Ο Κώστας Στοφόρος για το "Αχ-έρων", Εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς

Αχέροντας

…Επιμένω, λοιπόν, ποιητικά με μια ακόμη νέα φωνή. Χρυσάνθη Ιακώβου και «Αχ-έρων» (Vakxikon.gr). Και μπερδεύοντας πραγματικότητα και φαντασία, βρέθηκα και πάλι νοερά σε αυτό το ποτάμι που οδηγούσε στον Άδη: «Παρα-σύρθηκα στις όχθες του ποταμού Αχέροντα, ένδυμα ήλιου/ άνυδρο ύδωρ για τα κορμιά τα ηδονικά/ κι η βάρκα της επιστροφής χωρίς κουπιά…».

Διάβασα στίχους που με ταξίδεψαν, απολαμβάνοντας τη γλώσσα και τη δύναμη των λέξεων, ένιωσα τι θα πει να ξεκινάς «σπέρνοντας στον άνεμο τα λόγια» σου ή πώς γίνεται να αγαπάς τόσο τη «δύναμη των λέξεων που έρχονται από το στήθος σου/νερό/ απ’ τις παλάμες σου….». Και δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ μελαγχολικά πως «και εμείς είμαστε ιστορία/ σε έναν κόσμο που γυρίζει θλιμμένα»….

Έκλεισα το βιβλίο κι είπα να σας προτείνω λίγη παραπάνω ποίηση. Που ταιριάζει με την άνοιξη. Και τον κόσμο που ονειρευόμαστε….

 

Κώστας Στοφόρος,

4/5/2014

Εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς

http://www.e-dromos.gr/

Η Ρένα Τριανταφύλλου για το "Αχ-έρων", από την παρουσίαση στην Αθήνα

Μία συλλογή, έξι αγαπημένοι πυρηνικοί συμβολισμοί στο πρώτο βιβλίο της Χρυσάνθης Ιακώβου με τίτλο ‘Αχ- έρων’ από τις εκδόσεις Vakxikon.gr: καλοκαίρια, άνεμος, φιλί, φθορά, φως και σκοτάδι.

Σκοπός μου να μας μεταφέρω στον ποιητικό λόγο και τις εικόνες του βιβλίου. Να μας ταξιδέψω όπως με ταξίδεψε. Να μας προκαλέσω να αναμετρηθούμε με ανεκπλήρωτους έρωτες και τις απολυτότητες της ζωής σε αντίθεση με τη θνητή μικρότητα. Να μας φέρω αντιμέτωπους με τη φθορά και το κόστος του αποχωρισμού.

Όταν διάβασα τη συλλογή παρασύρθηκα, ταυτίστηκα, εν-συναισθάνθηκα και χαμογέλασα πολλές φορές οφείλω να πω, καθώς έκλεινα και εγώ συνωμοτικά το μάτι στην προσπάθεια της Χρυσάνθης να χωρέσει τον εαυτό της στο όλον, να αφεθεί στη ροή αλλά και να επιβιώσει αυτής. Να κρατήσει την αυτοσύστασή της ανεπηρέαστη από τις αναπόδραστες αλλαγές. Να αφαιρέσει άλλοτε με χειρουργική ακρίβεια και άλλοτε βίαια τα χάρτινα κομμάτια άλλων από το σύνολό της, κρατώντας τυχόν ψήγματα ακεραιότητας.

Από την άκρη του γκρεμού σου θα πιαστώ

την ηδονή του ιλίγγου

κατάματα μες στο λυγμό της νύχτας να κοιτάξω,

ζαριές ανώφελες

πάνω σε μία τσόχα χάρτινη από αναπάντητα γιατί

χαράζει σκληρά την ύστατη ώρα των αποχωρισμών

[..]

-η συντριβή μου δύναμη,

το κύμα που δεν τόλμησε

μια λέξη να προφέρει

Η ευάλωτη ύπαρξη εν μέσω ματαιότητας και της μικρότητας εν γένει. Το κέντρο που κλονίζεται από τη (μη) αμοιβαιότητα στον έρωτα σε παραλίες με τρωτές αμμουδιές και στίγματα, χρώματα και αρώματα που καλύπτονται από αδηφάγα κύματα συμπαντικής τρωτότητας.

