"Μικρά μνημόσυνα" της Νίνας Κουλετάκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Τα "Μικρά Μνημόσυνα" της Νίνας Κουλετάκη (Εκδόσεις Bibliothèque, 2018) είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Είναι δύσκολο να το εντάξεις σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Είναι διηγήματα; Ναι, μιας και το βιβλίο αποτελείται από αυτόνομα κείμενα της μιας και των δύο σελίδων. Είναι μυθιστόρημα; Ναι, αφού όλα τα κείμενα έχουν κοινό σημείο αναφοράς και δεν είναι παρά πτυχές της ίδιας θεματικής. Είναι ένα σύνολο φιλοσοφικών στοχασμών; Ναι, είναι.

Τα "Μικρά Μνημόσυνα" είναι μια καταγραφή. Καταγραφή των συζητήσεων της ηρωίδας μας με τον ψυχίατρο της, καταγραφή των ονείρων της, καταγραφή των σκέψεων της. Έχουμε έναν κατακερματισμένο ψυχισμό σε ένα κατακερματισμένο βιβλίο.

Η ηρωίδα μας προσπαθεί να βάλει τις σκέψεις της, τα συναισθήματά της και τη ζωή της σε τάξη. Είναι απίστευτο το πόσο οικείο είναι το περιεχόμενο των γραπτών: πρόκειται για πράγματα που όλοι έχουμε σκεφτεί, όλοι έχουμε νιώσει, συμπεράσματα στα οποία, λίγο-πολύ, όλοι έχουμε καταλήξει. Η δε γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας -άμεση, εύληπτη, σχεδόν προφορική- επιτείνει το αίσθημα αυτό.

Η Νίνα Κουλετάκη διαλέγει ένα προσωπικό και εξομολογητικό ύφος για να μιλήσει για τα πιο βαθιά ζητήματα της ζωής. Για το θάνατο, την απώλεια, τη μοναξιά. Για τον έρωτα, την αγάπη. Για την απόρριψη, τη ματαίωση, την ελπίδα. Για την κοινωνία, τη ρουτίνα, την αυτοπραγμάτωση. Αφήνει την ηρωίδα της ελεύθερη να περιπλανηθεί σε σκέψεις, να κάνει συσχετισμούς, να αφηγηθεί ιστορίες, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να πετύχει μια αποδόμηση, μια ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Προσωπικό ύφος από τη μια, αλλά απουσία προσωπικών στοιχείων από την άλλη. Η ηρωίδα δεν έχει όνομα, ο ψυχίατρος επίσης, όπως και κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται. Όλοι είναι σύμβολα. Όλα τα λεγόμενα σημαίνουν και κάτι άλλο πέρα από το προφανές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από άποψη συμβολισμού έχουν τα όνειρα: ένα πεδίο εντελώς ελεύθερο, σουρεαλιστικό, αλλά γεμάτο μηνύματα και ανοιχτές ερμηνείες.

Η Νίνα Κουλετάκη με τα "Μικρά Μνημόσυνα" επιδιώκει να καταθέσει έναν φιλοσοφικό στοχασμό. Να θέσει ερωτήσεις, να δώσει ίσως και μερικές απαντήσεις. Να αφηγηθεί ενδιαφέρουσες ιστορίες. Να βρει κοινά σημεία με τον αναγνώστη. Να δηλώσει μια αλήθεια. Και την ίδια στιγμή καταφέρνει να δώσει στο βιβλίο της ένα χαρακτήρα παιχνιδιάρικο, ευφάνταστο και απόλυτα άμεσο.

"Είπαμε ψέματα πολλά" του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Από τριάντα μικρά φρέσκα διηγήματα που κυλούν με ευκολία και διαβάζονται με μια ανάσα αποτελείται το βιβλίο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου "Είπαμε ψέματα πολλά" (Εκδόσεις Κέδρος, 2019), διηγήματα εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους, χωρίς εσωτερική συνέχεια, που ωστόσο όλα θίγουν από πολλές διαφορετικές πλευρές το ίδιο ουσιαστικά θέμα: τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Ρεαλιστικά και σουρεαλιστικά, αλληγορικά, χιουμοριστικά και συγκινητικά, ερωτικά, απαισιόδοξα και ανάλαφρα, νοσταλγικά, όλα ποικίλουν, για να καταλήξουν όμως λίγο-πολύ στα ίδια συμπεράσματα. Η μοναξιά, το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων, η επίδραση της τεχνολογίας στην καθημερινότητα, η -ατελέσφορη πολλές φορές- προσπάθεια του ανθρώπου να βελτιώσει τη ζωή του, οι ανθρώπινες αδυναμίες. Όλα αυτά δοσμένα με πολύ χιούμορ και αρκετή φαντασία, ακόμα και στα διηγήματα που θίγονται τα πιο σοβαρά ζητήματα.

