Gilliam, που παρουσιάζει σουρεαλιστικές καταστάσεις, ταξίδια στο χρόνο, ιντριγκαδόρικη πλοκή, εξαιρετικές ερμηνείες και μερικές φιλοσοφικές απόψεις για πολλή σκέψη.

Waterworld, του Kevin Reynolds (1995)

Στο μακρινό μέλλον οι πάγοι έχουν λιώσει και τα πάντα έχουν καλυφθεί από νερό. Ένας αμφίβιος τυχοδιώκτης προσπαθεί να οδηγήσει μια ομάδα ανθρώπων στο μοναδικό μέρος που υπάρχει ξηρά. Μια ξέφρενη περιπέτεια, ενδιαφέρουσα ως ιδέα και εντυπωσιακή ως προς τα σκηνικά της. Κατά τα άλλα, το αποτέλεσμα δεν ήταν το προσδοκώμενο: οι κριτικοί την έθαψαν, το κοινό τής γύρισε την πλάτη και οι εισπράξεις ήταν ελάχιστες σε σχέση με το σκανδαλωδώς μεγάλο της κόστος.

V For Vendeta, του James McTeigue (2005)

Στην Αγγλία του μέλλοντος την εξουσία έχει ένα φασιστικό καθεστώς. Μια νεαρή κοπέλα θα μυηθεί στην Αντίσταση από έναν μασκοφόρο επαναστάτη, τον V. Από τις καλύτερες και πιο αγαπητές ταινίες του είδους της, με ενδιαφέροντα πολιτικά μηνύματα, που έχει γίνει εμβληματική και σημείο αναφοράς. Σε αντίθεση με άλλες παρόμοιες ταινίες, το βάρος δε δίνεται στο εφιαλτικό καθεστώς, όσο στην επανάσταση, την ελπίδα ανατροπής του και την ιδεολογία ως το υπέρτατο όπλο.

Children of Men, του Alfonso Cuarón (2006)

Σε μια εφιαλτική εκδοχή του μέλλοντος, οι άνθρωποι έχουν μείνει στείροι και ο κόσμος βρίσκεται σε αναβρασμό. Ένας πρώην ακτιβιστής θα αναλάβει να προστατέψει μια κοπέλα, η οποία είναι η μοναδική έγκυος στη γη. Ωραία ατμόσφαιρα, ενδιαφέρουσα πλοκή, περιπέτεια όσο χρειάζεται και αρκετοί προβληματισμοί για σκέψη και συζήτηση.

WALL-E, του Andrew Stanton (2008)

Η Γη δεν είναι πλέον κατοικήσιμη και οι άνθρωποι την έχουν εγκαταλείψει, αφήνοντας πίσω το ρομποτάκι Wall-E που μαζεύει σκουπίδια. Μια μέρα θα φτάσει ένα εξελιγμένο ρομπότ, η Eve, που την έστειλαν οι άνθρωποι για να ελέγξει αν η Γη μπορεί να κατοικηθεί ξανά. Από τα καλύτερα animation που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και με σπουδαία μηνύματα για το μέλλον του πλανήτη μας.

Snowpiercer, του Bong Joon Ho (2013)

Το 2031 η γη έχει καλυφθεί από πάγους και οι μόνοι άνθρωποι που έχουν επιβιώσει βρίσκονται σε ένα τρένο που δε σταματά ποτέ. Οι συνθήκες διαβίωσης στην τρίτη θέση είναι κάτι παραπάνω από άθλιες, έτσι μια ομάδα επιβατών θα επαναστατήσει, με σκοπό να αναλάβει τον έλεγχο του τρένου. Πρωτότυπο και ενδιαφέρον, με έντονη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και δυνατές σκηνές (αν και με αδύναμο τέλος).

Διήγημα «Τριάντα μέρες» στο Fractal

Τριάντα μέρες, της Χρυσάνθης Ιακώβου, αναδημοσίευση απο το Fractal (Νοέμβριος 2020)

Συνέχεια της φωνάζει. Τις περισσότερες φορές δεν το αντιλαμβάνεται καν, αλλά μετά από λίγο ακούει τη φωνή που βγαίνει από το στόμα της και μοιάζει σαν να μην είναι η δικιά της, είναι τσιριχτή, απότομη, νευρική. "Μάζεψε τα παιχνίδια σου!", "Όχι, δε θα δεις άλλα παιδικά!", "Δεν μπορώ να παίξω τώρα, παίξε λίγο μόνη σου". Μετά μετανιώνει, τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα από τις τύψεις, δεν ξέρει αν πρέπει να την αγκαλιάσει ή να τρέξει να πλύνει το πρόσωπο της για να μην την δει το παιδί σε αυτήν την κατάσταση.

