Μια πόλη σε pause

Απόγευμα Κυριακής, με έναν ωραίο διστακτικό ήλιο που βγήκε αναπάντεχα μετά από βροχή. Με τη βεβαίωση μετακίνησης στην τσέπη, βγαίνω για βάδισμα φορώντας τα αθλητικά μου και έχοντας ένα ζευγάρι γάντια στην τσάντα μου στην περίπτωση που χρειαστεί να αγγίξω κάτι.

Λιγοστός κόσμος κυκλοφορεί στους πιο κεντρικούς δρόμους, οι περισσότεροι μόνοι τους, μερικοί σε δυάδες. Δε μου φαίνονται σκυθρωποί - κάθε άλλο. Όμως κάτι είναι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα, κάτι που δε φαίνεται πουθενά μα το ξέρουμε όλοι.

Τα εμπορικά καταστήματα κλειστά, εδώ και βδομάδες. Ξέρω πως θα αργήσουν να ξανανοίξουν, γι' αυτό μου φαίνεται παράξενο που οι πινακίδες τους είναι αναμμένες και στις βιτρίνες έχουν μείνει ακόμα κολλημένες από τις πρόσφατες εκπτώσεις οι ανακοινώσεις των προσφορών. Λες και τίποτα δεν έχει σταματήσει να λειτουργεί - απλώς σαν να μπήκαν όλα στο pause.

Περνώ από τα -άλλοτε πολυσύχναστα- σοκάκια με τις καφετέριες και τα ταβερνάκια. Δεν συναντώ ούτε έναν άνθρωπο. Είμαι πραγματικά η μόνη που βαδίζω εκείνη την ώρα εκεί. Περίεργο συναίσθημα. Τα ίδια και στην κεντρική πλατεία. Δεν είναι η ερημιά που μου κάνει τόσο εντύπωση όσο η σιωπή. Μια τόσο μεγάλη και βαθιά και βαριά σιωπή που σχεδόν την αγγίζεις.

Στην πρόσοψη ενός ξενοδοχείου κολλημένη μια αφίσα από την τελευταία παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πρόλαβε ίσα ίσα να κάνει πρεμιέρα και μετά ήρθε η απαγόρευση των θεατρικών παραστάσεων. Λίγο πιο πάνω ο κινηματογράφος - δεν έχει καν αφίσες στις προθήκες του. Θα το ορκιζόμουν όμως ότι μύρισα το ποπ κορν. Σταματώ σε μερικές βιτρίνες βιβλιοπωλείων. Όλα τα βιβλία που βλέπω έχει μήνες που κυκλοφόρησαν - η διαδικασία κυκλοφορίας νέων έχει διακοπεί.

Συνεχίζω με γρήγορο βάδισμα και αυτή η εναλλαγή εικόνων μου δημιουργεί ανάμικτα συναισθήματα: είναι όλα τόσο ίδια και τόσο διαφορετικά. Όσο πιο πολύ βαδίζω τόσο πιο πολύ ξεχνιέμαι, μέχρι που περνώ έξω από ένα εφημερεύον φαρμακείο και βλέπω μέσα την φαρμακοποιό με μάσκα. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα.

Η πόλη μοιάζει να πορεύεται και χωρίς εμάς. Είναι όμορφη και καθαρή και ήσυχη, ίσως και λίγο πιο ξεκούραστη - φαίνεται σαν να μας περιμένει, να επιστρέψουμε με γέλια και φωνές και καβγάδες και ήχους ευχάριστους ή ενοχλητικούς. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι όταν επιστρέψουμε. Αν θα είμαστε πιο χαρούμενοι που βγήκαμε από τη δύσκολη κατάσταση, αν θα είμαστε πιο θλιμμένοι ή αν θα είμαστε ανεπανόρθωτα κατεστραμμένοι. Το ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα ποιο από τα τρία τελικά θα συμβεί μου δημιουργεί ένα παράξενο συναίσθημα.

Επιστροφή στο σπίτι. Ο κόσμος λιγόστεψε κι άλλο, πλήθυναν τα φωτισμένα παράθυρα στις πολυκατοικίες. Στους δρόμους άρχισε να απλώνεται το σκοτάδι και μια θλιμμένη ησυχία. Ακούγεται μόνο το κελάηδημα των πουλιών.  

Ταινίες που μας πήγαν στο… διάστημα!

Η (κινηματογραφική) εξερεύνηση του διαστήματος προσφέρεται για αχαλίνωτη φαντασία, πολλή περιπέτεια, εντυπωσιακά πλάνα, έξυπνες ανατροπές και ενδιαφέροντες φιλοσοφικούς στοχασμούς. Αυτός είναι και ο λόγος που γυρίζονται τόσο συχνά ταινίες με αυτό το θέμα! Ιδού μερικές που αγαπήσαμε και ξεχωρίσαμε.

