"Κέρμα στον αέρα" της Τασούλας Επτακοίλη

"Κέρμα στον αέρα" της Τασούλας Επτακοίλη (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περι ου

Μπορούν να χωρέσουν ογδόντα χρόνια μέσα στις σύντομες ιστορίες δέκα προσώπων μιας οικογένειας, σε μόλις 140 σελίδες; Κρίνοντας από το νέο βιβλίο της Τασούλας Επτακοίλη η απάντηση είναι ναι. Από τον πόλεμο του '40 και τον Εμφύλιο μέχρι τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση και τη σημερινή κρίση, από τον Πειραιά μέχρι τη Σάμο και την Αυστραλία, η Τασούλα Επτακοίλη καλύπτει ένα ευρύ χρονικό και γεωγραφικό φάσμα περιγράφοντας μόλις μια μέρα από τη ζωή των ηρώων της.

Άκρως ενδιαφέρον ως προς τη δομή -και ως εκ τούτου ελκυστικό στην ανάγνωση- το "Κέρμα στην αέρα" είναι μεν μυθιστόρημα, αλλά είναι χωρισμένο σε δέκα ξεχωριστές ιστορίες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να σταθούν και ως ανεξάρτητα διηγήματα. Παρόλο που το κάθε κεφάλαιο περιγράφει μία μόλις μέρα από τη ζωή του κάθε ήρωα, η συγγραφέας καταφέρνει να μας παρουσιάσει ολόκληρη τη ζωή του καθενός και παράλληλα να μας δώσει μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα της ιστορίας της Ελλάδας από το '40 μέχρι και σήμερα.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη. Οι δέκα ήρωες ενώνονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς, οπότε τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια περιστατικά εμφανίζονται πολλές φορές σε διαφορετικά κεφάλαια, κι έτσι παρουσιάζονται συνεχώς νέες πληροφορίες που φωτίζουν και εμπλουτίζουν τις ιστορίες που προηγήθηκαν.

Με αφηγηματική δεινότητα και με άνεση στη γραφή, η Επτακοίλη προσαρμόζει το ύφος της και τη γλώσσα της στον εκάστοτε πρωταγωνιστή. Με την ίδια άνεση περνά από τις περιγραφές ιστορικών γεγονότων στις πιο προσωπικές εξομολογήσεις. Το βιβλίο εξάλλου διαθέτει απίστευτη ποικιλία: άντρες ήρωες, γυναίκες ηρωίδες, άλλοι στην εφηβεία τους και άλλοι ηλικιωμένοι, κάποιους τους βρίσκουμε σε κομβικές στιγμές της ζωής τους και άλλους σε μια συνηθισμένη τους μέρα, άλλους τους πετυχαίνουμε να ονειρεύονται για το μέλλον και άλλους να κάνουν απολογισμό για το παρελθόν τους, για κάποιους γνωρίζουμε ήδη από προηγούμενα κεφάλαια και για κάποιους άλλους μαθαίνουμε μετά πώς εξελίχτηκε η ζωή τους.

Η Τασούλα Επτακοίλη παίρνει δέκα συνηθισμένους ανθρώπους και τους μετατρέπει αβίαστα σε λογοτεχνικούς ήρωες. Πότε διασταυρώνονται μεταξύ τους, πότε με την ίδια την ιστορία. Άλλοτε πληρώνουν τα δικά τους λάθη, άλλοτε τους προλαβαίνει η μοίρα. Ιστορίες που συγκινούν, που ξαφνιάζουν, που προκαλούν ευθυμία. Ένα απολαυστικό βιβλίο που μιλά απλά αλλά βαθιά και ουσιαστικά για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τα λάθη, για τους απολογισμούς της ζωής μας.

