The life of David Gale

The life of David Gale, (Η ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ), 2003

Σκηνοθεσία: Alan Parker

Παίζουν: Kevin Spacey, Kate Winslet, Laura Linney

O David Gale (Kevin Spacey), καθηγητής φιλοσοφίας, βρίσκεται χωρίς δουλειά και εγκαταλελειμμένος από την οικογένεια του μετά από μια ψευδή κατηγορία βιασμού εις βάρος του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον συλλαμβάνουν και τον καταδικάζουν σε θάνατο για το βιασμό και τη δολοφονία της συναδέλφου του Constance Harraway (Laura Linney). Λίγες μέρες πριν την εκτέλεση του, δέχεται τη δυναμική δημοσιογράφο Bitsey Bloom (Kate Winslet) για να του πάρει συνέντευξη. Και σε αυτό το σημείο είναι που η υπόθεση αρχίζει να περιπλέκεται, για το τι πραγματικά έγινε και για το αν ο David Gale είναι ένοχος ή αθώος...

Ο Alan Parker (Midnight Express, Mississippi Burning, Evita) δεν μας απογοήτευσε στο παρελθόν, δεν το κάνει ούτε τώρα. Γυρίζει το φιλμ προσεκτικά, καταφέρνοντας να φέρει στην επιφάνεια στις σωστές δόσεις την αγωνία, τον προβληματισμό, την θλίψη, την ένταση. Το παιχνίδι βέβαια παίζεται στο σενάριο. Το ζήτημα της θανατικής ποινής σε πρώτο πλάνο που προβληματίζει, η υπόθεση δολοφονίας, που ξετυλίγεται αναπάντεχα και με ανατροπές, η ζωή του πρωταγωνιστή που έχει πάρει για τα καλά τον κατήφορο και γεμίζει με ένα αίσθημα θλίψης τον θεατή και το φινάλε που προκαλεί κάτι παραπάνω από έκπληξη.

Kevin Spacey, Laura Linney, Kate Winslet, όταν φιγουράρουν τέτοια ονόματα στο cast δεν μπορείς παρά να είσαι αισιόδοξος. Δεν έχουν κάτι ξεχωριστό βέβαια σε σχέση με άλλες ερμηνείες τους (του Spacey στο American Beauty, για παράδειγμα, ή της Winslet στο The Reader), αλλά και πάλι είναι ό, τι καλύτερο.

Η ταινία δεν καθηλώνει σκηνοθετικά, δεν έχει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, ούτε καινοτομίες ούτε νεωτερισμούς, τίποτα το ρηξικέλευθο στην τεχνική της. Το στόρι της όμως είναι τόσο δυνατό που καθηλώνει. Παραδόξως, η ταινία δεν έκανε κάποιον εισπρακτικό θρίαμβο και πρέπει να πέρασε λίγο-πολύ απαρατήρητη από την πλειοψηφία του κοινού. Αυτό όμως δε σημαίνει απολύτως τίποτα. Θα σας συναρπάσει τόσο η εξέλιξη και θα σας αφήσει με τέτοιο συναίσθημα θλίψης το φινάλε που μάλλον θα την σκέφτεστε αφότου την δείτε για μέρες.

Bonus: το soundtrack του Jake Parker είναι υπέροχο

https://www.youtube.com/watch?v=170lmMrsj9Y

(Cine προτάσεις, www.serrelib.gr)

Τι θα μας λείψει, αλήθεια, από την τηλεόραση αν κλείσουν μερικά κανάλια;

Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν άκουσα ότι θα κλείσουν τα μισά κανάλια ήταν "αμάν, και πού θα βλέπω τις επαναλήψεις της Ντόλτσε Βίτα αν κλείσει το Mega;". Και μετά το δεύτερο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν: αλήθεια, έχει κάτι καλύτερο να επιδείξει η ελληνική τηλεόραση;