 

2001: A Space Odyssey, του Stanley Kubrick (1968)

Πολύ μπροστά από την εποχή της και αριστουργηματική ως προς το αποτέλεσμα, η "Οδύσσεια του διαστήματος" του Kubrick δεν είναι απλώς μια ταινία εξερεύνησης του διαστήματος, αλλά ένας φιλοσοφικός προβληματισμός σχετικά με την πορεία του ανθρώπινου είδους, την εξέλιξη της τεχνολογίας, την αιώνια αναζήτηση του ανθρώπου για τα βαθύτερα νοήματα του κόσμου και της ίδιας του της ύπαρξης. Μια ταινία που όμοια της δεν έχει ξαναγίνει και που δεν πρόκειται να παλιώσει ποτέ.

Contact, του Robert Zemeckis (1997)

Να και μια ταινία που θα της άξιζε να έχει λίγη περισσότερη αγάπη από το κοινό. Μετά από χρόνια έρευνας, μια αστροφυσικός πιάνει και αποκωδικοποιεί ένα σήμα εξωγήινης προέλευσης. Τίμιο και αξιοπρεπές έργο για το είδος στο οποίο ανήκει, που τα έχει λίγο-πολύ όλα: και αγωνία και μυστήριο και ενδιαφέρουσα εξέλιξη και αρκετό συναίσθημα. Και με ένα πολύ δυνατό φινάλε που σε αφήνει πλήρως ικανοποιημένο.

Armageddon, του Michael Bay (1998)

Η απόλυτη αμερικανιά - η απόλυτη περιπέτεια! Ένας μετεωρίτης πρόκειται να χτυπήσει τη γη και να την καταστρέψει εντελώς. Η NASA αποφασίζει πως η καλύτερη λύση είναι να στείλει μια ομάδα αντρών που κάνουν γεωτρήσεις πετρελαίου, ώστε να ανοίξουν τρύπα και να ανατινάξουν εσωτερικά τον μετεωρίτη. Περιπέτεια, αγωνία, χιούμορ, ένα love story, μια υπέροχη σχέση πατέρα-κόρης, λίγη συγκίνηση και πολλή υπερβολή. Α και φυσικά οι Aerosmith με το "I don't want to miss a thing".

WALL-E, του Andrew Stanton (2008)

Η ταινία αυτή όχι μόνο είναι ενδιαφέρουσα ως προς την υπόθεση, υπέροχη ως προς το αποτέλεσμα και σπουδαία ως προς τα οικολογικά της μηνύματα, αλλά μας παρουσίασε το πιο ωραίο ρομποτάκι που είδαμε ποτέ στη μεγάλη οθόνη! Τα τελευταία χρόνια οι παιδικές ταινίες γίνονται όλο και καλύτερες και απευθύνονται εξίσου και σε ενήλικες: μια τέτοια περίπτωση είναι και το "WALL-E". Ο Wall-E λοιπόν είναι ένα μικρό ρομπότ που έχει αποστολή να καθαρίζει την γη, η οποία όμως δεν κατοικείται πλέον λόγω ρύπανσης. Οι εναπομείναντες άνθρωποι βρίσκονται σε ένα διαστημόπλοιο, από το οποίο φτάνει μια μέρα στη γη για μια αποστολή ένα ρομπότ, η Eve. Wall-e και Eve θα γνωριστούν και θα ανακαλύψουν κάτι που θα δώσει ελπίδα για το μέλλον της γης. Από τα πιο ιδιαίτερα παιδικά, που ασχολείται με το θέμα της περιβαλλοντικής καταστροφής με εξαιρετικό τρόπο.

Avatar, του James Cameron (2009)

Η ταινία που είδε τις εισπράξεις της να εκτινάσσονται σε υπερβολικά υψηλά ποσά και να κάνουν ρεκόρ, που έφερε νέες μεθόδους στον τρόπο που γυρίζονται οι ταινίες και που παρέσυρε εκατομμύρια θεατές σε ένα πολύχρωμο εντυπωσιακό κινηματογραφικό ταξίδι. Στο έτος 2154 η γη έχει εξαντλήσει τους φυσικούς της πόρους και έτσι μια ομάδα ανθρώπων πρέπει να μεταβεί στον πλανήτη Πανδώρα - οποίος κατοικείται από τους Ναβί- για να εξορύξει ένα πολύτιμο ορυκτό. Η ατμόσφαιρα της Πανδώρας είναι βλαβερή για τους ανθρώπους, έτσι καταφτάνουν εκεί ως avatar, δηλαδή υβρίδια ανθρώπου-Ναβί. Η ταινία έχει αστείρευτη φαντασία, άρτιο αποτέλεσμα, καταπληκτική σκηνοθεσία και άριστα εφέ - δεν ισχύει βέβαια το ίδιο και για το σενάριο, που είναι μάλλον απλοϊκό, προβλέψιμο και "κλεμμένο" από την Ποκαχόντας… Κατά τα άλλα, απολαυστική!