Έχοντας, λοιπόν, ως όπλο το χιούμορ, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος αφήνει τους ήρωες του εκτεθειμένους στις πιο απλές, στις πιο καθημερινές, στις πιο προσωπικές τους στιγμές, εκεί που ξεδιπλώνονται τα πιο ιδιαίτερα και αληθινά χαρακτηριστικά τους, επιτρέποντας τον αναγνώστη να ταυτιστεί ή να προβληματιστεί ή να γελάσει. Η άνεση που ο συγγραφέας χειρίζεται τους ήρωες του και τις καταστάσεις που αυτοί συναντούν, φτάνει στα όρια του σουρεαλισμού, πολλές φορές μάλιστα τα ξεπερνά: ανάμεσα στους ήρωες συγκαταλέγονται και ένας άγγελος, ένας δράκουλας, ένα μυρμήγκι.

Ασφαλώς βέβαια το βιβλίο δε θα δημιουργούσε την αίσθηση αυτή της οικειότητας και αμεσότητας, αν δεν είχε τόσο ανεπιτήδευτη γλώσσα. Λιτές, απλές, καθημερινές, σχεδόν προφορικές - ακόμα και τολμηρές σε αρκετά σημεία-, οι λέξεις ρέουν από μόνες τους, σχηματίζοντας απόλυτα φυσικούς διαλόγους και ολοζώντανες εικόνες.

Τελικά, οι ήρωες λένε ψέματα μεταξύ τους,  λένε ψέματα στον εαυτό τους, αδυνατούν να έρθουν σε αληθινή επαφή με τα θέλω τους, την ίδια στιγμή που και η ζωή τους διαψεύδει και δεν επαληθεύει τις προσδοκίες τους. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταφέρνει να κάνει έναν ιδιαίτερα ευφάνταστο σχολιασμό για τον σύγχρονο άνθρωπο και τον σημερινό τρόπο ζωής.

Κατερίνα Καριζώνη

"Η συγγραφή είναι ο μόνος τρόπος ζωής που γνωρίζω"

Η Κατερίνα Καριζώνη μιλάει στο vakxikon.gr για το βιβλίο της "Το λυκόφως του Αιγαίου" (Εκδόσεις Καστανιώτη) που κυκλοφόρησε πρόσφατα, για τη λογοτεχνία του σήμερα και για το χρέος των συγγραφέων απέναντι στην κοινωνία.

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου

Μιλήστε μου για το τελευταίο σας βιβλίο, "Το λυκόφως του Αιγαίου".

