Ανασκόπηση 2010-2019: Πόσο άλλαξαν οι ζωές μας την τελευταία δεκαετία;

Υπάρχουν περίοδοι στην παγκόσμια ιστορία που είναι πιο υποτονικές, πιο αδιάφορες αν θες, που κυλούν αργά, που ο κόσμος προχωρά σχετικά ομαλά. Και υπάρχουν και περίοδοι που συμπυκνώνουν μέσα τους σαρωτικές αλλαγές, που σπρώχνουν την πορεία του κόσμου σε άλλη κατεύθυνση, που διαμορφώνουν ένα εντελώς διαφορετικό αύριο από αυτό που είχαμε φανταστεί. Η δεκαετία που αυτή τη στιγμή φτάνει στη δύση της ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

Ήταν ακριβώς το 2010 όταν είδαμε στις οθόνες μας τον τότε Πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου να φέρνει στην Ελλάδα το πρώτο μνημόνιο. Και κάπως έτσι ξεκίνησε επισήμως η ελληνική κρίση, που μας έκανε να αποχαιρετίσουμε (για πάντα;) τον ξέφρενο τρόπο ζωής με τα μπουζούκια, τα ακριβά αυτοκίνητα και τους αμέτρητους διορισμούς στο δημόσιο. Η οικονομική κρίση δεν άλλαξε απλώς τον τρόπο που ζούμε, αλλά μας έφερε μπροστά στην κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος αξιών μας: ιδιόκτητο ακίνητο, εξοχικό, αυτοκίνητο, σταθερή δουλειά, ρούχα μάρκας, ακριβό κινητό, διακοπές το καλοκαίρι στα ελληνικά νησιά και τον χειμώνα στα ελληνικά βουνά.

Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι η ασύλληπτη ευημερία των προηγούμενων ετών μας είχε αφήσει τόσο φτωχούς πνευματικά που το πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε μπροστά στα νέα δεδομένα δεν ήταν μόνο πρακτικό, αλλά και ψυχολογικό. Βυθιστήκαμε σε κατάθλιψη, όχι μόνο για τα αντικειμενικά προβλήματα που προέκυψαν, αλλά και γιατί δεν μπορούσαμε πλέον να ακολουθήσουμε τον προηγούμενο ξέγνοιαστο τρόπο ζωής μας. Η δε γενιά των σημερινών 30 plus που τότε ήταν έτοιμη να αναλάβει τα ηνία μπορούμε να πούμε ότι κατά κάποιον τρόπο καταστράφηκε: βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη μπροστά στις νέες συνθήκες και αφέθηκε να την πάρει το ρεύμα.

Το παράδοξο με την δεκαετία της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι βρεθήκαμε φτωχοί και κατ' επέκταση στάσιμοι σε μια εποχή που η παγκόσμια τεχνολογική ανάπτυξη υπήρξε ραγδαία. Μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι δεν εκμεταλλευτήκαμε καθόλου τις νέες δυνατότητες του διαδικτύου για να βγούμε από το εργασιακό μας τέλμα, αλλά παρόλ' αυτά πέσαμε με τα μούτρα στο ίντερνετ. Η δεκαετία αυτή μάς έφερε τα smart phones και τα social media και εμείς ενημερωνόμαστε, επικοινωνούμε και διασκεδάζουμε μέσα από την οθόνη του κινητού μας. Δίπλα στους πραγματικούς μας εαυτούς υπάρχουν πλέον και οι ψηφιακοί, που σε άλλες περιπτώσεις ταυτίζονται μεταξύ τους και σε άλλες αποκλίνουν.

Είναι προφανές ότι τις τελευταίες δεκαετίες οι δυτικές κοινωνίες έχουν ως κέντρο τους τον άνθρωπο, τάση που εντάθηκε και βρήκε την πλήρη της εφαρμογή χάρη στα social media. Η αυτοπροβολή μας και ο εγωκεντρισμός μας έχουν χτυπήσει κόκκινο μιας και πλέον όλοι έχουμε φωνή που ακούγεται και είμαστε εν δυνάμει celebrities χωρίς ουσιαστικά να κάνουμε τίποτα.

Παρόλο που η κρίση δεν έφερε τελικά μια μεγάλη κοινωνική επανάσταση (επανάσταση με την ευρεία έννοια του όρου) και μας έκανε περισσότερο μίζερους παρά μαχητικούς και αντιδραστικούς, οι κοινωνικές -αλλά και οι πολιτικές- αναταραχές ήταν πιο έντονες από ποτέ. Αυτό φαίνεται όχι μόνο από τα επεισόδια που συμβαίνουν στην πρωτεύουσα κατά καιρούς, αλλά από τις τεράστιες αλλαγές στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού: το ΠΑΣΟΚ πήρε την κατιούσα, εκλέχτηκε για πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση, η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή. Αντιστοίχως διαμορφώθηκαν διάφορες ιδεολογίες, που απελευθέρωσαν ακραίες φωνές και δημιούργησαν βαθιά χάσματα (οι εκπρόσωποι όλων αυτών ξεκατινιάζονται κάθε μέρα στο facebook).

Η πολιτική και κοινωνική αυτή αναταραχή φυσικά δεν είναι εγχώρια υπόθεση, αλλά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με μια παγκόσμια αναταραχή, καθώς παραπλήσια φαινόμενα συμβαίνουν σε όλον τον κόσμο. Με τις ισορροπίες να μπορούν να διασαλευτούν ανά πάσα στιγμή (και δεν ήταν λίγες οι φορές που κόντεψε να συμβεί αυτό), ήρθε ως αποκορύφωμα και ο πόλεμος στη Συρία, τον αντίκτυπο του οποίου δεχτήκαμε κι εμείς με τους χιλιάδες πρόσφυγες που έφτασαν στη χώρα μας. Το αποτέλεσμα για εμάς; Μεταξύ άλλων, ακόμα μεγαλύτερη πόλωση απόψεων.