Moon, του Duncan Jones (2009)

Μπορεί μια ταινία να έχει έναν μόνο ηθοποιό και να είναι ενδιαφέρουσα καθ' όλη τη διάρκεια της; Αν κρίνουμε από το "Moon", ναι, μπορεί! Ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας αστροναύτης που μετά από τρία χρόνια σε μια σεληνιακή βάση εξόρυξης ετοιμάζεται να επιστρέψει στη γη. Ωστόσο, τα πράγματα δε θα εξελιχτούν ομαλά… Απλό ως υπόθεση, καταπληκτικό ως αποτέλεσμα. Φυσικά το παν σε αυτήν την ταινία είναι η απίστευτη ερμηνεία του Sam Rockwell και το τρομερό φινάλε.

Gravity, του Alfonso Cuarón (2013)

Μια επιστήμονας και ένας αστροναύτης βρίσκονται σε αποστολή στο διάστημα, όταν μετά από ένα ατύχημα διακόπτεται η επικοινωνία τους με τη γη και αυτοί πρέπει να βρουν τρόπο να επιβιώσουν. Από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες ταινίες του είδους, άλλοι την αγάπησαν και άλλοι την μίσησαν. Ωστόσο, όλοι συμφώνησαν στο καταπληκτικό τεχνικό αποτέλεσμα, τα εφέ και την δεξιοτεχνία στη σκηνοθεσία, καθώς και στο γεγονός ότι καταφέρνει να σε κρατήσει μέχρι το τέλος, παρόλο που πρόκειται ουσιαστικά για ταινία με μία ηθοποιό!

Interstellar, του Christopher Nolan (2014)

Μερικοί την βρήκαν κουραστική, άλλοι πολύ μπερδεμένη, οι περισσότεροι όμως την βρήκαν μεγαλειώδη. Ο Nolan είναι γνωστός για την τελειομανία του, εδώ όμως ξεπέρασε και τον εαυτό του. Η κεντρική υπόθεση της ταινίας είναι το ταξίδι μιας ομάδας αστροναυτών για την αναζήτηση ενός νέου πλανήτη, καθώς η γη αρχίζει να γίνεται μη βιώσιμη. Μέσα σε αυτήν την ιστορία ο Nolan θα καταφέρει να χωρέσει πολλή περιπέτεια, σκηνές αγωνίας και έντασης, λίγη επιστημονική φαντασία και ταξίδια στο χρόνο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το πιο ισχυρό πράγμα στον κόσμο είναι η αγάπη. Η ταινία φυσικά δε θα ήταν η ίδια αν στο κέντρο όλων αυτών δε βρισκόταν η σχέση πατέρα-κόρης που συνδέει τους δύο πρωταγωνιστές, καθιστώντας έτσι το "Interstellar" την πιο "συναισθηματική" ταινία του Nolan. Το κερασάκι στην τούρτα: το soundtrack του Hans Zimmer.

The Martian, του Ridley Scott (2015)

Ιδού μια ταινία με θέμα το διάστημα που είναι και πρωτότυπη και ελαφρώς χιουμοριστική. Μια ομάδα αστροναυτών πηγαίνει στον Άρη για έρευνα, όμως ένας από αυτούς τραυματίζεται και μένει πίσω - η ομάδα του τον θεωρεί νεκρό. Πώς θα τα καταφέρει να επικοινωνήσει με τη Γη και να επιβιώσει μέχρι να επιστρέψουν για να τον σώσουν; Το ενδιαφέρον και ευρηματικό κομμάτι της ταινίας βέβαια δεν είναι τόσο η διάσωση, όσο η επιβίωση του αστροναύτη σε έναν έρημο και αφιλόξενο πλανήτη. Αρκετά ευχάριστη ταινία - μακάρι μόνο να μην είχε καταφύγει σε υπερβολές και προβλέψιμες εξελίξεις στο τέλος.