Η επιτομή του μικροαστισμού

Αν ήθελα να βλέπω τον κάθε τυχάρπαστο να κάθεται σε ένα πάνελ και να κουτσομπολεύει τι κάνει ο ένας και ο άλλος, θα έβγαινα και στο μπαλκόνι μου να ακούω τις γειτόνισσες. Αλλά το χειρότερο δεν είναι η ίδια η κατινιά, αλλά το ότι έχουν περάσει την κατινιά σαν να είναι κάτι φυσικό, αυτονόητο και άκακο. Μόνο που δεν είναι. Γιατί το μυαλό μας κουρκούτιασε τόσο που δε βρίσκουμε τίποτα κακό στο να ασχολούμαστε με το τι φόρεσαν οι διάσημες χθες το βράδυ, όπως δε βρίσκουμε και τίποτα ανήθικο στο να εξευτελίζονται άνθρωποι χάριν της τηλεθέασης. Υποτίθεται ότι κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες και για πιο σοβαρά project, αλλά όταν το concept της εκπομπής μυρίζει ναφθαλίνη, δε θα το δει κανείς άλλος εκτός απ' τον παππού μου.

Live your dream in greek tv

Στην ελληνική τηλεόραση έχει γίνει κατάχρηση αυτού που είπε ο Άντι Γουόρχολ για τα 15' δημοσιότητας που αντιστοιχούν σε κάθε άνθρωπο. Εδώ γίνεται διάσημος ο κανένας, με τον ίδιο πανηγυριώτικο τρόπο που γίνεται κανείς διάσημος στο fb. Αρκεί να ξέρει να χαζοτραγουδάει, να λέει πετυχημένες κοτσάνες, να έχει μεγάλο στήθος/ωραίους κοιλιακούς. Αν ξέρει δε και να μαγειρεύει, δε γίνεται απλώς διάσημος, γίνεται θεός. (Μαγειρική= η απόλυτη, υπέρτατη τέχνη καταξίωσης, σύμφωνα με το διεστραμμένο παραμορφωτικό πρίσμα της tv). Θα μου πεις, οι πραγματικά δημιουργικοί και άξιοι άνθρωποι στην τηλεόραση θα βγουν; Έτσι όπως είναι η τηλεόραση φυσικά και όχι. Και καλά κάνουν.

HBO αλά ελληνικά

Η συνταγή γνωστή: για να πετύχει ένα σίριαλ πρέπει να έχει μέσα έναν γκέι, μία χαζή, έναν έρωτα με εμπόδια και ατάκες με χιούμορ νηπιαγωγείου. Α, πρέπει να έχει και λίγο σεξ. Αν η τηλεόραση αντανακλά την κοινωνία μας, βγάλε συμπέρασμα τώρα… Τα ελληνικά σίριαλ ακολουθούν τη γενικότερη γραμμή ψυχαγωγίας που συνοψίζεται "όταν γυρνάω από τη δουλειά είμαι κουρασμένος και θέλω να δω κάτι ανάλαφρο για να χαλαρώσω". Ναι, μόνο που έτσι χαλαρώνει και το μυαλό μας σιγά-σιγά. Ευτυχώς, με την κρίση κόπηκαν λόγω έλλειψης χρημάτων οι πολλές βλακείες, αλλά μετά πέσαμε πάνω στα τούρκικα και τις φτηνές παραγωγές των shows. Καμία σωτηρία.

Αγοράζω άρα υπάρχω

Γέλασα πολύ όταν άκουσα ότι είχαν κατηγορήσει τον Κωστόπουλο ότι διέφθειρε τους Νεοέλληνες με τα περιοδικά του. Αν είχε τόση δύναμη ο Κωστόπουλος, να τον κάναμε και πλανητάρχη, να μας έσωζε από τα προβλήματά μας. Λες και τη μεγαλύτερη ζημιά δεν την κάνει ήδη η τηλεόραση, με τις αδύνατες και καλοντυμένες παρουσιάστριες, τους διαγωνισμούς που μοιράζουν δώρα και το προβαλλόμενο lifestyle σύμφωνα με το οποίο πρέπει να τιγκάρεις το σπίτι σου με πράγματα για να είσαι in. Θα μου πεις, είναι κακό; Ε αν όλη μέρα σκέφτεσαι μόνο πώς θα χάσεις κιλά, πώς θα φτιάξεις το μαλλί και πώς θα αγοράσεις την εσπρεσσιέρα, μην απορείς που ως κοινωνία -και ως πλανήτης- πάμε κατά διαόλου.