Ταυτόχρονα, ένας αέναος αγώνας ανεξαρτησίας ή μάλλον αυτοεξάρτησης στο αναγκαστικό ερωτικό “μαζί”. Μία να πιάνεσαι και μία να αποδεσμεύεσαι. Μία να ρέεις και μία να συρ-ρέεις και πολλές να ακολουθείς πολύβουα καραβάνια, περιπλανώμενος ατομοκεντρικά στη συντροφικότητα. Σε στενή αναμέτρηση με το χρόνο… Το ρολόι… Τα ατελείωτα τικ τακ των πολλών ζωών που βρίσκονται και χάνονται καθημερινά στο χωροχρόνο…

Να μετράω αιωρούμενη από τους δείκτες

τα λεπτά, τις ώρες , τα χρόνια τις ζωές.

Πολλές ζωές,

7,8,16,25,

όλες δικές σου.

Οι φθίνουσες πορείες και η φαυλότητα κύκλων. Το “φθηνό” κάθε προσωπικής Ιθάκης ως πλάνη αυτοεκπλήρωσης. Κάθε Ιθάκη και μία ρεαλιστικά αδύναμη στοχοθεσία ή μια “θρασύτατη” προσπάθεια επικράτησης της μονάδας στα σύνολα και τα υποσύνολα. Ο στόχος, η μάχη, η λίμνη των ευχών και τα τελειωμένα κέρματα.

Μας είχανε σωθεί τα κέρματα,

μας είχαν εξάλλου τελειώσει και οι ευχές

από τους πιο εύστοχους και αγαπημένους μου στίχους μέσα από το ποίημα ‘Φθινόπωρο’.

Ακόμη, το ποτάμι και η μόνιμη ροή… Πόσο άραγε είναι εφικτό να ακουστούν οι φωνές της ποιήτριας και οι εκκωφαντικές της σιωπές στα φάσματα του φθίνοντος χρόνου; Επιθυμεί να φωνάξει, να σωπάσει, να ζήσει, να προστατευτεί, να ρέει με τις εποχές, τα καλοκαίρια και τα βράδια με το φως του φεγγαριού, άλλοτε αθεράπευτα ρομαντική και άλλοτε μια μάζα ανεξάντλητου δυναμικού. Μία ήρεμη δύναμη…

Ταυτίστηκα με την κραυγή αγωνίας της, η οποία παραπαίει ανάμεσα στον ελαφρύ βηματισμό προς τη ζωή και την απότομη βουτιά στη ζώσα πραγματικότητα. Ήχοι και συλλαβές, σύμφωνα και φωνήεντα φερέφωνα συναισθημάτων και υπαρξιακών αγωνιών εν μέσω συχνής παραφωνίας και προσωπικής αστοχίας .

Περιμένοντας την άνοιξη να ’ρθει,

μα δεν είδα το χειμώνα

----------------------------------

Και εμείς είμαστε ιστορία

σε έναν κόσμο που γυρίζει θλιμμένα

διαπιστώνει στο ποίημα της ‘Διέξοδος’ :

Και ούτε που το’ξερα

βάδιζα χρόνια για να σε συναντήσω

κι ούτε που το’ξερα,

χάραξα μόνη μου το δρόμο για να σε φτάσω […]

Η προσπάθεια γείωσης όταν η ψυχή και η καρδιά θέλουν να ίπτανται, σε άλλο κόσμο, ουτοπικό. Το φως της ημέρας και οι αμέτρητες εικόνες νύχτας. Τα αναπόδραστα απέναντι. Οι διακοπτόμενες πορείες ανθρώπων κατά τα ξεβράσματά τους από τα απρόβλεπτα κύματα του ρεαλισμού και της ωμής πραγματικότητας. Εν μέσω όλων αυτών η Χρυσάνθη κάνει αναστροφές, θαρραλέα u–turns μπροστά στο αδιάλλακτο κάθε μετάβασης που απαιτεί σθένος ψυχής. Με ένα κινητό κέντρο βάρους, όταν προκύπτουν εκρήξεις από τις ενώσεις αλλά και πυροτεχνήματα σε απύθμενους ουρανούς.

Ο κύκλος και η φαυλότητά του. Η φαυλότητα και ο κύκλος της. Γύρω- γύρω όλοι και στη μέση η ανυπεράσπιστη -πλην θαρραλέα- ανθρώπινη φύση. Επιτομή όλων των παραπάνω το ποίημα ‘Η πτώση’. Ξέρετε, όντως, «καμιά φορά το άδειο είναι πιο αβάσταχτο από το γεμάτο» και το φωτεινό πιο κοντινό από όσο τολμάμε να απλώσουμε και να φτάσουμε…

Κλείνοντας θα πω κάτι που πάντα μου έρχεται στο μυαλό σε περιπτώσεις αυτοέκφρασης μέσω ποίησης. Για την ακρίβεια, θα δανειστώ τα λόγια του T.S. Eliot, τα οποία και μνημονεύω συχνά σε περιπτώσεις αυτοέκφρασης μέσω ποίησης.