Κι ενώ φτάσαμε παγκοσμίως σε έντονες ιδεολογικές ακρότητες, αναπτύχθηκε παράλληλα μια τάση επιβολής της δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, το politically correct. Δεν είναι ανεκτό πλέον να μειώνονται και να προσβάλλονται άνθρωποι για τα κιλά τους, τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις, την καταγωγή τους, το χρώμα τους, κοντολογίς έχει ξεκινήσει ένα ισχυρό κύμα αποδοχής και σεβασμού της διαφορετικότητας. Σε όλα αυτά ήρθε και κούμπωσε το 4ο κίνημα φεμινισμού, ενώ παράλληλα η ΛΟΑΤΚΙ Κοινότητα διεκδικεί πιο έντονα από ποτέ τα δικαιώματα της.

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια είμαστε πιο ευαισθητοποιημένοι σε θέματα για τα οποία πριν δεν πολυνοιαζόμασταν και ότι προσπαθούμε να τηρήσουμε μια πιο υπεύθυνη στάση. Φροντίζουμε περισσότερο την υγεία μας, σεβόμαστε το περιβάλλον, προστατεύουμε τα ζώα, προσπαθούμε να έρθουμε σε πιο στενή επαφή με τη φύση. Όλα αυτά φαίνονται από τους νόμους που αφορούν την προστασία των ζώων, από το κίνημα του βιγκανισμού, από τους αυστηρούς κανονισμούς για τους χώρους εργασίας ή τις προδιαγραφές προϊόντων, ακόμα και από τον αντικαπνιστικό νόμο ή από την ευρύτερη χρήση ποδηλάτου, ενώ έχουν γίνει πιο ισχυρές από ποτέ οι φωνές για την επιτακτική ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος.

Η δεκαετία του 2010 υπήρξε μια δεκαετία ραγδαία στην εξέλιξη της και με πολύ έντονες και γρήγορες ζυμώσεις. Η ταχύτητα αυτή -σε συνδυασμό πάντα με την ευρύτατη χρήση του ίντερνετ και των social media- έδωσε έναν πιο γρήγορο ρυθμό ακόμα και στην ίδια μας τη ζωή, ακόμα και στην καθημερινότητα μας. Η πληροφόρηση (και η παραπληροφόρηση) ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα (για να μην πω ότι γίνεται σχεδόν live), η επικοινωνία μας χάρη σε κινητό, social media, viber και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο είναι αμεσότατη, οι δραστηριότητες της καθημερινότητας μας (εξόφληση λογαριασμών, αγορές) μπορούν να γίνουν εύκολα και γρήγορα από το ίντερνετ.

Η ταχύτητα αυτή, ο ανταγωνισμός στις προσφερόμενες υπηρεσίες, η υπερπληθώρα πληροφοριών και επιλογών σε όλους τους τομείς μάς έκανε πιο απαιτητικούς, πιο υπερβολικούς και, το κυριότερο, πιο ανυπόμονους. Θέλουμε το γρηγορότερο ίντερνετ στο κινητό, πίνουμε βιαστικά καφεδάκια στα αμέτρητα stand up καφέ που έχουν ανοίξει, δεν έχουμε την υπομονή να ακούσουμε έναν ολόκληρο δίσκο αλλά πεταγόμαστε από τραγούδι σε τραγούδι στο youtube - ακόμα και οι (καταπληκτικές) σειρές που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια μάς κάνουν όλο και λιγότερο απρόθυμους να δούμε μια ολόκληρη δίωρη ταινία.

Τελικά τι μας έμεινε από αυτήν την δεκαετία (εκτός από τις χιλιάδες selfie στο κινητό); Η σκοτεινιά της μας ρούφηξε ή μας έδωσε ώθηση για δημιουργία και εξέλιξη; Οι κυρίαρχες ιδεολογίες μας ανάγκασαν να διαλέξουμε στρατόπεδο, διαμόρφωσαν τη σκέψη μας, ή επαναπαυτήκαμε στις θεωρίες συνωμοσίας; Ωριμάσαμε; Γίναμε σοφότεροι; Καταφέραμε να βρούμε μια θέση σε έναν χαώδη κόσμο που κινείται ιλιγγιωδώς; Και το κυριότερο: είμαστε προετοιμασμένοι για αυτό που έρχεται; Το οποίο, πρέπει να παραδεχτούμε αν δε θέλουμε να ζούμε με αυταπάτες, δε φαίνεται καθόλου ελπιδοφόρο.

Περιοδικό Ser-Free τ. 55, Δεκέμβριος 2019

10 ελληνικές ταινίες της δεκαετίας 2010-2019 που είδαμε και αγαπήσαμε

Σε μια χώρα που βιώνει μια βαθιά οικονομική κρίση, το μόνο σίγουρο είναι ότι ο εγχώριος κινηματογράφος περνά δύσκολες ώρες. Παρόλ' αυτά, το ελληνικό σινεμά τη δεκαετία 2010-2019 μας χάρισε πολύ καλές ταινίες, που γνώρισαν επιτυχία τόσο στις αίθουσες όσο και σε φεστιβάλ. Ιδού μερικές από αυτές που μας έκαναν να γελάσουμε, να δακρύσουμε, να μείνουμε αισιόδοξοι για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου.

