"Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας", της Ελένης Σαμπάνη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό periou.gr

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη έχει το εξής ενδιαφέρον: ενώ διαθέτει μια γλώσσα λιτή, απέριττη, καθαρή, απόλυτα ρεαλιστική, καταφέρνει εντούτοις να κρύψει πάρα πολλά νοήματα μέσα σε μια φαινομενικά απλή φόρμα. Θα πρέπει να την διαβάσεις ξανά και ξανά για να ανακαλύψεις όλα τα στοιχεία, όλες τις έννοιες, όλα τα μηνύματα. Είναι μια ποίηση που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και που έχει πολλά επίπεδα.

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι μια ποίηση εσωτερική. Στο κέντρο του ποιητικού σύμπαντος είναι το εγώ, που στοχάζεται, που αναρωτιέται, που εκφράζει καθολικές αλήθειες, που συνομιλεί με το εσύ. Που προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω του, να ανιχνεύσει τις προθέσεις των ανθρώπων, να αποκωδικοποιήσει την πραγματικότητα.

Διαβάζοντας τη "Σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" (Εκδόσεις Κέδρος, 2018) σου δημιουργείται η αίσθηση του μισοτελειωμένου, μιας κατάστασης μεταβατικής, που βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, και η ποιήτρια δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε μπρος ούτε πίσω. Τα πρόσωπα της ποιητικής συλλογής βρίσκονται εγκλωβισμένα σε μια μόνιμη εκκρεμότητα, βιώνουν κάτι που έχει τελειώσει, αλλά είτε δεν έχει λήξει ακόμα οριστικά είτε δεν το έχουν το συνειδητοποιήσει.

"Τελευταία στη ζωή μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα

τα αντικείμενα που έχεις αγγίξει

έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν από τη μέση και πάνω

και σ' εμένα αυτό μεταφράζεται ως

ένα γκρίζο μούδιασμα των χεριών και του στήθους

που τα κάνει να μην μπορούνε

ν' αγκαλιάσουν τίποτα

άσε που επέστρεψε αυτή

η ενοχλητική ασπρόμαυρη όψη του αμφιβληστροειδούς

Είπα να μην πάω στον γιατρό

είπα καλύτερα να πάω σε έναν ζωγράφο

ή έστω σε κάποιον

που τολμάει να πενθήσει

 

που να μπορεί να καταλάβει

την αξία της γκριζοποίησης"

Η Ελένη Σαμπάνη λοιπόν ξέρει την αξία της "γκριζοποίησης", γι' αυτό αν έπρεπε να αποδώσουμε έναν χαρακτηρισμό στη συλλογή θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ποιήματα πένθους, όχι πένθους με την έννοια της θλίψης ή της συναισθηματικά φορτισμένης κατάστασης, αλλά με την έννοια ότι η ποιήτρια προσπαθεί να γράψει έναν επίλογο για κάτι που έχει μεν τελειώσει, αλλά δεν έχει γίνει ακόμα παρελθόν.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ποίηση της είναι γεμάτη αντιθέσεις, σαν να μιλά για πράγματα που υπάρχουν και που δεν υπάρχουν συγχρόνως, σαν να αυτοαναιρούνται και να ακυρώνονται από μόνα τους. Παρουσία και απουσία την ίδια στιγμή, μία διακοπή και παράλληλα μία συνέχεια.

Στα πλαίσια αυτών των αντιθέσεων, οι οποίες δε φαίνονται με την πρώτη ματιά -περισσότερο τις αισθάνεσαι παρά τις διαβάζεις- μια έννοια και μια λέξη που εμφανίζεται ξανά και ξανά μέσα στα ποιήματα είναι αυτή της σιωπής. Τα ποιητικά υποκείμενα δεν μιλούν γιατί δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια τα συναισθήματα τους κι αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο στην ποίηση της Ελένης Σαμπάνη, αφού η ποίηση δεν είναι άλλο από λόγος. Όπως λέει και η ίδια σε έναν στίχο "Κάθε που φτάνω να σου εκφραστώ / σωπαίνω / γιατί μόνο άρρητα μπορεί να αποδοθεί η αλήθεια". Αφού λοιπόν η ποιήτρια δεν μπορεί ή δεν ψάχνει να βρει την αλήθεια μέσα από τα λόγια, τότε γιατί γράφει;