«Η Ποίηση δεν είναι η απελευθέρωση των αισθημάτων, αλλά η δραπέτευση από τα αισθήματα. Δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας αλλά η δραπέτευση από την προσωπικότητα. Αλλά θα πρέπει κανείς να έχει αισθήματα και προσωπικότητα για να θέλει να δραπετεύσει από αυτά».

Δεν ξέρω αν πρόκειται αποκλειστικά για τάσεις φυγής, ξέρω όμως ότι πρόκειται για προσπάθεια αφομοίωσης στον κόσμο και απελευθέρωσης της ενέργειας εκεί που η ψυχή επιθυμεί. Ας γίνει η ποίηση αφορμή για θαρραλέες περιπετειώδεις πτήσεις, μόνο με διδακτικές αναταράξεις και σταθμούς συνάντησης με τον εαυτό…

Ρένα Τριανταφύλλου

Από την παρουσίαση του βιβλίου Αχ-έρων στην Αθήνα

15 Φεβρουαρίου 2014

The Book Thief

The Book Thief (Η κλέφτρα βιβλίων), 2013

Σκηνοθέτης: Brian Percival

Παίζουν: Sophie Nélisse, Geoffrey Rush, Emily Watson

 

Στη Γερμανία του 1938, η μικρή Λίζελ χάνει το μικρό της αδερφό και η μητέρα της τη δίνει σε ανάδοχη οικογένεια. Η Λίζελ προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο της σπίτι της, με την αυστηρή μητέρα και το στοργικό πατέρα. Η φτωχή αυτή οικογένεια θα προσπαθήσει να επιβιώσει μέσα στο εύθραυστο περιβάλλον του πολέμου, ζώντας όσο πιο αθόρυβα γίνεται –ειδικά όταν θα κρύψει στο υπόγειο της έναν φίλο Εβραϊκής καταγωγής-, ενώ η ανήσυχη Λίζελ που αγαπά τη λογοτεχνία θα ριψοκινδυνέψει πολλές φορές για να «κλέψει» τα βιβλία που τόσο θέλει.

Πανέμορφη ταινία που κυλά ευχάριστα, χωρίς να βαριέσαι, χωρίς να μαντεύεις απαραίτητα τη συνέχεια. Πολύ καλές ερμηνείες (ειδικά η Λίζελ- Sophie Nélisse είναι υπέροχη), άριστη απεικόνιση της εποχής, ωραία μηνύματα για την ανθρωπιά, την αγάπη, το θάρρος. Σαφής η αντίθεση στην ελευθερία της λογοτεχνίας και το σκοταδισμό του πολέμου. Απρόβλεπτο τέλος, με την έννοια ότι δεν μπορείς να ξέρεις με σιγουριά ποιοι ...θα ζήσουν και ποιοι θα πεθάνουν. Μια τρυφερή, συγκινητική ταινία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα δεινά του, από τη σκοπιά μιας φιλήσυχης οικογένειας.

Αυτά σε ό, τι αφορά στα καλά. Γιατί κατά τα άλλα, η «Κλέφτρα Βιβλίων» δεν καταφέρνει να βγει από το καλοφτιαγμένο –ομολογουμένως- καλούπι της για να γίνει μια συγκλονιστική ταινία, μια ταινία που δε θα μπορέσεις να βγάλεις από τα μυαλό σου ποτέ. Μοιάζει να επαναπαύεται στην καλή σκηνοθεσία, στο τρυφερό σενάριο, στο γλυκύτατο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας, στα κλισέ μηνύματα, σαν να θεωρεί αυτονόητο ότι θα συγκινηθείς. Σε κρατάει σίγουρα στην οθόνη, αλλά δεν καταφέρνει να σε απογειώσει.