Θέα Ακρόπολη, της Λουκίας Δέρβη

Θέα Ακρόπολη, της Λουκίας Δέρβη (Μεταίχμιο, 2019)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Το μυθιστόρημα της Λουκίας Δέρβη "Θέα Ακρόπολη" μας μεταφέρει στην Αθήνα του 1992 και μας βάζει στα παρασκήνια του πιο πολυτελούς ξενοδοχείου, του Athens Excelsior. Από τη μια οι πλούσιοι πελάτες του, από την άλλη το πολυάριθμο προσωπικό του που φροντίζει να είναι όλα στην εντέλεια. Πίσω από την λαμπερή βιτρίνα του ξενοδοχείου, οι εργαζόμενοι ερωτεύονται, προβληματίζονται, φοβούνται, αντιμετωπίζουν διλήμματα, ελπίζουν. Η Θέκλα, η ωραία καμαριέρα που βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση της ζωής της, ο Μάκης, ο υπεύθυνος της ρεσεψιόν, που όλη του η ζωή στρέφεται γύρω από το πώς θα κατακτήσει τη Θέκλα, η Χαρούλα, που αντιμετωπίζει οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα,  ο Παρμενίων, πρώην υπάλληλος του ξενοδοχείου και πρώην σύζυγος της Θέκλας, την οποία διεκδικεί ακόμα.

Οι προσωπικές ιστορίες των εργαζόμενων συμπλέκονται με τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, με τα περιστατικά των πελατών και με όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα το καλοκαίρι του '92. Τελικά ποιος είναι ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου; Ο Μάκης; Η Θέκλα; Το ξενοδοχείο το ίδιο που επηρεάζει καταλυτικά τις ζωές των εργαζόμενων σε αυτό; Ή μήπως πρωταγωνίστρια είναι η χώρα μας, η Ελλάδα μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί; Η Λουκία Δέρβη γράφει ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα θέλοντας να πετύχει ακριβώς αυτό: να φανερώσει τα αόρατα νήματα που συνδέουν όλα τα παραπάνω, χρησιμοποιώντας ως άξονα το ξενοδοχείο.

Για τους εργαζόμενους του Athens Excelsior η δουλειά τους δεν είναι απλώς μια εργασία - είναι αυτό που τους αυτοπροσδιορίζει, αυτό που τους βοηθάει να ανεβούν κοινωνικά και οικονομικά, αυτό που τους ανακουφίζει από τα άλλα τους προβλήματα, αυτό που εντέλει διαμορφώνει σταδιακά και τον χαρακτήρα τους. Και την ίδια στιγμή το ξενοδοχείο αυτό είναι το μέρος όπου αναπτύσσονται οι φιλίες τους, οι έρωτες τους, τα πάθη τους, τα λάθη τους.

Το βιβλίο βέβαια θα ήταν εντελώς διαφορετικό αν τοποθετούνταν στη σημερινή εποχή. Η συγγραφέας μάς ταξιδεύει μέχρι τα 90s, που φαντάζουν τόσο μακρινά και τόσο διαφορετικά σήμερα, στην απόλυτη περίοδο της ευμάρειας, της λάμψης, της ανεμελιάς, θέτοντας έτσι διακριτικά και έναν προβληματισμό, έναν σιωπηλό σχολιασμό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το "Θέα Ακρόπολη" είναι και ένα μυθιστόρημα κοινωνικό, καθώς μας δείχνει το χάσμα μεταξύ των τάξεων, τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τους πελάτες από τους εργαζόμενους.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο κινούνται και οι ήρωες μας. Κεντρικοί ήρωες, δευτερεύοντες ήρωες, τόσο μέλη του προσωπικού όσο και πελάτες, ένα μεγάλο ψηφιδωτό προσώπων, των οποίων οι ζωές διασταυρώνονται με ενδιαφέροντα τρόπο. Η Λουκία Δέρβη σκιαγραφεί εύστοχα τα πρόσωπα του βιβλίου της, δίνοντας τους το απαιτούμενο βάθος, χωρίς να διστάζει να τους τσαλακώσει ή και να τους αποκαθηλώσει.

Το "Θέα Ακρόπολη" συνδυάζει πολλά διαφορετικά στοιχεία, άλλα φανερά με την πρώτη ανάγνωση και άλλα κρυμμένα πίσω από τους ήρωες και τα γεγονότα. Όλα όμως συμπλέκονται αρμονικά και κάνουν την αφήγηση να προχωρά με ενδιαφέρον και ρυθμό  - με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό που λειτουργεί και το Athens Excelsior.

The Mule

The Mule (Το βαποράκι), 2018

Σκηνοθέτης: Clint Eastwood

Παίζουν: Clint Eastwood, Patrick L. Reyes, Cesar De León

 

Ο Ερλ είναι ένας 88χρονος πρώην ανθοκαλλιεργητής που είναι χωρισμένος από τη γυναίκα του και έχει κάκιστες σχέσεις με την κόρη του, καθώς υπήρξε πάντα κακός σύζυγος και πατέρας. Η ανάγκη του για χρήματα θα τον κάνει να δεχτεί να δουλέψει ως οδηγός-βαποράκι για ένα μεξικάνικο καρτέλ ναρκωτικών.