Η Ελένη Σαμπάνη όντως δεν ενδιαφέρεται να βρει απαντήσεις, δεν θέτει καν ερωτήσεις. Αυτό που την ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να διερευνήσει, να ερμηνεύσει, να αποτυπώσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Τις οποίες εξετάζει κυρίως στη λήξη τους, στη δύση τους, στο τελείωμα τους. Σε όλα της σχεδόν τα ποιήματα είναι παρόν ένα δεύτερο πρόσωπο, πότε φανερά και πότε κεκαλυμμένα, το οποίο η ποιήτρια άλλοτε προσπαθεί να το πλησιάσει, άλλοτε να το αποφύγει, άλλοτε στέκεται διστακτική απέναντι του.

"Τα σώματα είναι για να χρησιμοποιούνται  

να συρρικνώνονται και

να γίνονται η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας

τοιουτοτρόπως

οι αγάπες είναι για να χαλάνε και

οι κάλτσες για να τρυπάνε"

Αφοριστική, ειλικρινής, ρεαλίστρια. Η βάση της ποίησης της Ελένης Σαμπάνη είναι καθαρά συναισθηματική, όμως το συναίσθημα αυτό δεν έχει ούτε λυρισμό ούτε δραματικές εξάρσεις. Κι εδώ έρχεται άλλη μια ενδιαφέρουσα αντίθεση, ότι παρά το έντονο συναίσθημα, η γλώσσα της είναι νηφάλια και λιτή. Και ο λόγος της τόσο ρεαλιστικός που φτάνει στα όρια του κυνισμού.

Υπάρχει μια συνεχής τάση για απομυθοποίηση, για απογύμνωση, μια ανάγκη για αποδοχή της πραγματικότητας. "Μεγαλώνοντας δε βρίσκω τίποτα το ρομαντικό / σ' ένα ημίφως που περιβάλλει δύο εραστές / παρά μόνο το κουρασμένο φως της λάμπας που / τρεμοπαίζει λίγο πριν την εξάντλησή της/τους".

Γι' αυτό και την αγάπη, που ως έννοια υπάρχει διάχυτη σε όλη τη συλλογή, τη συναντούμε στην πιο σκληρή της μορφή, στην πιο επώδυνη, στην πιο ψυχοφθόρα. Το ποιητικό υποκείμενο αγάπησε και αγαπήθηκε, αλλά αυτή η αγάπη δεν υπάρχει πια. Τι έρχεται μετά; Σε αυτό ακριβώς το σημείο μάς βρίσκει η ποιητική συλλογή της Ελένης Σαμπάνη, αλλά απάντηση δεν υπάρχει φυσικά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

"Υπήρχε μια γωνιά μέσα στο σπίτι

όπου του άρεσε να στοιβάζει τις βαλίτσες του

-σακούλες, άπλυτα, σύννεφα γκρι και

κάτι πανωφόρια χακί-

Πού και πού

μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας

προσπαθούσαμε

 

μα ο χρόνος τα σκέπαζε όλα

με μια σκόνη σκληρής βροχής

Τώρα δε μένω πια εκεί

το σπίτι έχει αδειάσει και

τούτη η γωνιά έχει

το πιο ξεθωριασμένο πάτωμα και

είναι το πιο τρεμάμενο αγκάθι της θύμησης σου"

Η μνήμη είναι μια έννοια που έρχεται ξανά και ξανά μέσα στις σελίδες της συλλογής. Η μνήμη και η ανάμνηση ως απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έχει απήχηση στο παρόν και επηρεάζει το μέλλον. Ο χρόνος εξάλλου είναι άλλο ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί πολύ την ποιήτρια, όχι τόσο επειδή περνάει και αφήνει σημάδια πάνω μας, όσο επειδή εμείς αλλάζουμε, μετατοπιζόμαστε, εξελισσόμαστε, βρισκόμαστε σε διαφορετικά σημεία και αποτελούμε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας ανάλογα με την εκάστοτε χρονική στιγμή.

Η Ελένη Σαμπάνη συμπλέκει παρελθόν, παρόν και μέλλον με έναν πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέροντα τρόπο. Άλλοτε το παρόν και το παρελθόν ταυτίζονται και εμποδίζουν το μέλλον να έρθει, άλλοτε το παρελθόν επηρεάζει το παρόν και το μέλλον που προσδοκούσε το ποιητικό υποκείμενο δεν προλαβαίνει να πραγματοποιηθεί.