Και φυσικά οι ειδήσεις

Νομίζω ότι πλέον κανείς δεν μπορεί να παρακολουθήσει ειδήσεις χωρίς δυσπιστία ή χωρίς αναγούλα. Το ξέραμε βέβαια από πάντα, αλλά ειδικά μετά τα πολιτικά γεγονότα (και δη το δημοψήφισμα του Ιουλίου) η ενημέρωση πήρε τη μορφή τόσο εξόφθαλμης προπαγάνδας που αποτελεί σκάνδαλο. Αλλά το ζήτημα δεν είναι το πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια ανηθικότητα στη δημοσιογραφία, αλλά το πώς είναι δυνατόν να ενημερώνεται κανείς αποκλειστικά από τις ειδήσεις της τηλεόρασης. Ελπίζω να μην έχουν απομείνει πολλοί που το κάνουν αυτό. Παιδιά, υπάρχει και το internet. Τουλάχιστον εκεί, όταν διαβάζεις αρλούμπες, τις περισσότερες φορές ξέρεις ότι πρόκειται για αρλούμπες.

Χάσμα

Το ρήγμα της κοινωνίας

και το φεγγάρι

που δε νοιάζεται

για τις διακρίσεις

και τις διαφορές

και τις άλλες μικρότητες των ανθρώπων.  

 

(City zoom, Ser-Free #23)

Η (δήθεν) ανωτερότητα των γλωσσών

Αν ένα πράγμα μού έμεινε από το πανεπιστήμιο αυτό είναι η φωνή της καθηγήτριας της γλωσσολογίας να λέει: δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, ούτε γλώσσες όμορφες και άσχημες.

Βέβαια, ο καθένας θέλει να πιστεύει ότι η δική του γλώσσα είναι η καλύτερη, πόσο μάλλον όταν αυτός ο καθένας είναι ο Έλληνας που ξέρει πολύ καλά ότι στην ελληνική γράφτηκαν τα πρώτα θεατρικά κείμενα του κόσμου, τα πρώτα ιστορικά βιβλία, μερικά από τα πιο σημαντικά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα, τα ομηρικά έπη. (Οι περισσότεροι βέβαια δεν έχουν διαβάσει τίποτα από αυτά, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Πράγματι, ωραίο όλο αυτό, αλλά η γλώσσα δεν είναι τίποτα μα τίποτα άλλο από εργαλείο επικοινωνίας. Άλλο σκοπό δεν έχει από το να διευκολύνει τον κόσμο να συνεννοηθεί ή να εκφράσει τις σκέψεις του. Κι αν κάτι καθιστά τη γλώσσα μας "ωραία", με την έννοια ίσως ότι είναι γλώσσα πλούσια και σύνθετη, αυτό είναι οι ιδέες που κλήθηκε να εκφράσει. Και οι ιδέες ήταν πολλές και ήταν πράγματι ωραίες.

Και από το αίσθημα ανωτερότητας της αρχαίας ελληνικής, στη μιζέρια για τη νέα ελληνική. Αρχαία-νέα σημειώσατε ένα. Πόσες φορές δεν έχω ακούσει για την κατάντια της νέας ελληνικής, για τη φτώχεια της, για τη νόθευση της από ξένες λέξεις. Λες και θα μπορούσαμε στον 21ο αιώνα να μιλάμε όπως οι αρχαίοι ή λες κι αν όντως -υποθετικά- το κάναμε αυτό θα ήμαστε ανώτεροι άνθρωποι. Η γλώσσα, ως εργαλείο επικοινωνίας που είναι, αλλάζει και εξελίσσεται παράλληλα με τους ομιλητές της -ποιο το κακό σε αυτό; Αλλιώς μιλούσε ο Περικλής, αλλιώς ο Ιουστινιανός, αλλιώς ο Αθανάσιος Διάκος κι αλλιώς εγώ. Και πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να μη γίνει αυτό όταν από αυτή τη γη έχουν περάσει ένα σωρό έθνη και όταν πλέον ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας και της παγκοσμιοποίησης. Οι ανάγκες αλλάζουν, αλλάζουν και οι λέξεις. Άλλη σημασία είχαν, για παράδειγμα, οι λέξεις άγγελος, αμαρτία, εκκλησία στα αρχαία ελληνικά και άλλη στα νέα. Και είναι παράλληλα λογικό να έχουν ενσωματωθεί στο καθημερινό μας λεξιλόγιο ξένες λέξεις, όπως cd ή dvd ή router.