"Νήσος 2 - Το κυνήγι του χαμένου θησαυρού", του Αντώνη Αγγελόπουλου (2011)

Αρκετές κωμωδίες έχει να επιδείξει το ελληνικό σινεμά τα τελευταία χρόνια: από αυτές άλλες αποτελούν remake παλιών ελληνικών ταινιών, άλλες βασίζονται στο εύκολο και προφανές χιούμορ και άλλες στοχεύουν σε ένα πιο έξυπνο concept. Το "Νήσος 2" ανήκει στην τρίτη κατηγορία. Αξιοπρεπές sequel που δεν κατέστρεψε την ανάμνηση της πρώτης ταινίας, ωραίες ερμηνείες, σπιρτόζικο story, χαριτωμένες ανατροπές και αρκετές καλές στιγμές ώστε να την απολαμβάνεις καθόλη τη διάρκεια της.

"Μικρά Αγγλία", του Παντελή Βούλγαρη (2013)

Από τις καλύτερες σκηνοθετικές δουλειές του Παντελή Βούλγαρη και από τις πιο προσεγμένες παραγωγές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Στην Άνδρο του '30, η Μίνα δεν παντρεύει την κόρη της, Όρσα, με τον υποπλοίαρχο Σπύρο, με τον οποίο είναι ερωτευμένη, αλλά με τον καπετάνιο Νίκο. Όταν ο Σπύρος γίνει καπετάνιος, θα ζητήσει το χέρι της άλλης κόρης της, της Μόσχας, και η Μίνα θα δεχτεί… Πολύ δράμα (αλλά όχι μελόδραμα), εξαιρετική απεικόνιση της ζωής των ναυτικών αλλά και της καθημερινότητας ενός νησιού τη δεκαετία του '30, καταπληκτικές ερμηνείες, άψογη φωτογραφία. Αριστουργηματικό από όλες σχεδόν τις απόψεις.

"Miss Violence", του Αλέξανδρου Αβρανά (2013)

Ένα 11χρονο κορίτσι αυτοκτονεί την ημέρα των γενεθλίων του. Όσο η αστυνομία και η κοινωνική πρόνοια ψάχνουν να βρουν τα αίτια, ένα φοβερό μυστικό φαίνεται να παραμένει κρυμμένο στην οικογένεια. Βαριά ατμόσφαιρα, κλειστοφοβική αίσθηση, σοκαριστική υπόθεση, πολύ δυνατό φινάλε - και μια ιδιαίτερα προσεγμένη σκηνοθεσία, κατάλληλη για να προκαλέσει όλα τα παραπάνω. Το "Miss Violence" εστιάζει στον μικρόκοσμο μιας οικογένειας -και κατ' επέκταση ολόκληρης της κοινωνίας- χωρίς διάθεση για ωραιοποίηση, υπερβολές και περιττά στολίδια.

"Xenia", του Πάνου Κούτρα (2014)

Από τις καλύτερες κινηματογραφικές στιγμές της δεκαετίας. Δύο αδέρφια με μητέρα Αλβανίδα αναζητούν τον Έλληνα πατέρα τους με την ελπίδα να εξασφαλίσουν χρήματα και την ελληνική ιθαγένεια. Έτσι ξεκινούν ένα περιπετειώδες ταξίδι που θα τα οδηγήσει παράλληλα στην αυτογνωσία τους. Ταινία που θίγει πάρα πολλά κοινωνικά ζητήματα -ρατσισμός, ομοφυλοφιλία, μεταναστευτικό- και τα παρουσιάζει με γλαφυρό ρεαλισμό, αφήνοντας παράλληλα χώρο για χιούμορ, αθωότητα και λίγο σουρεαλισμό. 

"Ένας άλλος κόσμος", του Χριστόφορου Παπακαλιάτη (2015)

Μπορεί ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης να έχει φανατικούς… haters, αλλά κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει στο ότι καταφέρνει να κάνει ταινίες ελκυστικές που αφορούν σχεδόν τους πάντες. Σε αυτήν την δεύτερη σκηνοθετική του δουλειά παρουσιάζει τρεις διαφορετικές ιστορίες -φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους- μέσα από τις οποίες μιλά για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, για το προσφυγικό ζήτημα, για τον ρατσισμό, για τις κοινωνικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών στη χώρα μας. Ταινία που βλέπεται με ενδιαφέρον και που κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή των πιο εμπορικών ταινιών της δεκαετίας στην Ελλάδα - τουλάχιστον μέχρι να έρθει το "Joker" και να την ρίξει από την πρώτη θέση.

"Τετάρτη 4:45", του Αλέξη Αλεξίου (2015)

Ταινία που της άξιζε ακόμα μεγαλύτερος ντόρος - αν και στα βραβεία έσκισε. Ο Στέλιος Μάινας έχει 32 ώρες διορία για να βρει τα λεφτά που χρωστάει σε έναν Ρουμάνο γκάνγκστερ, αλλιώς θα πρέπει να του παραχωρήσει το νυχτερινό του μαγαζί. Μια σκοτεινή διαδρομή στον υπόκοσμο της Αθήνας, μια ταινία γεμάτη ένταση, αγωνία, βία, δράμα και λύτρωση, με νεο-νουάρ αισθητική και με απόλυτα στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία που παραπέμπει σε ασιατικές και αμερικάνικες ταινίες του είδους. Είναι σχεδόν απίστευτο να υπάρχει γκανγκστερική ταινία στην Ελλάδα και μάλιστα τόσο καλή.

"Όχθες", του Πάνου Καρκανεβάτου (2015)

Στο ποτάμι του Έβρου, στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας, ο Γιάννης υπηρετεί τη θητεία του ως ναρκαλιευτής: καθαρίζει την περιοχή από νάρκες. Εκεί θα γνωρίσει τη Χρύσα, η οποία σε συνεργασία με τους Τούρκους βοηθά μετανάστες να περάσουν στην Ελλάδα. Ο Γιάννης και η Χρύσα σύντομα θα ερωτευτούν και θα σχεδιάσουν μια καινούργια ζωή μαζί.  Ταινία που περικλείει μέσα της μεγάλες αντιθέσεις: ο θάνατος και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, η μοναξιά και η συντροφικότητα, η ωμή πραγματικότητα και ο έρωτας. Τρυφερή και με έντονη ποιητικότητα από τη μια, αρκετά σκληρή που τολμά να μιλήσει ευθέως για το μεταναστευτικό πρόβλημα από την άλλη.