"Μετά τις διακοπές του καλοκαιριού

συνηθίζεται ο κόσμος να ρωτάει ανυποψίαστα γι' αυτές

Και αν πρέπει όπως λες κάτι να

έχω να τους πω

σκέφτομαι να τους μιλήσω για

τα αγορασμένα βιβλία που

δε θα διαβάσεις ποτέ γιατί

είναι πάντα στο ράφι και σε περιμένουν και

για εκείνες τις στιγμές που καταλήγεις να μοιράζεσαι

τα πάντα μ' έναν άγνωστο έχοντας

καταπιεί τον πανικό του και

πλέον φτάνεις να του χρωστάς

ποιήματα

αγκαλιές και

εξηγήσεις

για τον λόγο που δεν κάνεις πλέον σκέψεις για εκείνον

Πώς περιμένεις λοιπόν να τους πω ότι

αυτούς που δεν προλάβαμε να τους φροντίσουμε τους

κουβαλάμε πάντοτε μαζί μας"

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι ένα μωσαϊκό από μνήμες, από χαμένες αγάπες, από προσδοκίες που διαψεύστηκαν, από ευκαιρίες που έμειναν ανεκμετάλλευτες. Υπάρχει μια συνεχής σύγκρουση του ποιητικού εγώ με την πραγματικότητα, η οποία σύγκρουση όμως δεν παρουσιάζεται με πόνο, αλλά με στωική και σιωπηλή αποδοχή.

Καθώς η ποιήτρια έχει αποτινάξει από το περιεχόμενο των στίχων της τις συναισθηματικές υπερβολές και κάθε έννοια λυρισμού, φροντίζει να κάνει το ίδιο και με τη γλώσσα της. Γλώσσα απλή, απέριττη, σχεδόν προφορική σε κάποια σημεία. Έχει εξορίσει από το λόγο της μέχρι και τα σημεία στίξης, δεν υπάρχουν κόμματα ούτε τελείες, πράγμα που τονίζει ακόμα περισσότερο την αίσθηση αυτήν της καθαρότητας.

Όσο η γλώσσα διατηρείται στα όρια της απλότητας, άλλο τόσο η μορφή των ποιημάτων είναι περίτεχνη. "Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" είναι μια συλλογή που πρέπει να την απολαύσεις οπτικά -και όχι ακουστικά- γιατί η ποιήτρια με τον τρόπο που τοποθετεί τους στίχους της σε ένα ποίημα προσθέτει πληροφορίες στο ποιητικό της σύμπαν. Ποιήματα που κόβονται στα δύο για να τονιστούν συγκεκριμένα συναισθήματα, στίχοι που κατακερματίζονται ή που ξεφεύγουν από το κυρίως σώμα του ποιήματος για να δηλώσουν το χάος του ψυχικού κόσμου της ποιήτριας, επιπλέον λέξεις που προστίθενται στο τέλος και δημιουργούν διφορούμενες ερμηνείες, λογοπαίγνια με λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους και εμπλουτίζουν το νόημα. Όλα αυτά σε ένα ποιητικό σύνολο χωρίς σημεία στίξης και σε πολλές περιπτώσεις χωρίς τίτλους δίνουν την αίσθηση της συνοχής, η οποία όμως εσωτερικά διασπάται και διαλύεται.

Ο λόγος της έχει μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια φυσική αμεσότητα, ακόμα κι όταν μιλάει για τα πιο βαθυστόχαστα ή τα πιο βαρυσήμαντα ή τα πιο επώδυνα πράγματα. "Όσο γερνάμε οι μύες βραχαίνουν / τα οστά συστέλλονται και / το σώμα μαζεύεται σε μια χιονόμπαλα λευκής ηλικίας / να έχουνε να παίζουν τα παιδιά / και / να γελάνε με τον θάνατο".

Η Ελένη Σαμπάνη με την πρώτη της αυτή ποιητική συλλογή καταφέρνει να κάνει μια ηχηρή ποιητική δήλωση, να καταθέσει την προσωπική της ποιητική αλήθεια και να μας την παρουσιάσει με μία ενδιαφέρουσα φόρμα. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα επόμενα της βήματα.

Κίνηση, αδιάκοπη

Κι η ρόδα δε σταματά να γυρίζει,

πώς περνάει ο χρόνος μας,

με τι χρώματα,

τι μουσικές,

με τι ταχύτητα.  