Θυμάμαι ακόμα τη φιλόλογο μας στο Γυμνάσιο να λέει -με φωνή που έτρεμε και έτοιμη να βάλει τα κλάματα- ότι χάθηκαν τα τρία τέταρτα της ελληνικής γλώσσας όταν καταργήθηκαν τα πνεύματα και οι περισπωμένες. Τότε συγκινήθηκα κι εγώ. Αλλά μετά συνήλθα: και γιατί να μην καταργηθούν; Τα πνεύματα και οι περισπωμένες είχαν ένα ρόλο στην αρχαία ελληνική γλώσσα, αλλιώς διαβαζόταν η συλλαβή με την περισπωμένη κι αλλιώς με την οξεία, αλλιώς η λέξη με τη δασεία και αλλιώς με την ψιλή. Σήμερα όμως όλα διαβάζονται το ίδιο. Θα είχαμε διατηρήσει πιο ψηλά το εθνικό μας φρόνημα αν σπάζαμε το κεφάλι μας για να μάθουμε άχρηστους κανόνες τονισμού; Ή είναι πιο πατριώτες αυτοί που στα προσωπικά τους γραπτά χρησιμοποιούν ακόμα και τώρα (!) τα πνεύματα και την περισπωμένη; Άδειασαν τα κείμενα, λένε, και είναι άσχημα. Καλά έκαναν και άδειασαν. Δεν είναι αυτά τα σύμβολα του παρελθόντος από τα οποία πρέπει να κρατηθούμε πεισματικά με νύχια και με δόντια -υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά σύμβολα για τον αυτοπροσδιορισμό μας ως έθνος.

Αρχαία ελληνικά βέβαια πρέπει να ξέρουμε. Είναι καλό να ξέρουμε. Αν ξέρεις αρχαία, ξέρεις αυτομάτως και νέα. Κατανοείς από πού προήλθε η κάθε λέξη. Αντιλαμβάνεσαι τη συνέχεια της γλώσσας και συνεπώς την πορεία του έθνους στους αιώνες. Μαθαίνοντας αρχαία μαθαίνεις ουσιαστικά ιστορία. Και παίρνεις και μια καλή γεύση από τις ιδέες που εκφράστηκαν από τους μεγάλους μας ποιητές, τους μεγάλους μας φιλοσόφους, τους μεγάλους μας επιστήμονες. Ναι, αν θέλουμε να αυτοπροσδιοριστούμε ως έθνος, αυτά πρέπει να τα ξέρουμε.

The Revenant

The Revenant (Η Επιστροφή), 2015

Σκηνοθεσία: Alejandro González Iñárritu

Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Tom Hardy, Will Poulter, Domhnall Gleeson

*The Revenant: αυτός που επιστρέφει, από τον άλλον κόσμο

Στην αχαρτογράφητη φύση της Αμερικής του 1820, μία ομάδα Αμερικανών κυνηγά αρκούδες για τη γούνα τους. Ένας από την ομάδα, ο Χιου Γκλας (Leonardo DiCaprio), θα δεχτεί επίθεση από αρκούδα και θα τραυματιστεί σοβαρά. Ο θάνατος του Γκλας είναι πλέον ζήτημα χρόνου, έτσι οι σύντροφοί του θα αναγκαστούν να προπορευτούν, αφήνοντας τον πίσω με κάποιον άλλον από την ομάδα, τον Τζον Φιτζέραλντ (Tom Hardy). Ο Φιτζέραλντ όμως δεν είναι διατεθειμένος να μείνει με τον Γκλας μέχρι να ξεψυχήσει, έτσι τον εγκαταλείπει. Ο Γκλας ωστόσο θα καταφέρει όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διανύσει 300 χιλιόμετρα προκειμένου να εκδικηθεί.