"Suntan", του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου (2016)

Το "Suntan" έκανε πάταγο σε όσα φεστιβάλ παίχτηκε και ενθουσίασε κοινό και κριτικούς - δικαίως! Ο Μάκης Παπαδημητρίου περνά έναν μελαγχολικό χειμώνα στην Αντίπαρο ως γιατρός, μέχρι που έρχεται το καλοκαίρι και γνωρίζει την Άννα, την οποία θα ερωτευτεί, σε τέτοιο βαθμό που θα πάθει εμμονή μαζί της… Το "Suntan" καταφέρνει να κάνει μια ενδιαφέρουσα καταβύθιση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, να εστιάσει στη μοναξιά και στη θλιμμένη ψυχοσύνθεση του κεντρικού ήρωα και να τα παρουσιάσει όλα αυτά κόντρα στη χαρά του αθάνατου ελληνικού καλοκαιριού.

"Έτερος εγώ", του Σωτήρη Τσαφούλια (2016)

Μπορούμε να έχουμε αξιοπρεπές αστυνομικό σινεμά στην Ελλάδα; Το "Έτερος εγώ" δίνει θετική απάντηση. Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης είναι ο εκκεντρικός αστυνομικός που καλείται να εξιχνιάσει μια σειρά από εγκλήματα - κλειδί για την επίλυση της υπόθεσης είναι τα πυθαγόρεια θεωρήματα. Στο "Έτερος εγώ" μας άρεσε η πλοκή, το γεγονός ότι μπλέκει με πολύ έντεχνο τρόπο στην υπόθεση στοιχεία από την ελληνική ιστορία και το αναπάντεχο φινάλε. Η ταινία αγαπήθηκε τόσο που πρόσφατα γυρίστηκε και αντίστοιχη σειρά, ενώ το "Έτερος εγώ 2" αναμένεται να φτάσει στους κινηματογράφους.

"Τζαμάικα", του Ανδρέα Μορφονιού (2017)

Ο Άκης, ταξιτζής με πολλά χρέη, και ο Τίμος, επιτυχημένος τηλεπαρουσιαστής, είναι δύο αδέρφια που κάποτε ήταν δεμένα μεταξύ τους, αλλά απομακρύνθηκαν μετά από μια παρεξήγηση. Η ζωή όμως θα τα φέρει έτσι που θα έρθουν πάλι κοντά ο ένας στον άλλον. Δραματική κομεντί με σχετικά απλή υπόθεση που κινείται σε safe σεναριακές επιλογές και δεν απομακρύνεται υπερβολικά από κλισέ. Παρόλ' αυτά, ισορροπεί ωραία ανάμεσα στο δράμα και το γέλιο, το ανάλαφρο και το σοβαρό, το επιφανειακό και το βαθυστόχαστο και καταφέρνει τελικά να συγκινήσει και να αγγίξει τον θεατή.

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό artcoremagazine.gr

"Καινούργια μέρα", του Νίκου Χρυσού

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το περιοδικό Fractal

Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, σε ένα αμαξοστάσιο παροπλισμένων οχημάτων του Λιμανιού όπου βρίσκουν καταφύγιο οι άστεγοι της πόλης, τρεις νεαροί άντρες πυρπολούν τον Σεβαστιανό, έναν άστεγο γνωστό για τη συνήθεια του να αφηγείται ιστορίες. Ο ένας από τους τρεις θύτες, ο Παύλος, βασανισμένος από τις τύψεις του, θα προσπαθήσει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το θύμα. Έτσι, θα έρθει σε επαφή με τους τέσσερις στενότερους φίλους του Σεβαστιανού, τον Τέως, τον Μαρκόνη, τον Λάκυ και τον Γιάννη, και θα τους βάλει να αφηγηθούν τη ζωή τους.

Η "Καινούργια μέρα" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018)του Νίκου Χρυσού είναι ένα μυθιστόρημα "μεγάλο" από όλες τις απόψεις: από πλευρά έκτασης, αφηγηματικής δύναμης, πλοκής, δομής, γλωσσικής δεινότητας. Ένα βιβλίο πυκνό, απαιτητικό όσο και απολαυστικό στην ανάγνωση, που πέρα από την κεντρική ιστορία καταφέρνει να ενσωματώσει δεκάδες ακόμα ιστορίες, χωρίς ωστόσο να χαλαρώνει ή να απομακρύνεται από τη βασική του ιδέα και το στόχο του.

Ο Νίκος Χρυσός καταπιάνεται με το θέμα των αστέγων, ένα θέμα που φαντάζει σχετικά ασυνήθιστο, αλλά χάρη στον τρόπο που παρουσιάζεται καταντά τελικά απίστευτα οικείο. Οι ήρωες του είναι σκιαγραφημένοι με τόση αμεσότητα, τόση ειλικρίνεια και νηφαλιότητα που μιλούν απευθείας στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας περιγράφει τις ζωές τους, από την παιδική ηλικία μέχρι και την κατάληξη στο δρόμο, με χαρακτηριστική απλότητα, χωρίς δραματικές μεγαλοστομίες και συναισθηματικές εξάρσεις, κι αυτός είναι ο λόγος που φαντάζουν τόσο αληθινές.