"Το λυκόφως του Αιγαίου" είναι ένα μυθιστόρημα για την πειρατεία στο Αιγαίο τον 17ο αιώνα. Αναφέρεται σε προσωπικότητες μεγάλων πειρατών που έδρασαν στο Αρχιπέλαγος,  καθώς και σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, χωρίς να λείπει όμως η μυθοπλασία. Αφηγείται τις μάχες των πειρατών, τα ρεσάλτα στα πλοία και στα νησιά, τους έρωτές τους, τις μεταξύ τους συμμαχίες, τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στη θάλασσα, τα ήθη και τα έθιμα και τις δοξασίες των νησιωτικών πληθυσμών. Το μυθιστόρημα είναι αποτέλεσμα μιας μακράς έρευνας που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια και μου έδωσε και άλλα τέσσερα βιβλία με σχετικό θέμα: «Το μεγάλο Αλγέρι», τον «Μονόφθαλμο κι άλλες πειρατικές ιστορίες», «Τον χάρτη των ονείρων», ένα μυθιστόρημα για τον Μπαρμπαρόσα και ένα λεύκωμα για την μανιάτικη πειρατεία. Το ζήτημα της πειρατείας είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Η πειρατεία δεν ήταν μια απλή επιχείρηση αρπαγής εχθρικού πλοίου και φορτίου. Αποτελούσε ένα οργανωμένο σύστημα αναδιανομής του πλούτου που περνούσε απ' τους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους του Αιγαίου, σύστημα στο οποίο επένδυαν τα κεφάλαιά τους επιχειρήσεις, ιπποτικά τάγματα, βασιλιάδες, Εκκλησίες και ολόκληρα κράτη. Υπήρχαν νόμοι της θάλασσας, λειοδικεία, δικαστήρια, άδειες πειρατείας και πλεύσης, σημαίες και κανόνες. Ταυτόχρονα, η πειρατεία αποτελούσε κι έναν διαρκή πόλεμο στη θάλασσα ανάμεσα στις θρησκείες, τις ιδεολογίες και τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Αυτό ήταν το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασαν και οι Έλληνες πειρατές. Συνεργάστηκαν με τους δυτικούς και κυρίους τους Μαλτέζους εναντίον των Οθωμανών και των Μπαρμπαρέζων κι έγραψαν Ιστορία στη θάλασσα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους ήταν ότι μαζί με τις καταδρομές που πραγματοποιούσαν, υποστήριζαν τα απελευθερωτικά κινήματα των κατοίκων των νησιών, κάποια νησιά μάλιστα, όπως την Μήλο την απελευθέρωσαν από τους Τούρκους για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Η εξοικείωσή τους με τη θάλασσα και τον ναυτικό πόλεμο και η ελευθερία που απολάμβαναν μέσα απ' την πειρατική τους δραστηριότητα τους έκανε ετοιμοπόλεμους και αξιόμαχους και τους μετέτρεψε με τα χρόνια σε οπλαρχηγούς της Επανάστασης του '21. Οι Έλληνες πειρατές του Αιγαίου αποτέλεσαν τους Κλέφτες και τους Αρματολούς της θάλασσας στα πρώιμα επαναστατικά χρόνια. Το φαινόμενο της ελληνικής πειρατείας λοιπόν είναι άρρηκτα δεμένο με την αντίσταση των Ελλήνων ενάντια στους Οθωμανούς, γι' αυτό και κάποιοι απ' αυτούς πέρασαν στο θρύλο και στα δημοτικά τραγούδια και έγιναν λαϊκοί ήρωες, όπως ο Ιωάννης Κάψης, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου μου. Βέβαια μέσα στο μυθιστόρημα δεν αγιοποιούνται οι πειρατές, ούτε αποκρύπτονται οι βιαιοπραγίες τους. Φωτίζεται όμως η πραγματική εικόνα τους που ήταν ως τώρα θολή και παρεξηγημένη.

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με ένα τόσο ιδιαίτερο και απαιτητικό θέμα;

Γράφοντας το μυθιστόρημα «Μεγάλο Αλγέρι», που ήταν η ιστορία της βεντέτας της οικογένειάς μου στη Μάνη, ανακάλυψα ότι οι Μανιάτες ήταν επαγγελματίες πειρατές. Στη δημοτική βιβλιοθήκη της Αρεόπολης την ίδια εποχή βρήκα τυχαία ένα βιβλίο που λεγόταν «Κουρσάροι του Αιγαίου», ήταν γραμμένο στη δεκαετία του '50 και κανείς δεν το είχε ποτέ δανειστεί. Τα φύλλα του ήταν άκοπα και σκονισμένα. Το πήρα λοιπόν, από περιέργεια, το διάβασα και το φωτοτύπησα. Από εκείνη τη μοιραία στιγμή με πήραν οι πειρατές μαζί τους στα καράβια τους και ανοίξαμε πανιά για την Ιστορία. Τότε κατάλαβα πόσο διαστρεβλωμένη εικόνα είχαμε για τους πειρατές, καθώς οι μεν ιστορικοί αποσιωπούσαν το θέμα, οι δε ταινίες μάς έδιναν μια ψεύτικη εικόνα της πειρατείας σύμφωνα με τα αμερικάνικα πρότυπα.