(City zoom, Περιοδικο Ser-Free τ.55, Δεκέμβριος 2019)

"Το χαμένο μπλουζ" του Μίμη Ανδρουλάκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το περιοδικό periou.gr

Ο Μίμης Ανδρουλάκης στο "Χαμένο Μπλουζ" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1997) επιχειρεί να κάνει τον απολογισμό μιας ολόκληρης γενιάς, περνώντας μέσα από υπαρξιακά μονοπάτια και συνδέοντας τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του με την ίδια την Ιστορία. Ο κεντρικός ήρωας του, ο Δημήτρης, περασμένα πενήντα πλέον, θα επιστρέψει νοερά τριάντα χρόνια πίσω, τότε που ήταν ενεργό μέλος αντιστασιακής οργάνωσης επί δικτατορίας, όταν θα δεχτεί πρόσκληση από κάποιο πρόσωπο του παρελθόντος του για να ταξιδέψει στην Αμερική.

Το βιβλίο κινείται συνεχώς μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, ξεδιπλώνοντας παράλληλα το τότε και το τώρα, σαν δύο αφηγηματικά κομμάτια που συμπλέκονται, αλληλοφωτίζονται κι όπου το ένα ερμηνεύει και διασαφηνίζει το άλλο. Με τη διαρκή εναλλαγή, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, του α' ενικού προσώπου με το γ', φαίνεται σαν έχουμε μία ιστορία δύο ταχυτήτων, που αλλού μάς δίνεται ως βίωμα και προσωπική μαρτυρία και αλλού ως αντικειμενική και αποστασιοποιημένη καταγραφή.

Ο συγγραφέας θα περιγράψει αναλυτικά τα γεγονότα της αντίστασης, όχι όπως συνέβησαν σε εθνικό επίπεδο, αλλά όπως τα βίωσαν οι ήρωες του: η σύσταση της οργάνωσης, ο αρχηγός, τα μέλη, τα σχέδια, τα όνειρα, οι ιδεολογίες, οι συγκρούσεις, οι έρωτες, οι συλλήψεις. Όση έμφαση δίνεται στα ίδια τα γεγονότα, άλλη τόση δίνεται και στην εσωτερική δυναμική της ομάδας. Συνεπώς, ο Μίμης Ανδρουλάκης δεν ενδιαφέρεται να γράψει ένα βιβλίο ιστορικό˙ η Ιστορία λειτουργεί περισσότερο ως καμβάς, πάνω στον οποίο χαράχτηκαν οι πορείες της ζωής των ηρώων του.

Κι έτσι ερχόμαστε στο σήμερα, γύρω στα τριάντα χρόνια μετά, με τους ήρωες ανεξίτηλα σημαδεμένους από εκείνο το κομμάτι του παρελθόντος τους, όχι από τις συλλήψεις και τα βασανιστήρια, αλλά από την απώλεια του αλλοτινού οράματός τους, από την απώλεια της νιότης τους και της ορμής τους. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους διάψευση σε επίπεδο κοινωνικό ή πολιτικό, είναι καθαρά μια υπαρξιακή διάψευση από τη σκληρή διαπίστωση ότι εκείνη ήταν η καλύτερη φάση της ζωής τους που δεν μπορεί να επαναληφθεί ούτε να δικαιωθεί από την μετέπειτα πορεία τους.

Οι ήρωες του "Χαμένου Μπλουζ" βουλιάζουν στη νοσταλγία, στο ανικανοποίητο και στη ματαίωση και βρίσκονται σε μια ατελείωτη προσπάθεια "επανεφεύρεσης" του εαυτού τους. Ο Μίμης Ανδρουλάκης εκμεταλλεύεται την ελληνική ιστορία για να αφηγηθεί το μεγαλύτερο ανθρώπινο δράμα, αυτό της αποτυχημένης απόπειρας αυτοπραγμάτωσης, και στηριζόμενος σε αυτό επιχειρεί να ερμηνεύσει την ψυχοσύνθεση της γενιάς του.