Ο Νίκος Χρυσός, προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία του, πλάθει πραγματικά έναν ολόκληρο κόσμο -από την ακριβή περιγραφή των τοποθεσιών μέχρι την αναλυτική εξιστόρηση των περιστατικών- και αφήνει τον αναγνώστη να περιπλανηθεί αβίαστα και εν τέλει να βυθιστεί σε αυτόν. Το παράδοξο είναι ότι δεν αναφέρονται πουθενά ο τόπος και ο χρόνος κι αυτό είναι που δίνει στο βιβλίο έναν τόνο διαχρονικότητας και καθολικότητας.

Η "Καινούργια μέρα" καταφέρνει να περικλείσει πολλά στοιχεία και πολλαπλές αφηγήσεις, χωρίς να γίνεται χαώδης και χωρίς να βαραίνει τον αναγνώστη. Από την εξιστόρηση της ζωής των ηρώων περνά στην περιγραφή της ζωής στον δρόμο, η αφήγηση των γεγονότων της κεντρικής ιστορίας εναλλάσσεται με τις εγκιβωτισμένες ιστορίες του Σεβαστιανού και με τις ιστορίες των περιφερειακών ηρώων και μέσα σε όλα αυτά βρίσκουν χώρο τα κοινωνικά και πολιτικά σχόλια, καθώς και οι φιλοσοφημένες απόψεις για τη ζωή.

Πέρα από το περιεχόμενο, ιδιαίτερο ενδιαφέρουν έχουν η γλώσσα, το ύφος και οι αφηγηματικές τεχνικές του βιβλίου. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη, οι αφηγητές αλλάζουν ανά ενότητα και η γλώσσα προσαρμόζεται αναλόγως, παραθέματα από εφημερίδες και άλλες πηγές φωτίζουν περαιτέρω τα γεγονότα που περιγράφονται, οι ίδιες ιστορίες σε κάποιες περιπτώσεις επαναλαμβάνονται και παρουσιάζονται ελαφρώς διαφορετικές αναλόγως με τον εκάστοτε ομιλητή.

Το βιβλίο λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, και παρά τον έντονο ρεαλισμό του αφήνει και μια χαραμάδα μυστηρίου. Είναι ένα βιβλίο κοινωνικό; Είναι ένα βιβλίο-φόρος τιμής/ευαισθητοποίησης στην πιο περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα; Είναι μήπως βαθύτατα υπαρξιακό, που επιδιώκει να ανιχνεύσει την αιώνια αναμέτρηση του ανθρώπου με τους δαίμονες του; Εξερευνά τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, ως κινητήριο μοχλό εξέλιξης της ζωής; Μήπως ολόκληρο το βιβλίο δεν είναι άλλο από ένα σύνολο συμβολισμών; Ποιος είναι ο Σεβαστιανός; Ένας άλλος Χριστός; Ή μήπως είναι απλώς ένας σπουδαίος παραμυθάς, γιατί οι ωραίες ιστορίες είναι ό,τι έχουμε σε αυτόν τον κόσμο;

Όπως και να έχει -και με όποιον τρόπο κι αν επιλέξει κανείς να διαβάσει και να ερμηνεύσει την "Καινούργια μέρα"- πρόκειται για ένα βιβλίο σύνθετο στην απλότητα του, αισιόδοξο -όπως θέλει να υπονοήσει ο τίτλος- μέσα στην σκοτεινιά του, που τολμά έναν κοινωνικό προβληματισμό χρησιμοποιώντας τα υπαρξιακά αδιέξοδα των ηρώων του. Σε κάθε περίπτωση χορταστικό.

Μα σε τι χρειάζεται ο φεμινισμός; (Δεν έχουμε ήδη ισότητα;)

Με το 4ο κίνημα του φεμινισμού να βρίσκεται σε εξέλιξη, αυξήθηκαν παράλληλα, όπως είναι αναμενόμενο, και οι… μισογύνηδες, αυτοί που δε βλέπουν με θετικό μάτι τις αντιδράσεις των γυναικών, που τις θεωρούν υπερβολικές, που νομίζουν ότι οι γυναίκες θέλουν να πάρουν το πάνω χέρι. (Να διευκρινίσουμε εδώ ότι ο φεμινισμός έχει ως στόχο την ισότητα και όχι την… μητριαρχία). Οκ, δεν προκαλεί καμιά εντύπωση αυτό. Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι ότι υπάρχουν παράλληλα κι αυτοί που δεν είναι εναντίον του φεμινισμού, αλλά δε βλέπουν τον λόγο ύπαρξης του κινήματος. Μα τι θέλουν τέλος πάντων οι γυναίκες; Αφού ψηφίζουν, αφού εργάζονται, αφού είναι ανεξάρτητες, δεν υπάρχει ήδη ισότητα;

Ναι, φαινομενικά υπάρχει ισότητα. Οι γυναίκες πλέον μπορούν να κάνουν -σχεδόν- ό,τι και οι άντρες. Έχουν όμως την ίδια αντιμετώπιση; Απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια; Ή -για να το δούμε και αλλιώς- οι άντρες κάνουν ό,τι και οι γυναίκες;

Ισότητα δεν υπάρχει ακόμα εφόσον:

- Οι δουλειές του σπιτιού θεωρούνται αποκλειστικά ευθύνη της γυναίκας. Ακόμα κι όταν δουλεύει, ακόμα κι όταν δουλεύει τις ίδιες ώρες με τον σύντροφό της, ακόμα κι όταν φροντίζει παράλληλα τα παιδιά. Υπάρχουν βέβαια άντρες που βοηθούν στις δουλειές, αλλά προσέξτε λίγο την επιλογή του ρήματος: βοηθούν. Αυτό τι σημαίνει; Ότι είναι υποχρέωση της γυναίκας να αναλάβει το σπίτι και ο άντρας βοηθάει -από την καλή του την καρδιά- αν και όποτε θέλει. Αν δε θέλει καθόλου, κανένα πρόβλημα. Κανείς δε θα του την πει που δεν αστράφτει η κουζίνα ή που δεν υπάρχει φαγητό στην κατσαρόλα.