Έχετε ασχοληθεί με πολλά είδη της λογοτεχνίας: μυθιστόρημα, ποίηση, παιδικό βιβλίο. Σε ποιο από αυτά τα είδη αισθάνεστε να κινείστε πιο άνετα και ποιο είναι το πιο απαιτητικό από αυτά;

Το πιο απαιτητικό είναι το μυθιστόρημα, γιατί είναι αφήγημα μεγάλης έκτασης, έχει χαρακτήρες και πλοκή που πρέπει να την παρακολουθείς αυστηρά. Το μυθιστόρημα, απ' την άλλη μεριά, τουλάχιστον αυτό που γράφω εγώ, περιέχει και την ποίηση και το παραμύθι. Βέβαια κανένα είδος δεν είναι εύκολο αν θέλεις να ασχοληθείς σοβαρά μαζί του. Ούτε είναι τόσο απλό να γράψεις παραμύθια. Χρειάζεται μια ιδιαίτερη ικανότητα να κάνεις την υπέρβαση της λογικής να πλοηγηθείς στο όνειρο και να πεις μια ιστορία που βγάζει νόημα. Δηλαδή να διαχειριστείς το όνειρο με λογικό τρόπο. Το ίδιο η ποίηση. Πρέπει να μετουσιώσεις τις λέξεις σε σύμβολα και να περάσεις ένα μήνυμα κατανοητό στον αναγνώστη. Κι αυτό δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Η ποίηση ωστόσο ήταν και είναι πάντα η αγαπημένη μου ασχολία. Γράφω από παιδί ποιήματα και με τα χρόνια πέρασα και στην πεζογραφία.

Υπάρχουν συγγραφικά απωθημένα; Τι είναι αυτό που δεν έχετε γράψει ακόμα;

Ένα θεατρικό έργο. Αυτό δεν έχω γράψει ποτέ, αν και κάποια παιδικά μου βιβλία έγιναν θεατρικά. Θέλω κάποια στιγμή να γράψω κι ένα θεατρικό.

Γράφετε πολλά χρόνια. Τι έχει αλλάξει στο λογοτεχνικό τοπίο της Ελλάδας από τότε που ξεκινήσατε;

Όταν άρχισα να γράφω υπήρχαν κάποια πρότυπα που δεν μπορούσες να τα αμφισβητήσεις. Σήμερα όλα κρίνονται απ' την αρχή κι αυτό είναι καλό. Η λογοτεχνία προχωράει. Κατά την άποψή μου πρέπει να συναντηθεί και με άλλα γνωστικά πεδία, να δανειστεί εκφραστικούς τρόπους από αλλού και να εμπλουτιστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι κέρδισε έδαφος το ιστορικό μυθιστόρημα στις μέρες μας, η μαθηματική λογοτεχνία και άλλα είδη που μας έρχονται συχνά από το εξωτερικό. Υπάρχει ένας πλουραλισμός στη λογοτεχνία, γράφονται καλά βιβλία στην Ελλάδα και μάλιστα από νέους συγγραφείς.

Τι χρέος έχει ο συγγραφέας απέναντι στο κοινό του; Σκοπός ενός βιβλίου πρέπει να είναι η ψυχαγωγία ή η διαμόρφωση συνειδήσεων;

Είναι και τα δύο. Για μένα όταν μπορεί ένα βιβλίο να διαμορφώσει συνειδήσεις ή να φωτίσει κάποιες σκοτεινές πλευρές της Ιστορίας και της ζωής ακόμα, είναι ένα ωφέλιμο βιβλίο. Μου αρέσει επίσης να μαθαίνω πράγματα από ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Είναι σαν τα καινούργια παράθυρα που σου ανοίγονται στον κόσμο.

Τι είναι αυτό που επιδιώκετε να εκφράσετε μέσω της συγγραφής; Υπάρχει κάποια κεντρική ιδέα στο πίσω μέρος του μυαλού σας που να εκφράζεται διαφοροποιημένη σε κάθε σας βιβλίο;

Υπάρχει μια κεντρική ιδέα πάντα πριν αρχίσεις να γράφεις ένα βιβλίο. Κατά μία άποψη γράφουμε σ' όλη τη ζωή μας το ίδιο βιβλίο. Εγώ νομίζω όμως ότι κάθε βιβλίο είναι ένας ξεχωριστός κόσμος, ακόμα και όταν μιλάει για όμοια πράγματα. Υπάρχουν βέβαια και οι συγγραφικές εμμονές που στοιχειώνουν όλους τους συγγραφείς. Είναι ευθύνη του κάθε συγγραφέα να βρει έναν τρόπο να μην επαναλαμβάνεται. Εγώ τι επιδιώκω με την συγγραφή; Για μένα είναι ο μόνος τρόπος ζωής που γνωρίζω.

Σχέδια για το μέλλον; Τι άλλο ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό;

Έχω σχέδια για ένα μυθιστόρημα, αλλά αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε δυο θέματα και δεν έχω καταλήξει ακόμα.

