"Ο Φοίνικας" του Χρήστου Χωμενίδη

"Ο Φοίνικας" του Χρήστου Χωμενίδη (Εκδόσεις Πατάκη, 2018)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το periou.gr

Εμπνεόμενος από τη ζωή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, ο Χρήστος Χωμενίδης αφηγείται στον "Φοίνικα" την ιστορία του Πάρη Κερκινού και μέσω αυτής και την ιστορία της Ελλάδας, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις πρώτες δεκαετίας του 20ου. Θυελλώδης, αντισυμβατικός, οραματιστής, ο ποιητής Κερκινός, έχοντας πάντα ως στήριγμα και πηγή έμπνευσης τη σύζυγό του, Ήβη Σπρίνγκφιλντ, κινείται από την Πάρνηθα στη Νέα Υόρκη κι από εκεί στην Αθήνα, παίρνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, ταράζει τα λογοτεχνικά νερά της χώρας του, υλοποιεί το μεγάλο του όραμα με μια γιορτή στους Δελφούς.

Ένα αναμφίβολα φιλόδοξο μυθιστόρημα, που συνδυάζει με ενδιαφέροντα τρόπο μυθοπλασία και ιστορική αλήθεια, που πλάθει σχεδόν σουρεαλιστικούς λογοτεχνικούς ήρωες και την ίδια στιγμή περιγράφει ρεαλιστικά την κοινωνία της εποχής. Από τις σελίδες του βιβλίου περνούν όλα τα σημαντικά γεγονότα της Ελλάδας από το 1860 ως το 1927 και παρελαύνουν -λογοτεχνικά παραλλαγμένα- ένα σωρό ιστορικά πρόσωπα από το χώρο της πολιτικής και της τέχνης.

Ο Χρήστος Χωμενίδης βέβαια δεν ενδιαφέρεται να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, απλώς πατάει πάνω στην ιστορική αλήθεια για να μιλήσει για τα ζητήματα που τον ενδιαφέρουν. Οι ήρωες του βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση με την κοινωνία στην οποία κινούνται: επηρεάζονται ασφαλώς από αυτήν, αλλά είναι τόσο μεγάλη η ορμή τους που καταλήγουν κι αυτοί με τη σειρά τους να την επηρεάζουν και να προσπαθούν διαρκώς να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Οι ήρωες του "Φοίνικα" ξεφεύγουν κατά πολύ από τα ανθρώπινα μέτρα. Ανένταχτοι στις κοινωνικές επιταγές, παθιασμένοι, με μεγάλες ιδέες και μεγαλόπνοα σχέδια, φτάνουν στα όρια του σουρεαλισμού. Ο Χωμενίδης δε φοβάται να τους ανεβάσει σε δυσθεώρητα ύψη, να τους μυθοποιήσει και από εκεί να τους γκρεμίσει, να τους εκθέσει και να τους βάλει να ξεκινήσουν από την αρχή.

Αντίβαρο σε αυτό στέκεται η ιστορική πραγματικότητα, το ιστορικό πλαίσιο που είναι πέρα για πέρα αληθινό και καταγράφεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο. Πέρα από τον έξυπνο συνδυασμό λογοτεχνίας και αλήθειας, ο Χωμενίδης προχωρά και ένα βήμα παραπέρα: μας παρουσιάζει τις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις της εποχής, τολμώντας να φωτογραφίσει -αν και χωρίς να κατονομάσει- τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά πρόσωπα της Ελλάδας του τότε.

Ο "Φοίνικας" είναι ένα τολμηρό βιβλίο, που δε διστάζει να διακωμωδήσει πρόσωπα και καταστάσεις και την ίδια στιγμή να μιλήσει για σοβαρά πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι μπορεί και αφορά ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό είτε για τις ιστορικές αναφορές είτε για τις ιδέες που εκφράζει, είτε απλώς για τον φρέσκο και άνετο τρόπο γραφής.

7 τύποι ανθρώπων που προέκυψαν από την πανδημία του κορονοϊού

Οι μενουμεσπιτάκηδες

Εντάξει, εννοείται πως πρέπει να μείνουμε σπίτι, αλλά κάποιοι έχουν πάρει ΠΟΛΥ προσωπικά την υπόθεση. Είναι αυτοί που έχουν βάλει το λογότυπο του "Μένουμε σπίτι" στα προφίλ τους, ανεβάζουν κάθε τρεις και λίγο αυστηρές προτροπές και κατακεραυνώνουν αυτούς που βγαίνουν έξω. (Γι' αυτούς που πάνε εκκλησία δεν λένε τίποτα). Αλήθεια, εσείς πού τους βλέπετε αυτούς που βγαίνουν έξω; Σπίτι δεν είστε;