"Το Βαποράκι" ή αλλιώς ο απολογισμός ζωής ενός ηλικιωμένου άντρα. Ταινία που ισορροπεί ωραία ανάμεσα στη δράση και στο δράμα, έχει και τις στιγμές αγωνίας, έχει και αρκετό συναίσθημα - και έχει και μπόλικο έξυπνο χιούμορ στις δόσεις που πρέπει.

Με το γενικότερο πλαίσιο να θυμίζει λίγο "Gran Torino" (ένας βετεράνος που έχει κακές σχέσεις με την οικογένεια του), το "The Mule" είναι μια χαμηλών τόνων ταινία, με την έννοια ότι δεν είναι κατάλληλη για όποιον ψάχνει κυνηγητά με την αστυνομία και πυροβολισμούς. Έχει μια αρκετά πιασάρικη υπόθεση, πολύ ωραία δοσμένη (οι έμποροι ναρκωτικών, η αστυνομία που προσπαθεί να τους ξετρυπώσει, η άνεση με την οποία κινείται ο ήρωας μας σε αυτόν τον νέο γι' αυτόν κόσμο), όμως η ιστορία αυτή λειτουργεί μάλλον σαν αφορμή για να κάνει ο πρωταγωνιστής τον απολογισμό της ζωής του, να παραδεχτεί τα λάθη του, να κάνει απόπειρες να διορθώσει τα πράγματα και εντέλει να αναλάβει το βάρος των ευθυνών του.

Ρεαλιστικό, ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος, περιπετειώδες και τρυφερό -αλλά όχι μελό- στα σημεία που χρειάζεται, το "Βαποράκι" πραγματεύεται με όμορφο τρόπο ένα λεπτό θέμα. Και παράλληλα βρίσκει τον τρόπο να θέσει εύστοχα ωραία ζητήματα, όπως η αυτοκριτική, η αξία της οικογένειας σε σύγκριση με τη δουλειά, ενώ δεν παραλείπει να σχολιάσει και την νέα τάξη πραγμάτων σε έναν κόσμο που κυριαρχεί το ίντερνετ. Στο κέντρο όλων αυτών φυσικά ο Κλιντ Ίστγουντ, ο οποίος πλάθει έναν άκρως ενδιαφέροντα ήρωα και τον ερμηνεύει άψογα.

Ταινίες με θέμα τον χορό

Μιούζικαλ, ρομαντικές κομεντί, love stories, πολιτικές ιστορίες, θρίλερ, ο χορός χωράει σε όλων των ειδών τις ταινίες. Ιδού μερικά διαμαντάκια της έβδομης τέχνης!

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το artcoremagazine.gr

 

White nights (1985), του Taylor Hackford

Ορίστε μια ταινία που εμπλέκει τον χορό με τα πολιτικά, με τρόπο ομολογουμένως πολύ πετυχημένο. Ο Mikhail Baryshnikov υποδύεται έναν σπουδαίο Ρώσο χορευτή, που αυτομόλησε στην Ευρώπη για να ξεφύγει από τα περιορισμένα όρια έκφρασης του σοβιετικού καθεστώτος. Η (κακή) τύχη θα τα φέρει έτσι και θα ξαναβρεθεί στην πατρίδα του, όπου θα αναγκαστεί να χορέψει για τη Ρωσία. Όσο προπονείται, έχουμε εμείς την χαρά να βλέπουμε εν δράσει έναν από τους μεγαλύτερους χορευτές ever και να απολαμβάνουμε παράλληλα τις μέρες της Ρωσίας που δε νυχτώνει ποτέ. Το κερασάκι στην τούρτα: το "Say you, say me" στους τίτλους τέλους.

Dirty Dancing (1987), του Emile Ardolino

Μία ήταν, είναι και θα είναι η πιο αγαπημένη εφηβική/νεανική ταινία με θέμα τον χορό: το "Dirty Dancing" φυσικά. Ένα πολύ δυνατό love story, ο Patrick Swayze στα καλύτερα του, υπέροχες χορογραφίες και ένα από τα καλύτερα soundtracks που ακούσαμε ποτέ στη μεγάλη οθόνη. Φρέσκο, νεανικό, καλοκαιρινό, good feeling, μια ταινία που δικαίως αγαπήθηκε τρελά. (Fun fact: το τραγούδι "She's like the wind" το τραγουδάει ο ίδιος ο Swayze).