Το "Χαμένο Μπλουζ" κινείται σε πολλά επίπεδα και ανοίγεται σε πολλά πεδία, διατηρώντας ωστόσο μια αξιοθαύμαστη ισορροπία και αρμονία. Ιστορικά γεγονότα, ψυχολογικές αναλύσεις, υπαρξιακές αγωνίες. Χαρακτήρες βασανισμένοι, τσαλακωμένοι, απόλυτα οικείοι. Δεκάδες ανθρώπινες ιστορίες, τόσο των κεντρικών προσώπων, όσο και των δευτεραγωνιστών. Έντονος ερωτισμός, διάχυτη αισθησιακή ατμόσφαιρα. Όλα αυτά συνδεδεμένα με μεγάλη μαεστρία και με λόγο σαγηνευτικό που καθιστούν το βιβλίο μια γνήσια λογοτεχνική απόλαυση.

2ο Ποιητικό Αντάμωμα στην Χαλκίδα - "Η ποίηση ταξιδεύει…"

Το Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019 πραγματοποιήθηκε στην Χαλκίδα αντάμωμα ποιητών, στο οποίο συμμετείχα κι εγώ μαζί με άλλους 35 ποιητές από όλη την Ελλάδα.

Η δράση διοργανώθηκε από τον Σύλλογο Ελληνικής Πολιτιστικής Παράδοσης Χαλκίδας "Το Αλωνάκι" σε συνεργασία με την "Ποίηση στις Ράγες… η ποίηση ταξιδεύει", κατόπιν συνεννόησης της Κικής Κωνσταντίνου, από την πλευρά της Χαλκίδας, και της Μαρίας Ποπκιώση από τα Γιαννιτσά, εμπνεύστρια της δράσης "Ποίηση στις ράγες". Η εκδήλωση/δράση πραγματοποιήθηκε με την ευγενική υποστήριξη του Δήμου Χαλκιδέων και του ΔΟΑΠΠΕΧ, ενώ τον συντονισμό είχε ο Πρόεδρος των Φίλων Γ. Σκαρίμπα, Κώστας Μπαϊρακτάρης.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με ξενάγηση-περίπατο στη Χαλκίδα, στα μέρη όπου έζησε και εργάστηκε ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας και συνεχίστηκε με επίσκεψη στο Μουσείο-Αρχείο Γιάννη Σκαρίμπα, όπου ο Πρόεδρος των Φίλων Γ. Σκαρίμπα, Κώστας Μπαϊρακτάρης, μίλησε για τη ζωή και το έργο του γνωστού ποιητή και οι παρευρισκόμενοι δωρίσαμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη του Μουσείου.

Στη συνέχεια, μεταβήκαμε στη Συνεδριακή Αίθουσα του ΔΟΑΠΠΕΧ, όπου οι 36 ποιητές από Μακεδονία, Κύπρο, Στερεά Ελλάδα και Εύβοια διαβάσαμε από ένα ποίημα μας. Την παρουσίαση ανέλαβε ο Κώστας Μπαϊρακτάρης, ενώ η εκδήλωση πλαισιώθηκε μουσικά από τον τραγουδοποιό-ποιητή Γιώργο Ρούσσο.

Θάνος Μικρούτσικος

«Στην μεγάλη κρίση η απάντηση είναι η τέχνη»

Συνέντευξη στη Χρυσάνθη Ιακώβου / Περιοδικό Ser-Free τ.4, Μάιος 2009

Κύριε Μικρούτσικε, διετελέσατε υπουργός πολιτισμού. Από τότε μέχρι τώρα τι έχει αλλάξει στο πολιτισμικό σκηνικό της Ελλάδας;