Οι επαναστάτες

Σε όλες τις κοινωνίες υπάρχουν οι ανένταχτοι, οι κουλ, οι υπέρανω. Αυτοί που δεν καταδέχονται να ακολουθήσουν τα πρέπει και τα μη. Είναι αυτοί που δεν έχουν αγοράσει ακόμα 15 πακέτα κωλόχαρτα και αυτοί που βγαίνουν έξω γιατί "έλα μωρέ εντάξει". Στην προκειμένη περίπτωση μπορείς να τους πει πολύ απλά και ηλίθιους. Πάντως, θα έχει πλάκα αν αυτοί κολλήσουν μετά από όλους τους άλλους.

Οι έντρομοι γονείς  

Η πλειοψηφία των γονιών έχει τρομοκρατηθεί με την καραντίνα, όχι μόνο γιατί φοβούνται μην κολλήσουν τα παιδιά τους, αλλά κυρίως γιατί δεν έχουν ιδέα πώς να τα απασχολήσουν μέσα στο σπίτι. Πράγμα που γεννά εύλογα την απορία: δεν έχουν ξαναμείνει με τα παιδιά τους στο σπίτι; Δεν είναι δικά τους αυτά τα παιδιά; Πού βρίσκονταν αυτά τα παιδιά πιο μπροστά; Δεν ασχολούνταν ήδη μαζί τους; Τα άφηναν να μεγαλώνουν μόνα τους; Τι συμβαίνει τέλος πάντων με αυτά τα παιδιά; Ας απαντήσει κάποιος έντρομος γονιός υπεύθυνα.

Οι υπερβολικά πιστοί  

Στο ευρωπαϊκό κράτος του 21ου αιώνα που λέγεται Ελλάδα κλείνουν τα πάντα, αλλά οι εκκλησίες μένουν ανοιχτές. Οι πιστοί, αν και υπερβολικά πιστοί και υπερβολικά θρήσκοι, δε γνωρίζουν ότι ο Θεός στον οποίο πιστεύουν τους ακούει από παντού και μπορούν να προσευχηθούν από οπουδήποτε. Προτιμούν να πιστέψουν τον παπά της ενορίας τους που τους λέει ότι με την Θεία Κοινωνία δεν κολλάς, παρά τους γιατρούς. Δεν τους έχει κλονίσει καν η τραγική ειρωνεία του γεγονότος ότι οι αμαρτωλοί Πατρινοί καρναβαλιστές δεν κόλλησαν τίποτα αλλά οι ευσεβείς εκδρομείς στους Αγίους Τόπους την πάτησαν για τα καλά.

Οι "δράττοντας την ευκαιρία"

Είναι αυτοί που έχουν διαφημίσεις στην τηλεόραση και πουλάνε μάσκες με το αζημίωτο, αυτοί που πουλάνε αλοιφές και θαυματουργά φάρμακα μυστηριώδους σύστασης. Είναι αυτοί που ανεβάζουν τις τιμές προϊόντων που έχουν ζήτηση. Είναι ακόμα κι αυτοί που κυκλοφορούν απίστευτα πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες τους για να πουλήσουν παραπάνω και αυτοί που δημοσιεύσουν τραγικά clickbait άρθρα για να αυξήσουν την επισκεψιμότητα στην ιστοσελίδα τους. Η εξυπνάδα τους είναι ανάλογη με την ηλιθιότητα των καταναλωτών τους.

Οι ψεκασμένοι

Φυσικά δε θα μπορούσε να υπάρξει ολόκληρη πανδημία χωρίς θεωρίες συνομωσίας. Είναι αυτοί που έχουν αντιληφθεί τι παιχνίδια και σκοπιμότητες κρύβονται πίσω από την εξάπλωση του ιού: οικονομικός πόλεμος, βιολογικός πόλεμος, τρόπος μείωσης του πληθυσμού, κοινωνικό πείραμα. Κι όλα αυτά τα γνωρίζουν φυσικά έτσι από μόνοι τους, χωρίς να έχουν τεκμήρια ή αποδείξεις.

Οι (υπερ)αισιόδοξοι

Είναι αυτοί που βρίσκουν μια χαραμάδα φως στην σκοτεινιά των ημερών. Αυτοί που θαυμάζουν τους γιατρούς για την ανθρωπιά τους και θέλουν να εκφράσουν δημόσια την ευγνωμοσύνη τους. Αυτοί που συγκινούνται με τους Ιταλούς που τραγουδούν στα μπαλκόνια και οργανώνουν και για εδώ κάτι αντίστοιχο. Αυτοί που υπομένουν στωικά όσα συμβαίνουν, βλέποντας την καραντίνα ως μια ευκαιρία για αυτοβελτίωση. Με λίγα λόγια, αυτοί που την σπάνε σε όλους τους υπόλοιπους.