Η ταινία είναι πρώτα απ' όλα μια ιστορία επιβίωσης. Είναι εντυπωσιακό το πόση δύναμη επιστρατεύει ο ήρωας για να ξανασταθεί στα πόδια του, λίγο καιρό αφότου έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου -και είναι εξίσου εντυπωσιακό το πόσο ταλαιπωρείται και ο ίδιος ο ΝτιΚάπριο σε αυτό το ρόλο. Αλλά ο ήρωας μας έχει να αντιμετωπίσει κι άλλα: τους Ινδιάνους που τον καταδιώκουν και την ίδια τη φύση που δεν είναι σύμμαχος -ο Ινιαρίτου μάς χαρίζει μεγαλειώδη πλάνα της παγωμένης Αμερικής που τονίζουν ακόμα περισσότερο αυτήν την άνιση αναμέτρηση.

Το Revenant θα μπορούσε απλώς να είναι μια ταινία επιβίωσης και εκδίκησης και να τελειώνει εκεί. Όμως είναι και κάτι παραπάνω. Η ταινία χρησιμοποιεί την ιστορία του Γκλας για να μιλήσει και για άλλα πράγματα: την εκμετάλλευση των ιθαγενών της Αμερικής, την έλλειψη σεβασμού απέναντι στη φύση, την ηθική. Όλα αυτά συμπλέκονται έξοχα γύρω από τον κεντρικό ήρωα, αλλά και μέσα από τα μάτια του ήρωα, ο οποίος, καθώς προχωρά η ταινία, αλλάζει, επανατοποθετείται, αναζητά.

Καμβάς όλων αυτών είναι η φύση. Δάση, βουνά, ποτάμια, αχανείς εκτάσεις με χιόνι, όλα σε αυτήν την ταινία ξεκινούν με τη φύση και με τη φύση έχουν να κάνουν. Ο Ινιαρίτου ωστόσο δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει απλώς όμορφα ή ειδυλλιακά τοπία -δύναμη, μεγαλείο, δέος, σκληρότητα, λιτότητα, αυτά αισθάνεται κανείς βλέποντας τα πλάνα. Πάνω σε αυτό κουμπώνει και το soundtrack: ο Σακαμότο γράφει μια μουσική μάλλον λακωνική, λιτή, στιβαρή, που υπογραμμίζει την αφαιρετικότητα των τοπίων, τη βουβή ένταση του ήρωα, τον εσωτερικό ρυθμό της δράσης.

Κοντολογίς, η ταινία είναι ενδιαφέρουσα. Δεν είναι καθόλου βαρετή, ακόμα κι αν δυόμιση ώρες σας φαίνονται πολλές -δεν είναι. Είναι μια ταινία με κλισέ θέμα -επιβίωση, εκδίκηση, αναζήτηση- αλλά καθόλου κλισέ ως προς τον τρόπο που η ιστορία είναι δοσμένη. Ο ΝτιΚάπριο ίσως δεν ερμηνεύει το μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας του -είναι άψογος βέβαια, όπως σε όλες του τις ταινίες- αλλά πρόκειται σίγουρα για τον πιο δύσκολο της μέχρι τώρα της καριέρας του, είναι ένας ρόλος-άθλος. Και μόνο το γεγονός ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δε μιλά, αλλά καταφέρνει να γεμίσει τον ήρωα του με τις κινήσεις και τις εκφράσεις -σε σημείο που πλέον δεν προσέχεις ότι δε μιλά!-, φτάνει. Όσο για τον Τομ Χάρντυ, δεν έχουν εντελώς άδικο αυτοί που είπαν ότι κλέβει την παράσταση από τον ΝτιΚάπριο. Ο Χάρντυ δίνει τέτοιο στίγμα στο χαρακτήρα του, πλάθει μια τόσο ολοκληρωμένη φυσιογνωμία, που τον κάνει απόλυτα ρεαλιστικό, απόλυτα ζωντανό, είναι σαν να τον ξέρεις.

Εντυπωσιακή φωτογραφία και υπέροχη σκηνοθεσία -το μονόπλανο στην επίθεση των Ινδιάνων, τα πλάνα των δέντρων, η απόλυτα ρεαλιστική τελική αναμέτρηση. Το Revenant είναι ρεαλιστικό, είναι ωμό, είναι πολύ μακριά από εξωραϊσμούς και κλισέ. Φαίνεται ότι είναι ταινία μεγάλων προσδοκιών και υψηλών προδιαγραφών. Ή μάλλον είναι έτσι όπως θα έπρεπε να είναι το σινεμά.