Swing Kids (1993), του Thomas Carter

Το "Swing Kids", εκτός του ότι είναι μια καταπληκτική πλην παραγνωρισμένη ταινία, έχει το άκρως ενδιαφέρον στοιχείο να παρουσιάζει τον χορό ως τρόπο έκφρασης και μέσο αντίστασης στο ναζιστικό καθεστώς. Στην Γερμανία του Χίτλερ λοιπόν ο χορός σουίνγκ είναι απαγορευμένος. Οι δύο πρωταγωνιστές μας ανήκουν στην "απαγορευμένη ομάδα" των χορευτών, μέχρι που θα αναγκαστούν να στρατολογηθούν στη ναζιστική νεολαία. Τότε θα αλλάξουν όλα… Απίστευτη εξέλιξη και υπέροχη πλοκή.

Moulin rouge! (2001), του Baz Luhrmann

Όταν ο Baz Luhrmann αποφασίζει να κάνει ταινία με φόντο το Moulin rouge, το αποτέλεσμα είναι ένα πολύχρωμο και εντυπωσιακό σόου. Ένας Άγγλος ποιητής στο Παρίσι του 1900 θα ερωτευτεί με την Σατίν, την πιο ακριβοπληρωμένη πόρνη και πρωταγωνίστρια των σόου του Moulin rouge. Ο έρωτας τους όμως δεν είναι δυνατόν να έχει αίσια κατάληξη. Από τα καλύτερα love stories που έχουμε δει ποτέ σε μιούζικαλ, με ένα από τα πιο ξεχωριστά soundtrack της έβδομης τέχνης σε μια ταινία που μαγεύει με τα σκηνικά, τα κουστούμια, τις ερμηνείες και φυσικά τον χορό της!

Chicago (2002), του Rob Marshall

Το "Chicago" δεν είναι απλώς ένα πολύ καλογυρισμένο μιούζικαλ (τόσο καλογυρισμένο που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 2002). Είναι μια ταινία που καταφέρνει με πολύ έξυπνο τρόπο να εντάξει τον χορό μέσα στην πλοκή της. Η Catherine Zeta-Jones, χορεύτρια του βαριετέ, και η Renee Zellweger, που επιθυμεί διακαώς να γίνει σταρ, βρίσκονται στη φυλακή με την κατηγορία του φόνου, αλλά ο Richard Gere, ένας δαιμόνιος δικηγόρος, θα αναλάβει να τις αθωώσει. Όλα είναι χορός και μουσική σε αυτήν την ταινία, ακόμα και τα συναισθήματα των ηρώων. (Χαρακτηριστική σκηνή: η κρίσιμη αγόρευση του Richard Gere στη δίκη παρουσιάζεται ως ένα αγωνιώδες σόλο ρεσιτάλ χορού κλακετών. Ευφάνταστο και υπέροχο!).

Shall we dance? (2004), του Peter Chelsom

Ένας επιτυχημένος οικογενειάρχης και επιχειρηματίας αποφασίζει να βγει από τη ρουτίνα της καθημερινότητας ξεκινώντας μαθήματα χορού. Ευχάριστη ταινία, που θυμίζει ρομαντική κομεντί, αλλά απέχει αρκετά από τα κλισέ της. Ωραίες χορογραφίες με την -ιδανική για το ρόλο- Jennifer Lopez.

Black Swan (2010), του Darren Aronofsky

Όταν μιλάμε για ταινίες με θέμα τον χορό, έχουμε συνηθίσει τα love stories, τους δυνατούς ρυθμούς, τις ξεσηκωτικές χορογραφίες. Ε εδώ δεν έχουμε τίποτα από όλα αυτά. Ο Aronofsky παίρνει μια ομάδα μπαλέτου που ετοιμάζεται να ανεβάσει τη "Λίμνη των Κύκνων" και βάζει την πρωταγωνίστρια αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό στην προσπάθεια της να είναι τέλεια. Και κάπως έτσι έχουμε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και καθηλωτικά ψυχολογικά θρίλερ που είδαμε ποτέ.