"Ο Φταίχτης" της Εύας Μαθιουδάκη & του Κωστή Σχιζάκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το το περιοδικό periou.gr

(Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019)

Ο Παναγιώτης, η μητέρα του, Ελένη, και τα τρία του αδέρφια θα αφήσουν πίσω τη ζωή στο χωριό και θα εγκατασταθούν μόνιμα στην Αθήνα το 1969. Η οικογένεια θα προσπαθήσει να κάνει μια νέα αρχή και να πατήσει γερά στα πόδια της. Εν μέρει θα το καταφέρει. Όμως ο Παναγιώτης μοιάζει να μην μπορεί να βρει το δρόμο του. Οι δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει και ο σκοτεινός ψυχισμός του θα τον οδηγήσουν μοιραία στο ψυχιατρείο.

Ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που μας ξεναγεί στην Αθήνα της δεκαετίας του '70 μέσα από την ιστορία της οικογένειας Σπανού. Από το βιβλίο παρελαύνουν όλες οι παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας -οι απατεωνιές, οι παρασκηνιακές συμφωνίες, οι αθέμιτοι τρόποι για να γίνει κανείς πλούσιος-, τα ήθη και οι συνήθειες της εποχής, ο τρόπος ζωής μιας περιόδου που έχει περάσει πλέον στο παρελθόν.

Οι συγγραφείς ωστόσο δεν ενδιαφέρονται τόσο να γράψουν ένα μυθιστόρημα κοινωνικό. Η ελληνική πραγματικότητα του '70 αποτελεί μάλλον τον καμβά πάνω στον οποίο οι ήρωες κινούνται, συγκρούονται, αλληλοϋποστηρίζονται, πέφτουν και ξανασηκώνονται.

Έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον οι χαρακτήρες που έπλασαν ο Κωστής Σχιζάκης και η Εύα Μαθιουδάκη και ο τρόπος που τους έχουν τοποθετήσει μέσα στη γενικότερη ιστορία. Ο κάθε ένας έχει το δικό του παρελθόν, κουβαλά τα δικά του λάθη, έχει τις δικές του προσδοκίες. Και έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον το πώς οι επιλογές του ενός επηρεάζουν τις ζωές των άλλων.

Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι αιτίας και αποτελέσματος, στο οποίο οι ήρωες πέφτουν σε λάθη στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν τη ζωή τους, οδηγούνται από καλές προθέσεις που φέρνουν τελικά άσχημα αποτελέσματα, κινούνται από τα πάθη τους χωρίς όμως στιγμή να φαντάζονται την κατάληξη.

Στο κέντρο όλων αυτών ο Παναγιώτης. Φταίει η σχέση του με την μητέρα του; Η απουσία του πατέρα; Οι προσπάθειές του να χτίσει στενές σχέσεις με τους γύρω του που πέφτουν στο κενό; Ή απλώς ο ταραγμένος ψυχισμός του; Οι συγγραφείς, με τον τίτλο του βιβλίου, προτρέπουν τον αναγνώστη να βρει τον φταίχτη, όμως ούτε και αυτοί έχουν την απάντηση. Ενδιαφέρονται περισσότερο να θέσουν τις ερωτήσεις.

Ένα τόσο πλούσιο σε γεγονότα και πρόσωπα βιβλίο απαιτεί προφανώς μια έξυπνη δομή και αυτό είναι άλλο ένα στοιχείο του "Φταίχτη" που κάνει απολαυστική την ανάγνωση. Χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, φωτίζει κάθε φορά και έναν άλλον ήρωα, και ένα άλλο περιστατικό, δημιουργώντας εναλλαγές που κρατούν πάντα την αγωνία του αναγνώστη στο ζενίθ, οδηγώντας τον τελικά στο δυνατό φινάλε.

Ο "Φταίχτης" είναι βιβλίο που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και που περικλείει μέσα του πολλά δεδομένα. Είναι απλό στην έκφραση του, αλλά πολύπλοκο στην ουσία του. Ένα μεγάλο μωσαϊκό προσώπων, ένας μεγάλος χάρτης καταστάσεων που συμπλέκονται και προχωρούν τόσο από βαθύτερα ένστικτα όσο και από συμπτώσεις, από τυχαίες πλην καθοριστικές στιγμές.