- Τα παιδιά είναι επίσης δουλειά της γυναίκας. Τα παιδιά εξάλλου θέλουν… την μαμά τους. Η γυναίκα μετά τη γέννα πρέπει να τα βολέψει με τη δουλειά, πρέπει να παρατήσει τις προσωπικές της δραστηριότητες και πρέπει να αφοσιωθεί στο παιδί. Και ο άντρας βέβαια βοηθάει με το παιδί (ίδιο ρήμα πάλι, ε;), αλλά κανείς δεν έχει την απαίτηση να παρατήσει την δουλειά του ή να σταματήσει να βγαίνει για τσίπουρα με τους φίλους του. Ο άντρας που λείπει όλη μέρα από το σπίτι επειδή δουλεύει φροντίζει για την οικογένεια του. Η γυναίκα που κάνει το ίδιο πράγμα είναι αυτομάτως κακή μάνα. Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το 47% των γυναικών αφήνουν οριστικά την δουλειά τους μετά την απόκτηση παιδιού, σε αντίθεση με το αντίστοιχο 4% των ανδρών.

- Οι γυναίκες σκοτώνονται. Κυριολεκτικά. Δολοφονούνται. Στατιστικά, η πλειοψηφία των γυναικών που δολοφονούνται είναι θύματα του συντρόφου τους, σε αντίθεση με τους δολοφονημένους άντρες που δράστης είναι συνήθως κάποιος άγνωστος άντρας. Οι γυναικοκτονίες συνδέονται ασφαλώς με τη βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι η γυναίκα έχει σκοπό ύπαρξης την ευχαρίστηση και την εξυπηρέτηση του άντρα. Γυναίκες βιάζονται και δολοφονούνται. Γυναίκες κακοποιούνται και στο τέλος δολοφονούνται. Γυναίκες θέλουν να τερματίσουν τη σχέση με τον σύντροφο τους και δολοφονούνται.

- Οι γυναίκες φοβούνται μήπως πέσουν θύμα βιασμού. Οι γυναίκες φοβούνται να γυρίσουν το βράδυ στο σπίτι μόνες τους, φοβούνται μήπως κάποιος τους ρίξει κάτι στο ποτό, φοβούνται μήπως κάποιος τις εκμεταλλευτεί αν πιούνε λίγο παραπάνω. Και μετά φοβούνται να το καταγγείλουν στην αστυνομία, γιατί η πρώτη ερώτηση που θα ακούσουν θα είναι "τι φορούσες;"

Δεν είναι δυνατόν να πιστεύει κάποιος ότι έχουμε ισότητα όταν οι γυναίκες πέφτουν θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης στη δουλειά (40-50% των γυναικών στις χώρες της ΕΕ έχει υποστεί διάφορες μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας) ή στο δρόμο, όταν δεν προτιμώνται σε σημαντικές θέσεις στον εργασιακό τους χώρο ή στην πολιτική, όταν δεν λαμβάνουν τον ίδιο μισθό με τους άντρες συναδέλφους τους, όταν δεν τους "επιτρέπεται" να είναι το ίδιο σεξουαλικά απελευθερωμένες με τους άντρες, όταν τις κακοσχολιάζουν επειδή δε θέλουν να παντρευτούν ή να κάνουν παιδιά, όταν σε ένα σοκαριστικά υψηλό ποσοστό πέφτουν θύματα κακοποίησης (το 43% των γυναικών στην ΕΕ έχουν βιώσει σωματική ή/και σεξουαλική βία από το σύντροφό τους).

Την επόμενη φορά που θα σκεφτείτε ότι υπάρχει ισότητα, αναλογιστείτε πώς αντιμετωπίζουμε έναν άντρα και πώς μία γυναίκα στα πιο απλά καθημερινά περιστατικά, τι προσδοκίες έχουμε από το κάθε φύλο, τι προνόμια απολαμβάνει το καθένα. Η πατριαρχία πλέον βρίσκεται στις λεπτομέρειες.

(Περιοδικό Ser-Free τ.55, Δεκέμβριος 2019)

"Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας", της Ελένης Σαμπάνη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό periou.gr

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη έχει το εξής ενδιαφέρον: ενώ διαθέτει μια γλώσσα λιτή, απέριττη, καθαρή, απόλυτα ρεαλιστική, καταφέρνει εντούτοις να κρύψει πάρα πολλά νοήματα μέσα σε μια φαινομενικά απλή φόρμα. Θα πρέπει να την διαβάσεις ξανά και ξανά για να ανακαλύψεις όλα τα στοιχεία, όλες τις έννοιες, όλα τα μηνύματα. Είναι μια ποίηση που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και που έχει πολλά επίπεδα.

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι μια ποίηση εσωτερική. Στο κέντρο του ποιητικού σύμπαντος είναι το εγώ, που στοχάζεται, που αναρωτιέται, που εκφράζει καθολικές αλήθειες, που συνομιλεί με το εσύ. Που προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω του, να ανιχνεύσει τις προθέσεις των ανθρώπων, να αποκωδικοποιήσει την πραγματικότητα.

Διαβάζοντας τη "Σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" (Εκδόσεις Κέδρος, 2018) σου δημιουργείται η αίσθηση του μισοτελειωμένου, μιας κατάστασης μεταβατικής, που βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, και η ποιήτρια δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε μπρος ούτε πίσω. Τα πρόσωπα της ποιητικής συλλογής βρίσκονται εγκλωβισμένα σε μια μόνιμη εκκρεμότητα, βιώνουν κάτι που έχει τελειώσει, αλλά είτε δεν έχει λήξει ακόμα οριστικά είτε δεν το έχουν το συνειδητοποιήσει.