Κώστας Βουτσάς

«Στη δική μας τη δουλειά η διάρκεια μετράει, δεν έχει σημασία να κάνεις μια έκρηξη, μια λάμψη και μετά να χαθείς»

Κύριε Βουτσά, έχετε συνεργαστεί με τα λαμπρότερα πρόσωπα του ελληνικού κινηματογράφου. Πιστεύετε ότι σήμερα υπάρχουν άξιοι συνεχιστές αυτών των ηθοποιών;

Και βέβαια υπάρχουν. Δε θα σταματήσει το θέατρο σ’ εμάς. Και μάλιστα μπορώ να πω ότι σήμερα οι ηθοποιοί είναι πιο γυμνασμένοι, πάτησαν πάνω σ’ εμάς, όπως εμείς πατήσαμε πάνω στους προηγούμενους. Έχουμε πολύ καλούς ηθοποιούς, και άντρες και γυναίκες, και το θέατρο πάει πάρα πολύ καλά, και έργα σπουδαία παίζονται και παραστάσεις ωραίες γίνονται…

Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα τι βλέπετε να έχει αλλάξει;

Έχουν γίνει αλλαγές προς το καλύτερο, ειδικά όσον αφορά στους ηθοποιούς προς το καλύτερο.

Πιστεύετε ότι και ο κινηματογράφος είναι σε καλή κατάσταση;

Κινηματογράφο δεν έχουμε ακόμα πολύ δυνατό, γιατί υπάρχουν προβλήματα τεχνικά, για παράδειγμα δεν έχουμε αίθουσες να παιχτούν οι ελληνικές ταινίες, επίσης θα έπρεπε να γίνονται συμπαραγωγές με Άγγλους, Αμερικάνους, Αυστραλούς, τέτοια πράγματα.

Τα τηλεοπτικά δρώμενα;

Η τηλεόραση είναι πλέον φαγάνα, πιράνχας είναι, και θέλει κάθε φορά κάτι καινούργιο, ξεχωρίζει κάποιον, μετά σταματάει, έπειτα μπαίνει άλλος στη μέση, έτσι είναι η τηλεόραση. Έχει και καλές έχει και κακές στιγμές, για την κακή στιγμή υπάρχει βέβαια και το τηλεκοντρόλ, αν δε σ’ αρέσει κάτι το αλλάζεις κι έτσι γλιτώνεις.

Σήμερα στην τηλεόραση υπάρχουν πολλές εκπομπές χαμηλής ποιότητας, πολλά reality και shows… Αυτή η προχειρότητα, η ευκολία πιστεύετε ότι έχει απομακρύνει τον κόσμο από τον ποιοτικό κινηματογράφο και το καλό θέατρο ή το ενδιαφέρον του κοινού παραμένει αμείωτο;

Καταρχήν, η τηλεόραση υποβαθμίζει την κοινωνία γιατί θέλει φτηνά και εύπεπτα πράγματα, κάποιο καλό έργο δύσκολα να το περάσει. Τα reality από την άλλη βγάζουν εφήμερους πρωταγωνιστές, εφήμερες φίρμες, γιατί στη δική μας τη δουλειά η διάρκεια μετράει, δεν έχει σημασία να κάνεις μια έκρηξη, μια λάμψη και μετά να χαθείς. Η τηλεόραση αυτό το κακό έχει, πρέπει να κάνεις συνέχεια επιτυχίες, αλλιώς δε σε θυμούνται. Παρολαυτά, ο κόσμος δείχνει πάντα ενδιαφέρον και για το θέατρο και για τον κινηματογράφο, και τώρα τελευταία μάλιστα με τα ΔΗΠΕΘΕ έχει ανέβει και η στάθμη του κοινού.

Εσείς πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι οι ταινίες εκείνης της εποχής είναι τόσο αγαπητές μέχρι σήμερα;

Φαίνεται πως είναι ταινίες νοσταλγίας, ταινίες ευγενικές, με ήθος, και μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση την κοινωνική που ζούμε τώρα, που έχουμε φτάσει στον πάτο, αυτές οι ταινίες φέρνουν μια νοσταλγία, πολύς κόσμος, και ιδιαίτερα τα παιδιά, θα ήθελαν να ζούνε έτσι, τόσο ελεύθερα, τόσο ωραία, κι αυτό παίζει μεγάλο ρόλο. Έπειτα, είναι διαχρονικές, γιατί και τα θέματα είναι ωραία και τα αστεία τους είναι πολύ σωστά.