 

Μια πόλη σε pause

Απόγευμα Κυριακής, με έναν ωραίο διστακτικό ήλιο που βγήκε αναπάντεχα μετά από βροχή. Με τη βεβαίωση μετακίνησης στην τσέπη, βγαίνω για βάδισμα φορώντας τα αθλητικά μου και έχοντας ένα ζευγάρι γάντια στην τσάντα μου στην περίπτωση που χρειαστεί να αγγίξω κάτι.

Λιγοστός κόσμος κυκλοφορεί στους πιο κεντρικούς δρόμους, οι περισσότεροι μόνοι τους, μερικοί σε δυάδες. Δε μου φαίνονται σκυθρωποί - κάθε άλλο. Όμως κάτι είναι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα, κάτι που δε φαίνεται πουθενά μα το ξέρουμε όλοι.

Τα εμπορικά καταστήματα κλειστά, εδώ και βδομάδες. Ξέρω πως θα αργήσουν να ξανανοίξουν, γι' αυτό μου φαίνεται παράξενο που οι πινακίδες τους είναι αναμμένες και στις βιτρίνες έχουν μείνει ακόμα κολλημένες από τις πρόσφατες εκπτώσεις οι ανακοινώσεις των προσφορών. Λες και τίποτα δεν έχει σταματήσει να λειτουργεί - απλώς σαν να μπήκαν όλα στο pause.

Περνώ από τα -άλλοτε πολυσύχναστα- σοκάκια με τις καφετέριες και τα ταβερνάκια. Δεν συναντώ ούτε έναν άνθρωπο. Είμαι πραγματικά η μόνη που βαδίζω εκείνη την ώρα εκεί. Περίεργο συναίσθημα. Τα ίδια και στην κεντρική πλατεία. Δεν είναι η ερημιά που μου κάνει τόσο εντύπωση όσο η σιωπή. Μια τόσο μεγάλη και βαθιά και βαριά σιωπή που σχεδόν την αγγίζεις.

Στην πρόσοψη ενός ξενοδοχείου κολλημένη μια αφίσα από την τελευταία παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πρόλαβε ίσα ίσα να κάνει πρεμιέρα και μετά ήρθε η απαγόρευση των θεατρικών παραστάσεων. Λίγο πιο πάνω ο κινηματογράφος - δεν έχει καν αφίσες στις προθήκες του. Θα το ορκιζόμουν όμως ότι μύρισα το ποπ κορν. Σταματώ σε μερικές βιτρίνες βιβλιοπωλείων. Όλα τα βιβλία που βλέπω έχει μήνες που κυκλοφόρησαν - η διαδικασία κυκλοφορίας νέων έχει διακοπεί.

Συνεχίζω με γρήγορο βάδισμα και αυτή η εναλλαγή εικόνων μου δημιουργεί ανάμικτα συναισθήματα: είναι όλα τόσο ίδια και τόσο διαφορετικά. Όσο πιο πολύ βαδίζω τόσο πιο πολύ ξεχνιέμαι, μέχρι που περνώ έξω από ένα εφημερεύον φαρμακείο και βλέπω μέσα την φαρμακοποιό με μάσκα. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα.

Η πόλη μοιάζει να πορεύεται και χωρίς εμάς. Είναι όμορφη και καθαρή και ήσυχη, ίσως και λίγο πιο ξεκούραστη - φαίνεται σαν να μας περιμένει, να επιστρέψουμε με γέλια και φωνές και καβγάδες και ήχους ευχάριστους ή ενοχλητικούς. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι όταν επιστρέψουμε. Αν θα είμαστε πιο χαρούμενοι που βγήκαμε από τη δύσκολη κατάσταση, αν θα είμαστε πιο θλιμμένοι ή αν θα είμαστε ανεπανόρθωτα κατεστραμμένοι. Το ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα ποιο από τα τρία τελικά θα συμβεί μου δημιουργεί ένα παράξενο συναίσθημα.

Επιστροφή στο σπίτι. Ο κόσμος λιγόστεψε κι άλλο, πλήθυναν τα φωτισμένα παράθυρα στις πολυκατοικίες. Στους δρόμους άρχισε να απλώνεται το σκοτάδι και μια θλιμμένη ησυχία. Ακούγεται μόνο το κελάηδημα των πουλιών.