"Τελευταία στη ζωή μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα

τα αντικείμενα που έχεις αγγίξει

έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν από τη μέση και πάνω

και σ' εμένα αυτό μεταφράζεται ως

ένα γκρίζο μούδιασμα των χεριών και του στήθους

που τα κάνει να μην μπορούνε

ν' αγκαλιάσουν τίποτα

άσε που επέστρεψε αυτή

η ενοχλητική ασπρόμαυρη όψη του αμφιβληστροειδούς

Είπα να μην πάω στον γιατρό

είπα καλύτερα να πάω σε έναν ζωγράφο

ή έστω σε κάποιον

που τολμάει να πενθήσει

 

που να μπορεί να καταλάβει

την αξία της γκριζοποίησης"

Η Ελένη Σαμπάνη λοιπόν ξέρει την αξία της "γκριζοποίησης", γι' αυτό αν έπρεπε να αποδώσουμε έναν χαρακτηρισμό στη συλλογή θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ποιήματα πένθους, όχι πένθους με την έννοια της θλίψης ή της συναισθηματικά φορτισμένης κατάστασης, αλλά με την έννοια ότι η ποιήτρια προσπαθεί να γράψει έναν επίλογο για κάτι που έχει μεν τελειώσει, αλλά δεν έχει γίνει ακόμα παρελθόν.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ποίηση της είναι γεμάτη αντιθέσεις, σαν να μιλά για πράγματα που υπάρχουν και που δεν υπάρχουν συγχρόνως, σαν να αυτοαναιρούνται και να ακυρώνονται από μόνα τους. Παρουσία και απουσία την ίδια στιγμή, μία διακοπή και παράλληλα μία συνέχεια.

Στα πλαίσια αυτών των αντιθέσεων, οι οποίες δε φαίνονται με την πρώτη ματιά -περισσότερο τις αισθάνεσαι παρά τις διαβάζεις- μια έννοια και μια λέξη που εμφανίζεται ξανά και ξανά μέσα στα ποιήματα είναι αυτή της σιωπής. Τα ποιητικά υποκείμενα δεν μιλούν γιατί δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια τα συναισθήματα τους κι αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο στην ποίηση της Ελένης Σαμπάνη, αφού η ποίηση δεν είναι άλλο από λόγος. Όπως λέει και η ίδια σε έναν στίχο "Κάθε που φτάνω να σου εκφραστώ / σωπαίνω / γιατί μόνο άρρητα μπορεί να αποδοθεί η αλήθεια". Αφού λοιπόν η ποιήτρια δεν μπορεί ή δεν ψάχνει να βρει την αλήθεια μέσα από τα λόγια, τότε γιατί γράφει;

Η Ελένη Σαμπάνη όντως δεν ενδιαφέρεται να βρει απαντήσεις, δεν θέτει καν ερωτήσεις. Αυτό που την ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να διερευνήσει, να ερμηνεύσει, να αποτυπώσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Τις οποίες εξετάζει κυρίως στη λήξη τους, στη δύση τους, στο τελείωμα τους. Σε όλα της σχεδόν τα ποιήματα είναι παρόν ένα δεύτερο πρόσωπο, πότε φανερά και πότε κεκαλυμμένα, το οποίο η ποιήτρια άλλοτε προσπαθεί να το πλησιάσει, άλλοτε να το αποφύγει, άλλοτε στέκεται διστακτική απέναντι του.

"Τα σώματα είναι για να χρησιμοποιούνται  

να συρρικνώνονται και

να γίνονται η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας

τοιουτοτρόπως

οι αγάπες είναι για να χαλάνε και

οι κάλτσες για να τρυπάνε"

Αφοριστική, ειλικρινής, ρεαλίστρια. Η βάση της ποίησης της Ελένης Σαμπάνη είναι καθαρά συναισθηματική, όμως το συναίσθημα αυτό δεν έχει ούτε λυρισμό ούτε δραματικές εξάρσεις. Κι εδώ έρχεται άλλη μια ενδιαφέρουσα αντίθεση, ότι παρά το έντονο συναίσθημα, η γλώσσα της είναι νηφάλια και λιτή. Και ο λόγος της τόσο ρεαλιστικός που φτάνει στα όρια του κυνισμού.

Υπάρχει μια συνεχής τάση για απομυθοποίηση, για απογύμνωση, μια ανάγκη για αποδοχή της πραγματικότητας. "Μεγαλώνοντας δε βρίσκω τίποτα το ρομαντικό / σ' ένα ημίφως που περιβάλλει δύο εραστές / παρά μόνο το κουρασμένο φως της λάμπας που / τρεμοπαίζει λίγο πριν την εξάντλησή της/τους".