Τους νέους ηθοποιούς που σας πλησιάζουν με ποιον τρόπο τους βοηθάτε;

Δεν τους βοηθάω. Δε δίνω ποτέ συμβουλές, γιατί άλλη εποχή η σημερινή και άλλη εποχή η δική μου. Απεναντίας, εγώ μαθαίνω από αυτούς.

Στη δική σας εποχή ήταν πιο δύσκολο να γίνει κάποιος ηθοποιός σε σχέση με σήμερα;

Ηθοποιός όχι, αλλά να γίνει κάποιος γνωστός βέβαια. Τώρα είναι πολύ εύκολο να γίνεις ηθοποιός, είναι πάρα πολύ απλό. Τότε ήταν λίγα τα θέατρα, λίγες οι ταινίες και υπήρχαν και λίγοι ηθοποιοί, αναλογικά είναι όλα σωστά.

Μέχρι στιγμής έχετε διαγράψει μια πορεία αξιοζήλευτη. Υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε ή κάτι που δεν έχετε κάνει ακόμα;

Υπάρχουν πάρα πολλά που δεν έχω κάνει ακόμα, αλλά δε γίνεται να τα κάνεις όλα σ’ αυτή τη ζωή. Και βέβαια όμως είμαι ικανοποιημένος, και λεφτά απέκτησα, και σε έργα έπαιξα και παίζω ακόμα, επίσης έχω παίξει στην Επίδαυρο τρεις-τέσσερις φορές, όπως και στο Ηρώδειο, έχω κάνει πολλά πράγματα.

Δραματικούς ρόλους έχετε ερμηνεύσει ποτέ;

Έχω ερμηνεύσει, αλλά όχι ολόκληρους, κάποιους ρόλους κάποιας στιγμής.

Γιατί επιλέγατε πάντα κωμικούς ρόλους; Τι ήταν αυτό που σας άρεζε τόσο στους κωμικούς ρόλους;

Μου άρεσε πάρα πολύ, και να ψυχαγωγώ τον κόσμο και μου ταίριαζε και καλύτερα.

Υπάρχει κάποια ταινία σας που την ξεχωρίζετε ιδιαίτερα από τις άλλες;

Όχι, όχι, τις αγαπάω όλες το ίδιο, γιατί οι ταινίες αυτές ήταν όλες επιλογές μου.

Τηλεόραση, θέατρο ή κινηματογράφος;

Το θέατρο, ούτε συζήτηση. Και η τηλεόραση έχει βέβαια κάποια πράγματα, αλλά μέσα σε όλο αυτό που γίνεται κάποια πράγματα φαίνονται και κάποια άλλα χάνονται…

Σ’ όλες σας τις ταινίες είχατε το ρόλο του «ζεν πρεμιέ» και μέχρι σήμερα έχετε μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες. Μιλήστε μας για τις γυναίκες της ζωής σας.

Τις αγαπάω πολύ τις γυναίκες. Δεν ξεχωρίζω όμως κάποια, δε θέλω να προσβάλω καμία, ήταν όλες επιλογές μου. Και εφόσον έχω χωρίσει δε μιλάω ποτέ άσχημα για κάποια γυναίκα. Μπορεί να την ξεχάσω, αλλά δε θα τη βρίσω ποτέ.

Περιοδικό Alfa in Style, 2007

 

«Το θέατρο βοηθάει στο να διαμορφωθούν καινούργιες συνειδήσεις»

Θεωρείτε ότι το θέατρο είναι ικανό να αναμορφώσει τις πολιτικές συνειδήσεις;

Ωραία ερώτηση. Δεν ξέρω αν μπορεί να ξεσηκώσει τον κόσμο, όμως τον υποψιάζει. Όταν ο κόσμος χειροκροτάει, πάει να πει ότι ξυπνάει, μαθαίνει. Ειδικά η σάτιρα είναι μπουνιά στο στομάχι, πρέπει να ξυπνήσει ο θεατής. Και πιστεύω πως τον ξυπνάμε τον θεατή. Βέβαια δεν κάνουμε επανάσταση, αλλά το θέατρο βοηθάει πάρα πολύ για να διαμορφωθούν συνειδήσεις καινούργιες.

Πιστεύετε η κατάσταση στη χώρα μας, και η πολιτική και η κοινωνική, έχει φτάσει σε σημείο οριακό;

Θα έλεγα πως δεν έχει φτάσει στον πάτο, έχει φτάσει στον απόπατο.