Τριάντα μέρες καραντίνας. Αυτή σε παύση από τη δουλειά, η μικρή από τον παιδικό σταθμό. Ένας μήνας οι δυο τους μέσα στο σπίτι. Χωρίς γιαγιάδες και παππούδες, χωρίς φίλους, χωρίς καν τον πατέρα που βρίσκεται με την τωρινή του οικογένεια και παίρνει πού και πού κανένα τηλέφωνο. Ένας μήνας με τον τραπεζικό λογαριασμό να αδειάζει σιγά σιγά, με τα καλοριφέρ σχεδόν συνέχεια κλειστά για οικονομία στη θέρμανση και με το ψυγείο μισογεμάτο για οικονομία στο σούπερ μάρκετ.

Τριάντα μέρες που ξεκίνησαν πολύ καλά, με γέλια και παιχνίδια και χειροτεχνίες που ξεσήκωναν από το ίντερνετ. Όμως αυτές οι μέρες έγιναν ξαφνικά πάρα πολλές και αν τις προσθέσεις όλες μαζί δημιουργούν ένα βάρος ασήκωτο. Κι αυτή όσο πάει και βουλιάζει, οι ώμοι της βαραίνουν, τα γόνατά της είναι έτοιμα να λυγίσουν και της είναι πια δυσβάσταχτο να αισθάνεται και την μικρή να σκαρφαλώνει πάνω της για να παίξουν.

Πλέον δεν ξεχωρίζει το πρωί από το βράδυ, το διάστημα αυτό μοιάζει με μία συνεχόμενη ατελείωτη μέρα που όλες οι κινήσεις και οι σκέψεις και οι προτάσεις επαναλαμβάνονται χωρίς σταματημό. "Μαμά, έλα να παίξουμε!" - "Πρέπει να πληρώσω τη ΔΕΗ", "Μαμά, πεινάω!" - "Θα με απολύσουν από τη δουλειά", "Μαμά, πού είναι ο αρκούδος μου;" - "Αν συνεχίσουμε έτσι, δε θα φτάσουν τα λεφτά".

Και ξαφνικά μια εντελώς καινούργια σκέψη έρχεται. "Καλύτερα να μ' έβρισκε μόνη μου η επιδημία, να μην είχα και τη μικρή". Δεν προλαβαίνει να τη σταματήσει, πετάγεται στο μυαλό της από το πουθενά. Δαγκώνει τα χείλη της, αρπάζει την μικρή στην αγκαλιά της και κλαίει. Και από το μυαλό της τώρα περνούν ο λογαριασμός στην τράπεζα που δε θα φτάσει, η εξόφληση της ΔΕΗ, ο φόβος ότι σύντομα θα είναι άνεργη, η βεβαιότητα της ότι είναι κακή μάνα.

"Πέντε στάσεις" του Μάκη Τσίτα (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2020) - κριτική βιβλίου

Μια γυναίκα αφηγείται τη ζωή που (δεν) έζησε

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση από το Fractal

Η Τασούλα έφυγε από το χωριό της για σπουδές και θα μπορούσε να έχει πολύ καλές προοπτικές στη ζωή της, αν δεν είχε παντρευτεί τον Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος αποδείχτηκε ένας κακοποιητικός σύζυγος και πατέρας, όμως η Τασούλα υπέμεινε τη συμπεριφορά του, από φόβο για το τι θα πει ο κόσμος, από αδυναμία να ξαναφτιάξει τη ζωή της.

Οι "Πέντε στάσεις" είναι μια χειμαρρώδης νουβέλα, μια αβίαστη εξομολόγηση, μια ιστορία που σε κάνει να θυμώνεις, να απορείς, να αναρωτιέσαι, να συμπονάς την κεντρική ηρωίδα, να αμφισβητείς τα στερεότυπα της κοινωνίας.