Όλοι οι ήρωες στον "Φταίχτη" έχουν και δίκιο και άδικο. Όλοι σφάλουν και όλοι είναι άξιοι συγχώρεσης. Και όλοι είναι ιδανικοί για να κάνουν τον αναγνώστη να εξοργιστεί, να τους συμπονέσει, να ταυτιστεί μαζί τους.

"Laissez passer", του Δήμου Χλωπτσιούδη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

[…]

είμαστε ένοχοι

που ζωγραφίζουμε ακόμα όνειρα

Αν έπρεπε να επιλέξουμε μία και μόνο λέξη από την ποιητική συλλογή "Laissez passer" (Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2019) αυτή θα ήταν το όνειρο. Το όνειρο ως διάψευση, το όνειρο ως χαμένη ευτυχία, ως ξεγέλασμα, ως κοινωνική ουτοπία, ως στόχος. Το όνειρο στο βιβλίο του Δήμου Χλωπτσιούδη έχει πεθάνει, έχει σβήσει μαζί με την ενηλικίωση, έχει συνθλιβεί από το τεράστιο βάρος της καθημερινότητας, μιας καθημερινότητας άδικης, σκληρής, που ο άνθρωπος απέναντι στον άνθρωπο -αλλά και απέναντι στη φύση- δε δείχνει κανέναν σεβασμό.

Η ποίηση του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι κοινωνική. Το βιβλίο δεν είναι παρά μία εικόνα της κοινωνίας με τις παθογένειες της, τις αδικίες της, τους ατελέσφορους αγώνες της, όπως την βλέπει ο ποιητής μέσα από τα δικά του μάτια ([…] "στην εποχή των εθνικισμών / δεν ξέρω σε ποια γλώσσα / να κλάψω / το δάκρυ του σύννεφου φύλαξα / αγίασμα / για να ζωγραφίζω όνειρα χάρτινα / Αλήθεια, / το μέλλον μας με πόσα δάκρυα γράφεται;" - με πόσα ρο γράφεται το δάκρυ;). Ο λόγος του καταγγελτικός -αλλά όχι διδακτικός- με πλήρη επίγνωση της ζοφερής πραγματικότητας, που τολμά να γίνει επαναστατικός, όχι όμως με φωνές και εξάρσεις και ηχηρές λέξεις, αλλά με την νηφαλιότητα του αυτονόητου.

Στους στίχους του βιβλίου παρελαύνουν όλα τα φλέγοντα ζητήματα της σημερινής κοινωνίας (φτώχεια, ο αγώνας για την καθημερινότητα, μισαλλοδοξία, ρατσισμός, το προσφυγικό, η έλλειψη σεβασμού απέναντι στη φύση), μιας κοινωνίας που έχει πάρει ξεκάθαρα λάθος κατεύθυνση και πρέπει επειγόντως να αναδιαμορφωθεί ([…] "στα σύννεφα που / χτίσαμε την ουτοπία μας / κι ακόμα ψάχνουμε / τους μαγικούς σπόρους / της ισότητας και της αναδιανομής" - γερασμένη ουτοπία | […] "μια μαστεκτομή χρειάζεται η φύση / να διώξει το καρκίνωμα του ανθρώπου / προς το παρόν / ας φυλάξουμε σε κάποιο βαζάκι / τα δάκρυά μας / θα μας χρειαστούν σύντομα" - παρανάλωμα Ι).

Ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη: οι ιδέες ρέουν από στίχο σε στίχο, από ποίημα σε ποίημα, και έχει μεγάλο ενδιαφέρον η επιλογή του ποιητή να χρησιμοποιήσει ελάχιστα την τελεία ως σημείο στίξης, με αποτέλεσμα ολόκληρο το βιβλίο να μοιάζει με χάρτης δίχως σύνορα και περιορισμούς, ακριβώς σαν αυτόν που ο ίδιος ονειρεύεται.