Έχουν δημιουργηθεί αρκετοί θεσμοί τα τελευταία δεκαπέντε-είκοσι χρόνια, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ξεκίνησαν από την δική μου εποχή, από την άλλη μεριά όμως μπορώ να πω ότι έχει βαθύνει μια κρίση σε πανευρωπαϊκή κλίμακα στον πολιτισμό και αυτό οφείλεται στην αλλαγή του τρόπου ζωής των ανθρώπων. Ο κόσμος συγκεντρώνεται στις μεγάλες πόλεις, οι μεγαλουπόλεις είναι τέτοιες που χάνεται ο συνεκτικός δεσμός των ανθρώπων. Πριν από εκατό-εκατόν πενήντα χρόνια ήταν αλλιώς, στη Βιέννη, στη Φλωρεντία, στο Παρίσι μπορούσε να γίνει τέχνη επειδή οι κάτοικοι είχαν έναν συνεκτικό δεσμό μεταξύ τους. Να φανταστείτε ότι η Πάτρα τον 19ο αιώνα όχι απλά είχε υποδομές, αλλά είχε δύο όπερες, ενώ τώρα σε όλη την χώρα υπάρχει μια. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε κοινό να παρακολουθεί. Το στοιχείο αυτό τώρα έχει αρχίσει να χάνεται. Μόνο σε κάποιες μικρές περιφερειακές πόλεις εξακολουθεί έστω χαλαρά να υπάρχει. Γι’ αυτό κι εγώ όταν ήμουν υπουργός επιχείρησα μια ανάπτυξη του πολιτισμού στην περιφέρεια. Αναφέρομαι στο εθνικό πολιτιστικό δίκτυο πόλεων, για την επίτευξη του οποίου επικοινώνησα με δημάρχους και έκανα καθημερινές συσκέψεις σε περιφερειακές πόλεις της Ελλάδας προσπαθώντας να βοηθήσω στη δημιουργία κάποιου θεσμού, όπως θα ήθελε η πόλη, με στόχο την εξακόντιση της σε πανελλαδική και ενδεχομένως σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Βασιζόμουν στον συνεκτικό δεσμό και στην ύπαρξη μιας ομάδας παθιασμένων ανθρώπων. Γι’ αυτό το σχέδιο δεν αφορούσε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και έγινε τελικά εφικτό σε κάποιες πόλεις, στην Καλαμάτα, στην Λάρισα, στο Ρέθυμνο, στην Κοζάνη, στη Βέροια, στην Κομοτηνή. Στις Σέρρες μάλιστα υπήρχε θετική ανταπόκριση, αλλά δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί. Ο πολιτισμός επομένως σήμερα υποχωρεί γιατί αλλάζει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, ή γιατί ασκεί πολύ μεγάλη επιρροή η εικόνα. Είναι εξάλλου φανερό πώς διαμορφώνουν τα ΜΜΕ την συνείδηση και την προτίμηση των ανθρώπων, προς την κατεύθυνση φυσικά του lifestyle και του χαμηλού γούστου. Παράλληλα με την υποχώρηση όμως υπάρχει κι ένα αντίβαρο, ότι είναι δημιουργημένοι και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα αρκετοί θεσμοί που σε μέσο όρο λειτουργούν, όπως είναι  το Μέγαρο Μουσικής, η Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ, η Όπερα, το Φεστιβάλ Αθηνών που θεωρείται από τα πέντε καλύτερα της Ευρώπης. Εγώ είχα προτείνει να υπάρχουν θεσμοί σε αρκετές πόλεις, ώστε να έχουμε ένα δίκτυο τέτοιων πραγμάτων.

Τα μουσικά δρώμενα στην Ελλάδα πώς τα κρίνετε;

Πιστεύω ότι στον χώρο του τραγουδιού υπάρχουν τρεις γενιές, που κρατάνε εξήντα χρόνια και αγγίζουν τον Νεοέλληνα, άλλοτε μειοψηφικά και άλλοτε πλειοψηφικά. Και πρόκειται για ένα τεράστιο διάστημα, δεν υπάρχει μουσική σχολή στην Ευρώπη με μεγαλύτερη διάρκεια από τη δική μας. Αυτή τη στιγμή βέβαια το lifestyle και το τραγούδι το εύκολο, το τυποποιημένο, φαίνεται ότι έχουν κερδίσει την μάχη, όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, στην λειτουργία έχει αλλάξει το θέμα. Μπορεί στις τηλεοράσεις να παίζουν 99 το lifestyle και 1 το άλλο, όμως στην κοινωνία δεν είναι αυτή η αναλογία. Οπότε να μην μπλέκουμε την λειτουργία με το “είναι” των πραγμάτων, γιατί είναι διαφορετικά. Και σε αυτό η απάντησή μου είναι κατευθείαν συνομιλία με τον κόσμο.