Η ζωή της Τασούλας είναι μία μάλλον κοινότυπη και συνηθισμένη ζωή, καθώς αμέτρητες γυναίκες έχουν βρεθεί στη θέση της, ειδικά τη δεκαετία του '70 (κατά την οποία ξεκινά η αφήγηση). Γυναίκες που άφησαν στην άκρη τις επιθυμίες τους, που υποτάχθηκαν στη θέληση των συζύγων τους, που δε βρήκαν τη δύναμη να διεκδικήσουν τη ζωή που θα ήθελαν. Μια απόλυτα ρεαλιστικά ιστορία, γραμμένη γλαφυρά και με κάθε ειλικρίνεια, για το πώς οι επιταγές της κοινωνίας στέκονται εμπόδιο στη θέληση των γυναικών και περιορίζουν τις προοπτικές τους.

Παρόλο που το βιβλίο καταθέτει ένα σαφές κοινωνικό σχόλιο, ο Μάκης Τσίτας δεν παρεμβαίνει, δεν καταλήγει σε κάποιο συμπέρασμα, δεν κατηγορεί κανέναν, ούτε και δίνει άφεση - παρουσιάζει ολόκληρη την ιστορία μέσα από τα λόγια της ηρωίδας του και αφήνει τον αναγνώστη ελεύθερο να σχηματίσει τις δικές του απόψεις, να βιώσει τα δικά του συναισθήματα.

Εκτός από το σπουδαίο θέμα του, τους καλά σκιαγραφημένους ήρωες και την εύστοχη κοινωνική αποτύπωση, οι "Πέντε στάσεις" έχουν ενδιαφέρον και για το ύφος τους: ο Μάκης Τσίτας έχει αποτινάξει από το κείμενο όλα τα περιττά στολίδια και έχει κρατήσει τα απολύτως απαραίτητα, ενισχύοντας έτσι τη δύναμη του μονολόγου. Η λιτότητα και η αμεσότητα αυτή δίνει μια έντονη θεατρικότητα στη γραφή - είναι από τα βιβλία που θα μπορούσαν να απογειωθούν στο σανίδι.

Κόκκινο Σπουργίτι (Red Sparrow) - κριτική ταινίας

Κόκκινο Σπουργίτι (Red Sparrow), 2018

Σκηνοθεσία Φράνσις Λόρενς

Με τους: Τζένιφερ Λόρενς, Τζόελ Έντγκερτον, Ματίας Σένερτς, Τζέρεμι Άιρονς, Μαίρη Λουίζ Πάρκερ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ

Μια μπαλαρίνα των Μπολσόι θα έχει ένα ατύχημα που θα της κοστίσει την καριέρα της. Τότε ο θείος της θα προσφερθεί να την βοηθήσει, προτείνοντάς της να γίνει μυστική πράκτορας και να αντλήσει πληροφορίες από έναν κατάσκοπο της CIA.

Η ταινία δεν υποκρίνεται ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που φαίνεται: είναι μια κατασκοπική ταινία, με την Αμερική και τη Ρωσία να είναι οι μεγάλες δυνάμεις στα αντίπαλα στρατόπεδα. Καμία έκπληξη ως προς την υπόθεση και καμιά πρωτοτυπία.

Το ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας είναι ο ρυθμός της, καθώς η πλοκή ξετυλίγεται γρήγορα και δεν κάνει κοιλιά. Η πορεία των γεγονότων αλλάζει συνεχώς, ενώ δεν λείπουν και οι ανατροπές τη στιγμή που πρέπει.

Κατά τα άλλα, η γενικότερη αισθητική είναι αρκετά απλή, σχεδόν παρωχημένη, και η ταινία βασίζεται περισσότερο στο σενάριο παρά σε εφέ ή σκηνές δράσης (όχι πως αυτό είναι αρνητικό). Εννοείται πως το μεγάλο βάρος το σηκώνει η πρωταγωνίστρια, η Τζένιφερ Λόρενς, η οποία είναι αξιοπρεπέστατη, αν και δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το υπόλοιπο καστ που είναι περισσότερο διεκπεραιωτικό.

Στα μεγάλα μείον της ταινίας είναι τα αμέτρητα κλισέ της, το σεξ που χρησιμοποιείται ως μέσο εξευτελισμού της πρωταγωνίστριας (ο σκηνοθέτης ήθελε μάλλον απλώς να προκαλέσει) και τα αγγλικά με… ρώσικη προφορά, που είναι κυριολεκτικά για γέλια.

Γενικά πάντως, βλέπεται ευχάριστα και με ενδιαφέρον και δε σε κάνει να βαριέσαι λεπτό, αλλά δεν προσφέρεται για μεγάλες προσδοκίες.