Δικαιολογείτε επομένως τις αντιδράσεις του κόσμου και τα όσα έχουν συμβεί;

Απολύτως, χίλια τοις εκατό. Εσείς οι νέοι δεν έχετε μέλλον. Δηλαδή, παίρνεις το πτυχίο σου και γίνεσαι delivery, μπάρμαν, ταξιτζής... Δεν υπάρχει μέλλον για τους νέους και καλά κάνουν και ξεσηκώνονται. Όταν βλέπει ότι οι υπουργοί κλέβουν, οι παπάδες κλέβουν, στην τράπεζα έχουν δισεκατομμύρια, τι θα κάνει ο νέος; Θέλω επίσης να πω στον κόσμο να ψηφίσει και κάποιο άλλο δυνατό κόμμα, όχι για να γίνει κυβέρνηση, αλλά για να έχει δύναμη μέσα στη Βουλή, να αντιστέκεται στα νομοσχέδια, στις κλεψιές, να ξεμπροστιάζει, να σταματήσει ο δικομματισμός. Δεν πάμε καθόλου καλά. Πρόκειται για ανθρώπους που εμπλέκονται με την πολιτική για να βοηθήσουν τους εαυτούς τους, για να πλουτίσει ο εαυτός τους.

Εσείς δηλαδή αισθάνεστε ότι έχετε χρέος να βοηθήσετε ως ηθοποιός.

Βέβαια, χρέος και υποχρέωση μεγάλη.

Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος, 2009

 

Άγγελος Αντωνόπουλος

Κύριε Αντωνόπουλε, από όλους τους ρόλους που έχετε ερμηνεύσει, ποιους έχετε ξεχωρίσει και με ποιον έχετε ταυτιστεί περισσότερο; Ποιος σας άγγιξε ιδιαίτερα;

Θα έλεγα ότι ο "Μαρξ στο Σόχο" μ’ έχει κερδίσει πραγματικά, συμπορεύομαι μαζί του χρόνια τώρα και έχουμε αναπτύξει πολύ σημαντικές σχέσεις. Έχει όλα τα στοιχεία για να κρατήσει έναν ηθοποιό κοντά του με αφοσίωση. Ο τρόπος που έγινε η προσέγγισή μου σ’ αυτό το ρόλο ήταν πραγματικά μια διαδικασία λαγνείας. Έχω παίξει, βέβαια, μεγάλους ρόλους σε μεγάλα έργα, σε μεγάλα θέατρα και όλα αυτά ήταν ευλογημένα πράγματα και συγκινητικά και γινόταν πάντα με κάποια μελαγχολία η διαδικασία, όπως λέω, της αποκαθήλωσης, το τέλος.

Και στο θέατρο και στον κινηματογράφο έχετε συνεργαστεί με κορυφαίες προσωπικότητες, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και άλλοι. Μιλήστε μου γι’ αυτές τις συνεργασίες.

Θα αρχίσω καταρχήν από τον Κουν. Δικαιούται να προηγηθεί από τους υπόλοιπους!

Τον οποίο τον είχατε δάσκαλο.

Και δάσκαλο και σκηνοθέτη και καταλαβαίνετε ότι για μένα αποτελεί την πιο σοβαρή αφετηρία στη ζωή μου, στη δουλειά μου, στην καριέρα μου, στην πορεία αυτήν την καλλιτεχνική. Ήμουν και εγώ δάσκαλος για τριάντα χρόνια.

Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Σ’ αυτήν την πραγματικά δημιουργική δουλειά χρειάστηκε πάντα να επικαλούμαι τη σκέψη του Κουν. Οι εμπειρίες από αυτό θα σας έλεγα ότι είναι αυτές που με έκαναν να λέω κατά καιρούς σε συνεντεύξεις ότι είναι η πιο σοβαρή δουλειά που κάνω. Μ’ άρεσε πάρα πολύ η επικοινωνία με τα παιδιά, και κυρίως όταν αυτά ήταν ουσιαστικά προβληματισμένα και μπορούσαμε και να λέμε σημαντικά πράγματα στην αίθουσα διδασκαλίας και να δημιουργούμε σημαντικά πράγματα. Σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια είδα να γίνονται θαύματα μέσα στο σχολείο, εννοώντας ότι έβλεπες ένα παιδί ν’ αρχίζει το σχολειό του με μια αμηχανία, με μια φοβερή δυσκολία σε βαθμό που να λες: «Αυτό το παιδί πώς βρέθηκε εδώ; Πώς το περάσαμε στις εισαγωγικές εξετάσεις;», κι όμως να δημιουργείται μια σχέση έμπνευσης για δουλειά και άθλησης και να βλέπεις μέσα σε δυο-τρεις μήνες το παιδί αυτό να αλλάζει, να πιάνει πουλιά στον αέρα.