Έχετε ασχοληθεί και με πολιτικά τραγούδια. Κάποιοι έχουν την άποψη ότι η τέχνη δεν μπορεί ποτέ να είναι στρατευμένη. Εσείς τι απάντηση δίνετε σε αυτό;

Η απάντηση είναι αυτό που κρατώ σαν φυλαχτό από τον αγαπημένο μου φίλο, το δάσκαλό μου, Γιάννη Ρίτσο. Μου έλεγε «γράφε για ό, τι σε καίει, για έρωτα, για ένα πολιτικό ζήτημα, για τη μοναξιά, για ό, τι συναίσθημα σε πνίγει, γράψε. Αλλά πρόσεχε η φόρμα σου να είναι πάντα πρωτότυπη και σύγχρονη. Μόνο τότε θα το εξακοντίσεις στον χρόνο». Αυτό το κρατάω και το προσπαθώ συνεχώς, ως πρόθεση τουλάχιστον. Ως αποτέλεσμα θα δείξει. Το ζήτημα είναι να προσπαθείς να είσαι σύγχρονος, να κοιτάς προς το μέλλον, να μην μιμείσαι το παρελθόν, τότε νομιμοποιούνται όλα. Δεν θα νομιμοποιούνταν η στρατευμένη τέχνη αν επί της ουσίας μετέφερε ένα πολιτικό μήνυμα. Αν όμως πολιτικά έργα έχουν μετουσιωθεί σε τέχνη, είναι αλλιώς. Ποιος θα μπορούσε να πει κάτι για τον Λόρκα, τον Μαγιακόφσκι, το «Μέρες του '36» του Θόδωρου Αγγελόπουλου; Άρα, οτιδήποτε μπορεί να είναι στρατευμένο στον αγώνα ή στον έρωτα, το θέμα όμως είναι η μετουσίωση σε ένα υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικό γεγονός.

Ασχολείστε μεταξύ άλλων με μελοποιημένη ποίηση. Τι θέση μπορεί να έχει η ποίηση και ο καλλιτέχνης γενικά σε μια κοινωνία όπως η σημερινή;

Νομίζω ότι ο μόνος δρόμος σε μια κοινωνία σαν τη σημερινή είναι η τέχνη. Ακριβώς σε στιγμές κρίσης ο πολιτισμός και η τέχνη είναι δρόμος. Και αυτό που φωτίζει αυτόν τον δρόμο είναι η μεγάλη ποίηση. Δηλαδή δεν μπορεί να μην καθοδηγηθούμε από τον Καβάφη, από τον Ρίτσο, από τον Ρεμπώ, σε μια εποχή κρίσης αξιών ή οικονομίας. Τότε είναι που μας χρειάζονται αυτά. Στην μεγάλη κρίση η απάντηση είναι η τέχνη. Γιατί αυτή βοηθάει την ανάπτυξη ενός ανθρώπου, είναι το χνάρι ενός ανθρώπου και η ζώσα ιστορία του. Και δεν το λέω επειδή είμαι καλλιτέχνης, το λέω επειδή είμαι σκεπτόμενος άνθρωπος.

Τι είναι αυτό που έχει δημιουργήσει αυτήν την γενικότερη κρίση στην Ελλάδα και ποια είναι η απάντηση για την έξοδο από αυτήν;

Νομίζω ότι αυτός ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός μιας τέτοιας κοινωνίας, όπου αναπαράγονται αξίες του Εγώ και του Υπερεγώ έναντι του συλλογικού Εμείς, όπου τα πάντα είναι το άγριο κυνήγι του χρήματος από το οποίο προέκυψε και η οικονομική κρίση, όπου όλες οι αξίες του ανθρωπισμού και του ουμανισμού έχουν υποχωρήσει, είναι οι αιτίες αυτής της βαρβαρότητας που ζούμε. Παράλληλα με τη βαρβαρότητα που αφορά στον πόλεμο στο Ιράκ ή στη Γιουγκοσλαβία, υπάρχει και η καθημερινή που βιώνουμε, αυτή η εκτόξευση του χυδαίου από το πρωί μέχρι το βράδυ. Και μπορεί η τηλεόραση να μην διαμορφώνει συνειδήσεις σε ανθρώπους που έχουν πάρει ισχυρές βάσεις, αλλά διαμορφώνει την συντριπτική πλειοψηφία. Αυτό που θα πρέπει να γίνει είναι ο καθένας από εμάς να προσπαθήσει να δημιουργήσει μια νησίδα αναπνοής. Κι αν αυτό το κάνουμε όλοι όσοι συνειδητοποιούμε πώς έχει η κατάσταση, τότε οι νησίδες αυτές μπορεί να ενωθούν και αρκετοί άνθρωποι να αναπνέουμε ελεύθερα. Κι όταν αναπνέουμε ελεύθερα πολλοί, τότε μπορεί και να αλλάξει η κατάσταση.