Μια χώρα, δύο κόσμοι

Οι αντιθέσεις είναι αναπόφευκτες. Υπάρχουν αυτοί που αγαπούν το μαύρο και αυτοί που αγαπούν το άσπρο. Αυτοί που λατρεύουν τις εκπλήξεις και αυτοί που τις σιχαίνονται. Αυτοί που θέλουν τα αυγά τους ομελέτα και αυτοί που τα θέλουν μάτια. Καμιά φορά οι αντιθέσεις είναι και ωραίες. Και χρήσιμες. Ίσως πρέπει να δεις τα δύο άκρα για να μπορείς να επιλέξεις, να δεις ποιο είναι το καλύτερο.

Η χώρα μας είναι ένα ατελείωτο πεδίο αντιθέσεων. Αυτοί που είναι ακόμα πλούσιοι και αυτοί που έχουν γίνει φτωχοί. Αυτοί που έχουν δουλειά και αυτοί που είναι άνεργοι. Αυτοί που θέλουν κυβέρνηση τη Νέα Δημοκρατία και αυτοί που θέλουν το Σύριζα. Αυτοί που κάνουν πορείες και διαδηλώνουν και αυτοί που την ίδια ώρα πίνουν καφέ. Αυτοί που βλέπουν ειδήσεις στις οχτώ και αυτοί που αλλάζουν κανάλι. Αυτοί που τολμούν επιχειρηματικά ξεκινήματα και αυτοί που είναι έτοιμοι να μεταναστεύσουν. Αυτοί που προσπαθούν να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής της προηγούμενης δεκαετίας και αυτοί που προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Αυτοί που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και αυτοί που έχουν ήδη απελπιστεί.

Και ανάμεσα σε αυτές τις αντιθέσεις του άσπρου και του μαύρου τι υπάρχει; Ένα ατελείωτο αναποφάσιστο γκρι: μερικά εκατομμύρια Έλληνες που είναι στο μεταίχμιο. Είναι αυτοί που δεν ξέρουν τι θα ψηφίσουν μία μέρα πριν τις εκλογές. Αυτοί που δεν είναι ευχαριστημένοι από τη δουλειά τους, αλλά δεν μπορούν να παραιτηθούν. Αυτοί που δε βγάζουν πολλά λεφτά, αλλά προς το παρόν δεν πεινάνε. Αυτοί που έχουν απολυθεί, αλλά ζούνε από τη σύνταξη των γονιών τους. Αυτοί που δε δίνουν λεφτά για το πετρέλαιο της οικοδομής, αλλά αγοράζουν καινούργιο κινητό. Αυτοί που δίνουν ένα ευρώ για φιλανθρωπικό σκοπό και άλλα πενήντα για ένα χτένισμα.

Ανάμεσα στα δύο άκρα, αυτών που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση και αυτών που έχουν παραιτηθεί τελείως, υπάρχει και η πλειοψηφία που προσπαθεί να ζει σαν να μην τρέχει τίποτα. Που φυτοζωεί δουλεύοντας σε πεντάμηνα. Που στεναχωριέται που δεν μπορεί να αγοράσει το καινούργιο iPhone. Που εντυπωσιάζεται από τις διαφημίσεις στην tv σαν να είναι παιδί. Που νομίζει πως επανάσταση είναι να γράφεις οργισμένα status στο fb. Μια πλειοψηφία που ξέρει ότι τίποτα δεν πάει καλά, αλλά είναι εγκλωβισμένη σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, σε μια κατάσταση επικίνδυνης μετριοπάθειας.

Υποτίθεται πως στην εποχή της ελευθερίας του λόγου, της ελεύθερης έκφρασης των ΜΜΕ, της ελευθερίας του διαδικτύου, θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι, πιο δραστήριοι, πιο ανήσυχοι. Ότι θα μπορούσαμε εύκολα να αφυπνιζόμαστε, να θέτουμε ερωτήματα, να βρίσκουμε απαντήσεις, να ανταλλάζουμε απόψεις. Αλλά όπως φαίνεται, οι πολλές φωνές είναι που μας έχουν αποπροσανατολίσει –και αποκοιμίσει- ακόμα περισσότερο.

Απλώς, το θλιβερό είναι ότι χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και εμείς παραμένουμε ίδιοι, εγκλωβισμένοι στο σαθρό μικρόκοσμό μας. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι όσο μεγαλώνουν γύρω μας οι αντιθέσεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούμε να διαλέξουμε στρατόπεδο.

 

Περιοδικό Ser-Free, #35

Πίσω από το σύρμα

Ένας κόσμος οριστικά χαμένος

καταδικασμένος στη λήθη.

Ένα συρματόπλεγμα

φυλακίζει το παρελθόν

 

(City zoom, Ser-Free #21)