Γι' αυτό και την αγάπη, που ως έννοια υπάρχει διάχυτη σε όλη τη συλλογή, τη συναντούμε στην πιο σκληρή της μορφή, στην πιο επώδυνη, στην πιο ψυχοφθόρα. Το ποιητικό υποκείμενο αγάπησε και αγαπήθηκε, αλλά αυτή η αγάπη δεν υπάρχει πια. Τι έρχεται μετά; Σε αυτό ακριβώς το σημείο μάς βρίσκει η ποιητική συλλογή της Ελένης Σαμπάνη, αλλά απάντηση δεν υπάρχει φυσικά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

"Υπήρχε μια γωνιά μέσα στο σπίτι

όπου του άρεσε να στοιβάζει τις βαλίτσες του

-σακούλες, άπλυτα, σύννεφα γκρι και

κάτι πανωφόρια χακί-

Πού και πού

μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας

προσπαθούσαμε

 

μα ο χρόνος τα σκέπαζε όλα

με μια σκόνη σκληρής βροχής

Τώρα δε μένω πια εκεί

το σπίτι έχει αδειάσει και

τούτη η γωνιά έχει

το πιο ξεθωριασμένο πάτωμα και

είναι το πιο τρεμάμενο αγκάθι της θύμησης σου"

Η μνήμη είναι μια έννοια που έρχεται ξανά και ξανά μέσα στις σελίδες της συλλογής. Η μνήμη και η ανάμνηση ως απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έχει απήχηση στο παρόν και επηρεάζει το μέλλον. Ο χρόνος εξάλλου είναι άλλο ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί πολύ την ποιήτρια, όχι τόσο επειδή περνάει και αφήνει σημάδια πάνω μας, όσο επειδή εμείς αλλάζουμε, μετατοπιζόμαστε, εξελισσόμαστε, βρισκόμαστε σε διαφορετικά σημεία και αποτελούμε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας ανάλογα με την εκάστοτε χρονική στιγμή.

Η Ελένη Σαμπάνη συμπλέκει παρελθόν, παρόν και μέλλον με έναν πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέροντα τρόπο. Άλλοτε το παρόν και το παρελθόν ταυτίζονται και εμποδίζουν το μέλλον να έρθει, άλλοτε το παρελθόν επηρεάζει το παρόν και το μέλλον που προσδοκούσε το ποιητικό υποκείμενο δεν προλαβαίνει να πραγματοποιηθεί.

"Μετά τις διακοπές του καλοκαιριού

συνηθίζεται ο κόσμος να ρωτάει ανυποψίαστα γι' αυτές

Και αν πρέπει όπως λες κάτι να

έχω να τους πω

σκέφτομαι να τους μιλήσω για

τα αγορασμένα βιβλία που

δε θα διαβάσεις ποτέ γιατί

είναι πάντα στο ράφι και σε περιμένουν και

για εκείνες τις στιγμές που καταλήγεις να μοιράζεσαι

τα πάντα μ' έναν άγνωστο έχοντας

καταπιεί τον πανικό του και

πλέον φτάνεις να του χρωστάς

ποιήματα

αγκαλιές και

εξηγήσεις

για τον λόγο που δεν κάνεις πλέον σκέψεις για εκείνον

Πώς περιμένεις λοιπόν να τους πω ότι

αυτούς που δεν προλάβαμε να τους φροντίσουμε τους

κουβαλάμε πάντοτε μαζί μας"

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι ένα μωσαϊκό από μνήμες, από χαμένες αγάπες, από προσδοκίες που διαψεύστηκαν, από ευκαιρίες που έμειναν ανεκμετάλλευτες. Υπάρχει μια συνεχής σύγκρουση του ποιητικού εγώ με την πραγματικότητα, η οποία σύγκρουση όμως δεν παρουσιάζεται με πόνο, αλλά με στωική και σιωπηλή αποδοχή.

Καθώς η ποιήτρια έχει αποτινάξει από το περιεχόμενο των στίχων της τις συναισθηματικές υπερβολές και κάθε έννοια λυρισμού, φροντίζει να κάνει το ίδιο και με τη γλώσσα της. Γλώσσα απλή, απέριττη, σχεδόν προφορική σε κάποια σημεία. Έχει εξορίσει από το λόγο της μέχρι και τα σημεία στίξης, δεν υπάρχουν κόμματα ούτε τελείες, πράγμα που τονίζει ακόμα περισσότερο την αίσθηση αυτήν της καθαρότητας.

Όσο η γλώσσα διατηρείται στα όρια της απλότητας, άλλο τόσο η μορφή των ποιημάτων είναι περίτεχνη. "Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" είναι μια συλλογή που πρέπει να την απολαύσεις οπτικά -και όχι ακουστικά- γιατί η ποιήτρια με τον τρόπο που τοποθετεί τους στίχους της σε ένα ποίημα προσθέτει πληροφορίες στο ποιητικό της σύμπαν. Ποιήματα που κόβονται στα δύο για να τονιστούν συγκεκριμένα συναισθήματα, στίχοι που κατακερματίζονται ή που ξεφεύγουν από το κυρίως σώμα του ποιήματος για να δηλώσουν το χάος του ψυχικού κόσμου της ποιήτριας, επιπλέον λέξεις που προστίθενται στο τέλος και δημιουργούν διφορούμενες ερμηνείες, λογοπαίγνια με λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους και εμπλουτίζουν το νόημα. Όλα αυτά σε ένα ποιητικό σύνολο χωρίς σημεία στίξης και σε πολλές περιπτώσεις χωρίς τίτλους δίνουν την αίσθηση της συνοχής, η οποία όμως εσωτερικά διασπάται και διαλύεται.

Ο λόγος της έχει μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια φυσική αμεσότητα, ακόμα κι όταν μιλάει για τα πιο βαθυστόχαστα ή τα πιο βαρυσήμαντα ή τα πιο επώδυνα πράγματα. "Όσο γερνάμε οι μύες βραχαίνουν / τα οστά συστέλλονται και / το σώμα μαζεύεται σε μια χιονόμπαλα λευκής ηλικίας / να έχουνε να παίζουν τα παιδιά / και / να γελάνε με τον θάνατο".

Η Ελένη Σαμπάνη με την πρώτη της αυτή ποιητική συλλογή καταφέρνει να κάνει μια ηχηρή ποιητική δήλωση, να καταθέσει την προσωπική της ποιητική αλήθεια και να μας την παρουσιάσει με μία ενδιαφέρουσα φόρμα. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα επόμενα της βήματα.