Για τις κινηματογραφικές σας συνεργασίες τι έχετε να πείτε;

Η καριέρα μου η κινηματογραφική ξεκίνησε με μεγάλους ανθρώπους της δουλειάς μου. Θα αναφερθώ μόνο στον Τάκη Κανελλόπουλο, αυτόν το σημαντικό σκηνοθέτη από τη Θεσσαλονίκη. Αυτός ήταν στοχαστής του κινηματογράφου, δημιουργικό άτομο. Γύρισα δύο ταινίες μαζί του και ήταν η απαρχή της δουλειάς μου. Εν συνεχεία, συνεργάστηκα με το Βασίλη Γεωργιάδη, ο οποίος έχει αφήσει ένα τεράστιο έργο ζωής, και ύστερα με όλους τους σκηνοθέτες, τον Ερρίκο Ανδρέου, το Ντίνο Δημόπουλο, το Δαλιανίδη… Αναφέρομαι τώρα σε πρόσωπα με το ενδεχόμενο να ξεχάσω και κανέναν και να παρεξηγηθώ.

Από ηθοποιούς με τους οποίους συνεργαστήκατε ποιους ξεχωρίζετε;

Από ηθοποιούς να αρχίσουμε πάλι από τα σημαντικότερα πρόσωπα, όπως ήταν η Κατίνα Παξινού. Αυτά όσον αφορά στον κινηματογράφο, γιατί στο θέατρο έπαιξα με την Έλλη Λαμπέτη, με το Μάνο Κατράκη, το Νίκο Κούρκουλο, και αποτελούσαν πάντα για μένα ενθύμιο συγκινητικό όλες αυτές οι συνεργασίες και, όπως σας είπα, και με όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες, με το Βολονάκη, τον Κώστα Μπάκα…  Αναφέρω αυτόν, γιατί ήμασταν και οι δυο από το φυτώριο του Κάρολου Κουν και είχαμε έναν κώδικα επικοινωνίας.

Κύριε Αντωνόπουλε, έχετε διανύσει μια πολύ μακρά πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο. Κοιτάζοντας πίσω και βλέποντας αυτήν τη πορεία, πώς αισθάνεστε; Αισθάνεστε ικανοποιημένος…

Όχι, όχι. Μην την ολοκληρώνετε την ερώτηση, δεν αισθάνομαι ικανοποιημένος!

Αισθάνεστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν κάνατε;

Πάρα πολλά, χιλιάδες πράγματα που δεν έχω κάνει και βεβαίως θα το θεωρούσα αντιδημιουργικό να αισθανθώ ικανοποιημένος και να μην πω ότι είμαι στα μισά του δρόμου και ότι έχω πάρα πολλά πράγματα να κάνω που δεν έχω προφτάσει.

Έχετε μετανιώσει για κάτι;

Όχι βέβαια. Ε, κατά καιρούς μπορεί να μετάνιωσα για επιμέρους πράγματα. Αυτή η δουλειά που κάνουμε δεν εξαρτάται από τη σωστή ή τη λάθος απόφασή μας. Παίρνεις μια απόφαση, συμμετέχεις κάπου και ξαφνικά βλέπεις ότι τα στοιχεία που συμπορεύονται μαζί σου δεν είναι όλα σωστά.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο «Οι Επιβάτες Του Φεγγαριού» από τις Εκδόσεις Αιώρα. Ποια ανάγκη σας οδήγησε στη συγγραφή ενός βιβλίου;

Έχω στο συρτάρι μου πολλά πράγματα εκτός από αυτό που ήδη εξεδόθη και το οποίο με βοήθησε να σπάσω το φράγμα και να βγω κι εγώ σ’ αυτό το χώρο με την αξίωση της κριτικής σας. Ευτυχώς, πορεύεται καλά. Τι ήταν αυτό που με έκανε να το γράψω; Δεν ξέρω. Ό,τι ήταν αυτό που με έκανε κάθε φορά να κλειστώ μέσα στο γραφείο μου και να εξελίξω μέσα μου και πάνω στα χαρτιά μου μια ιστορία που μου έκανε εντύπωση, ένα γεγονός που ήταν εναυσματικό για να γράψω κάτι και να μείνει, το οποίο στη συνέχεια μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα διήγημα ή μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα. Βέβαια, προς το παρόν υπάρχουν στα συρτάρια μου.

Δηλαδή γράφατε και από παλιότερα.

Βέβαια, δεν είναι τωρινή υπόθεση, όπως από πολύ παλιότερα, ακόμα πιο παλιά, γράφω ποίηση και ελπίζω να βγει στη φόρα κι αυτό… Είχα δισταγμό και είχα και μεγάλο τρακ. Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, μετά τη δικαίωσή μου και την αισιοδοξία που μου δημιούργησε αυτή η πρώτη επαφή με τον κόσμο και με τους ανθρώπους του χώρου μας, του χώρου των γραμμάτων εννοώ, ε, θα αποπειραθώ να βγάλω και την ποίηση.