Μια ποιητική συλλογή με μια τέτοια θεματική θα μπορούσε εύκολα να γίνει σκοτεινή, μεμψίμοιρη, απαισιόδοξη. Παραδόξως, ο συγγραφέας δεν απελπίζεται. Στόχος του εξάλλου δεν είναι να παρουσιάσει την παθογένεια της σημερινής κοινωνίας, την καταβύθιση της στη διαφθορά και την αδικία, αλλά να ανακαλύψει και να τονίσει τις εξαιρέσεις, να φωτίσει το δρόμο της λύσης ([…] "προσκυνώ τον / άνθρωπο Προμηθέα / που στην έκτρωση του ρατσισμού / χαρίζει φως / σε πούστηδες, πρεζάκια / και πουτάνες / υμνώ τον άνθρωπο / ποιητή και παντοκράτορα / που αμόλυντος και λεύθερος / χλευάζει σύνορα και πρέπει, / κανόνες και στερεότυπα" - η μεταγλώσσα της ποίησης ΙΙ).

laissez passer

ζητούν ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων

 

εγώ όμως οραματίζομαι

μία γραμματική στην οποία

τα κεφαλαία θα ταξιδεύουν

ελεύθερα

πέρα από τις τελείες

θα διακινούνται ελεύθερα

από ποιητές

και θα μοιράζονται

ανάλογα με τις ανάγκες

σε όλες τις λέξεις

ως δίχτυ αλληλεγγύης

στα ενδεή πεζά

Από πού λοιπόν θα έρθει η λύση; Μήπως από τους ποιητές; Ο Δήμος Χλωπτσιούδης χρησιμοποιεί πολύ εύστοχα την έννοια του ποιητή, τον οποίον τοποθετεί με έναν ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο τρόπο στο κέντρο του ποιητικού του σύμπαντος, δίνοντας του επιπλέον φωνή, επιπλέον ρόλο, βάζοντάς τον στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, αλλά και στον αντίποδα του διεφθαρμένου ανθρώπου. Ο ποιητής ταυτίζεται με τον άνθρωπο που συνεχίζει να ονειρεύεται, με τον άνθρωπο που πασχίζει με όλο του το είναι να διαφυλάξει κάτι από την αθωότητα και την ακεραιότητα του - στο τέλος δε ταυτίζεται και με τον επαναστάτη. Διόλου τυχαίο που η συλλογή κλείνει με αυτούς τους στίχους: […] "έτσι βάφτισαν ποιητές / όσους ονειρεύονται / το "επαναστάτες" βλέπεις απειλεί την ευταξία / και η εξουσία θέλει δομές στερεές / οι ποιητές είναι σαθρά θεμέλια / για τα δικά της οικοδομήματα" - ποιητές.

Η συλλογή "Laissez passer" είναι μια συλλογή για την κοινωνία και για την ποίηση. Ή ακόμα καλύτερα, είναι ένας ενδιαφέρων συσχετισμός μεταξύ κοινωνίας και ποίησης, που μπορεί να δώσει και μια ωραία απάντηση στο ερώτημα "μα σε τι χρειάζονται οι ποιητές;" Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό το πόσο συχνά χρησιμοποιείται ο όρος "λέξη", είτε ως μέσο ποίησης είτε ως μέσο επανάστασης είτε ως μέσο ερμηνείας του κόσμου είτε, ακόμα, ως απογυμνωμένο απομεινάρι μιας καταστροφής.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης έχει γράψει ένα βιβλίο σκληρό, αλλά που σε αφήνει να δεις μια χαραμάδα φωτός. Ο λόγος του ανεπιτήδευτος, με λέξεις που ρέουν εύκολα από μόνες τους, ζωντανεύουν, αφυπνίζουν, ταξιδεύουν. Ένας ολόκληρος κόσμος, γνήσιος και ειλικρινής, χωρίς προσπάθειες εξωραϊσμού και ελεύθερος από περιττά στολίδια, αρκετά δυνατός για να σε κεντρίσει με τις ιδέες του και αρκετά τρυφερός για να σε φορτίσει συναισθηματικά.

το κλειδί

στον ξεχασμένο φράκτη

που χωρίζει τ' όνειρο από την πραγματικότητα

άφησα το κλειδί

για να μπορώ όποτε το έχω ανάγκη

να κρύβομαι ανάμεσα στους δύο κόσμους

 

θα με βρεις στα σύνορα

να αγκαλιάζω τους πρόσφυγες του ήλιου

πίσω από τους αντικατοπτρισμούς των λέξεων

εκεί κρύβεται η εικόνα του κόσμου

που κατασκευάζουν οι φθόγγοι μου

στην ασυμμετρία των ονείρων

που ακόμα δεν έγιναν ταξίδια

μην ξεγελαστείς

το δώρο του Προμηθέα δεν ήταν η φωτιά

ήταν το όνειρο

μέσα στο βαθύ σκοτάδι της απελπισίας