Πώς κρίνετε τον τρόπο που αναδεικνύονται σήμερα οι καλλιτέχνες; Υπάρχουν πολλοί που αναδεικνύονται μέσω reality, οι δισκογραφικές εταιρείες τους προωθούν υπερβολικά, άλλοι ασχολούνται με το τραγούδι και την τηλεόραση, ενώ προέρχονται από τον χώρο του μόντελινγκ… Ποια είναι η γνώμη σας για όλα αυτά;

Κοιτάξτε, από όλα αυτά κινδυνεύω να χάσω τη δικαίωσή μου στα παιδιά που ήταν σπουδαστές μου, που αφιέρωσαν τρία χρόνια ζωής και εγώ προσπαθούσα να τους εμπνεύσω την ιερή μανία που λέγεται ψώνιο για δουλειά και για άθληση. Αντιλαμβάνεστε τώρα πόσο κόντρα έρχεται αυτή η προχειρότητα, αυτή η προκάτ διαδικασία για να βγει ένας άνθρωπος στο χώρο και να διεκδικεί μια επαγγελματική καταξίωση.

Και χωρίς να έχει και προσόντα πολλές φορές.

Τα προσόντα δεν είμαι σε θέση να τα κρίνω ούτε θα το σκεφτώ. Εκείνο, όμως, που κρίνω και που νομίζω ότι εκεί βρίσκεται και η ερώτησή σας είναι η διαδικασία όλης αυτής της ιστορίας, που νομίζω ότι διασύρει τη φιλοσοφία της σπουδής.

Είστε ευχαριστημένος από την κατάσταση του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης σήμερα στην Ελλάδα; Πώς τα κρίνετε αυτά σε σύγκριση με παλιότερα;

Να μην τα βάλουμε όλα σε ένα τσουβάλι. Βεβαίως, υπάρχει το παραθέατρο, υπάρχει ο παρακινηματογράφος, υπάρχει η παρατηλεόραση, δηλαδή υπάρχουν τα προϊόντα και τα υποπροϊόντα, τα οποία όμως δεν είναι μόνο σημερινή υπόθεση. Θα έλεγα ότι είναι πολύ παλιά. Σήμερα ίσως να είναι πιο εμφανής η κατάσταση αυτή λόγω της τηλεόρασης, που είναι ενδεικτικά μια ενασχόληση και μια ανάδειξη ευκολίας σ’ αυτήν την ιστορία και, όχι μόνο είναι κακό αυτό καθαυτό σαν δουλειά, αλλά είναι κακό και διότι δημιουργεί μια έλξη εσφαλμένη για τα παιδιά.

Εννοείτε τους θεατές ή αυτούς που ασχολούνται με την τηλεόραση;

Δεν εννοώ τους θεατές. Δηλαδή, είχαμε μια τεράστια προσέλευση στις κινηματογραφικές σχολές παιδιών που αντιλαμβάνεσαι ότι οι αποσκευές τους ήταν τέτοιες που απέβλεπαν κυρίως στην ευκολία της τηλεόρασης. Αυτό είναι μια κατασυκοφάντηση της δουλειάς μας. Η δουλειά μας θέλει βάσανο, η δουλειά μας θέλει χτύπημα, θέλει τάξιμο ζωής, πράγματα που η τηλεόραση δεν τα αξιώνει και τόσο πολύ.

Κύριε Αντωνόπουλε, μετά από χρόνια, όταν οι άνθρωποι θα σας φέρνουν στο μυαλό, με ποιον τρόπο θέλετε να σας θυμούνται;

Δεν το έχω σκεφτεί. Αυτό που με έχει απασχολήσει πάρα πολύ είναι το προφίλ μου ως ανθρώπου, ως πολίτη και ως συμπεριφοράς κοινωνικής, ιδεολογικής και ανθρωπίνων σχέσεων. Θέλω να έχω ένα καλό κοινωνικό προφίλ.

Συνέντευξη στη Χρυσάνθη Ιακώβου, Περιοδικό Alfa In Style, τ.8, 2007

"Εκεί που ζούμε" του Χρίστου Κυθρεώτη

Εκεί που ζούμε, του Χρίστου Κυθρεώτη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το fractal.gr

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ένας δικηγόρος γύρω στα 35 που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, αλλά σκοπεύει στο προσεχές μέλλον να φύγει μόνιμα στο εξωτερικό. Μια καλοκαιρινή ημέρα με αφόρητη ζέστη θα αποδειχτεί ιδιαίτερα απαιτητική: πρέπει να παραστεί στο δικαστήριο για μια δύσκολη υπόθεση, πρέπει να βγει για καφέ με τον πρώτο του νεανικό έρωτα, να συνοδέψει τον πατέρα του σε μια επαγγελματική υποχρέωση, να συναντήσει τον άλλον μεγάλο έρωτα της ζωής του - όλα αυτά (και πολλά ακόμα) σε μία μόνο μέρα.

Ένα μόλις εικοσιτετράωρο από τη ζωή του κεντρικού ήρωα είναι ό,τι βλέπει ο αναγνώστης στο "Εκεί που ζούμε". Ένα εικοσιτετράωρο όμως που τα έχει όλα: επαγγελματικές δυσκολίες, ερωτικές σχέσεις, οικογενειακές υποθέσεις, σκέψεις, διλήμματα, αποφάσεις. Ο Χρίστος Κυθρεώτης, με απίστευτη αφηγηματική δεινότητα, καταφέρνει να συμπυκνώσει τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια σε μία μόνο μέρα, συμπλέκοντας με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο το παρόν με το παρελθόν, το αποτέλεσμα με την αιτία, την ψυχοσύνθεση του ήρωα με τις αποφάσεις του.

Χωρίς καθόλου να πλατειάσει ή να φλυαρήσει και καταφέρνοντας να μη χαθεί μέσα στον όγκο των γεγονότων και των σκέψεων, ο Κυθρεώτης στήνει τη δομή του βιβλίου του με αριστουργηματικό τρόπο, διατηρώντας αφενός μια σταθερότητα στον τρόπο που εξελίσσεται η πλοκή και κρατώντας αφετέρου διαρκώς ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Παρόν και παρελθόν συνεχώς εναλλάσσονται και πολλά ζητήματα επανέρχονται ξανά και ξανά για να φωτιστούν περισσότερο και όλο αυτό το αφηγηματικό παιχνίδι είναι που δίνει στην ανάγνωση έναν γρήγορο και ευχάριστο ρυθμό.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πώς μπορεί να στηθεί ένα τόσο ελκυστικό βιβλίο με τόσο απλά υλικά: ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" είναι ένας εντελώς συνηθισμένος νέος της εποχής μας (ίσως μάλιστα να είναι και κάτι παραπάνω από συνηθισμένος - όπως λέει και ο ίδιος, επιθυμεί να ζήσει μια μέτρια ζωή χωρίς ποτέ να του συμβεί κάτι ιδιαίτερο) και τα όσα εξιστορούνται στο βιβλίο είναι τόσο απλά και τόσο καθημερινά που λίγο-πολύ έχουν συμβεί στον καθένα. Ο Κυθρεώτης ωστόσο καταφέρνει να πάρει αυτήν την τόσο συνηθισμένη ιστορία και να την μεταπλάσει σε ένα βιβλίο βαθυστόχαστο με κοινωνικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, σαν να ανατέμνει, να αναλύει και να παρουσιάζει τον σημερινό μέσο άνθρωπο και την εποχή που διανύουμε.

Ο ήρωας του "Εκεί που ζούμε" βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον εαυτό του, αλλά και με την κοινωνία. Ο συγγραφέας σχολιάζει εύστοχα την σημερινή ελληνική πραγματικότητα, εντοπίζοντας τους τρόπους που αυτή επηρεάζει τις επιλογές και την καθημερινότητα του κάθε ατόμου, και τοποθετεί την ιστορία του στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς την σε έναν από τους ήρωες του βιβλίου.

Η επιλογή του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρίζει στο κείμενο απίστευτη ειλικρίνεια, νηφαλιότητα και αμεσότητα και δημιουργεί και ένα ενδιαφέρον παιχνίδι: βλέπουμε την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που λέει και αυτά που σκέφτεται, αυτά που αισθάνεται και αυτά που πράττει, αυτά που επιθυμεί και αυτά που αποφασίζει να κάνει.

Ο Κυθρεώτης χρησιμοποιεί απλά περιστατικά για να τα μετατρέψει τελικά σε καθολικές αλήθειες. Τολμά να βουτήξει βαθιά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, διατηρώντας την ίδια στιγμή ένα εντελώς ανάλαφρο ύφος. Γράφει ένα απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο όμως φαντάζει διαχρονικό. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το χιούμορ που βρίσκει πολύ όμορφα τη θέση του μέσα στην αφήγηση, έχουμε ένα βιβλίο απολαυστικό, που αφήνει το στίγμα του και μετά το τέλος της ανάγνωσης.