Ad Astra, του James Gray (2019)

Το "Ad astra" δεν τα πήγε και τόσο καλά στις κριτικές και στην προτίμηση του κοινού, έχει ωστόσο ενδιαφέρον θέμα και βλέπεται ευχάριστα. Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ένας αστροναύτης αναλαμβάνει μια μυστική αποστολή: να ταξιδέψει στα όρια του ηλιακού συστήματος για να αποτρέψει μια καταστροφή που απειλεί τη γη και να βρει ίσως τον αγνοούμενο πατέρα του. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη ταινία είναι ότι προσπαθεί να δώσει μια φιλοσοφημένη διάσταση στην όλη ιστορία. Οι υπαρξιακές ανησυχίες του πρωταγωνιστή, οι σκέψεις του, η προβληματική σχέση με τη γυναίκα του και με τον πατέρα του μετατρέπουν την ταινία σε κάτι από παραπάνω από ένα συνηθισμένο sci fi. Αν είχε δουλευτεί λίγο καλύτερα το σενάριο και δεν υπήρχαν κάποια κενά στην υπόθεση, θα ήταν τέλεια.

Star Wars Saga (1977-2019)

Φυσικά η απόλυτη σειρά ταινιών με θέμα το διάστημα είναι το Star Wars: μια μεγάλη πολιτική ιστορία με πολλή περιπέτεια, δεκάδες ενδιαφέροντες χαρακτήρες, εξωγήινους και διαστημόπλοια, κυνηγητά σε όλο το σύμπαν, μάχες και φωτόσπαθα, ερωτικές ιστορίες, τραγικούς ήρωες. Εννέα ταινίες, δύο spin-off και μερικές τηλεοπτικές σειρές κινουμένων σχεδίων, πολλά εκατομμύρια στο box office, ένας κινηματογραφικός θρύλος!

Αναδημοσίευση απο το περιοδικο artcoremagazine.gr

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι", της Φωτεινής Τσαλίκογλου

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι", της Φωτεινής Τσαλίκογλου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019)

51 παράξενες κι ασυνήθιστες ιστορίες που μιλούν για τα πιο απλά και συνηθισμένα πράγματα

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό fractalart.gr

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι" είναι αυτό ακριβώς που περιγράφει ο τίτλος του βιβλίου: περιστατικά -πενήντα ένα στον αριθμό- σύντομα σε διάρκεια, παράξενα ως προς το περιεχόμενο, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν ως πρωταγωνίστρια την κυρία Φι.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου σε αυτό της το βιβλίο χρησιμοποιεί το ασυνήθιστο, το απροσδόκητο, το αλληγορικό, για να μιλήσει για τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά, τα πιο αυτονόητα πράγματα. Με την πρώτη ανάγνωση τα περιστατικά μοιάζουν πράγματι παράδοξα - πρέπει να φτάσεις στο τέλος κάθε ιστορίας για να συνειδητοποιήσεις πόσο αληθινά και πόσο συνηθισμένα είναι.

Με αρκετό διάλογο, με έντονη φιλοσοφική διάθεση, με λόγο ποιητικό και με χαρακτήρα αλληγορικό, οι ιστορίες του βιβλίου μιλούν για προβλήματα οικογενειακά, για ζητήματα κοινωνικά, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για το θάνατο και την απώλεια, για τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο καθένας τα προβλήματα του, για την μητρική αγάπη και για τα λάθη των γονέων, για τη δύναμη των λέξεων, για τη φύση των συγγραφέων.

Στο κέντρο των ιστοριών -των περισσότερων τουλάχιστον- η κυρία Φι, η οποία στοχάζεται, αναρωτιέται, φιλοσοφεί, καταλήγει σε συμπεράσματα, δίνει συμβουλές. Προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη του γιου της, άλλοτε ακούει τα προβλήματα των φίλων της, ενώ άλλες φορές έχει αναπάντεχες συναντήσεις με σχεδόν άγνωστους ανθρώπους που της διηγούνται τη ζωή τους.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου μιλά αβίαστα, ελεύθερα, εύκολα για δύσκολα πράγματα, διατηρώντας στο ύφος της την ίδια ηρεμία που έχει η ηρωίδα της στους τρόπους της. Τα περιστατικά μοιάζουν να υπερβαίνουν κάθε λογική, όμως δεν είναι παρά συμβολικά για να ειπωθούν τα πιο λογικά πράγματα. Τα διηγήματα μεταξύ τους δεν έχουν αφηγηματική συνοχή ούτε εντάσσονται σε μια ενιαία θεματική, σκιαγραφούν όμως όλα την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση ιδιαίτερα εύστοχα και διερευνούν τα μεγάλα ζητήματα της ζωής άλλοτε με τρόπο τραγικό και άλλοτε με τρόπο ανάλαφρο.

"Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι" είναι ανοιχτές για πολλές ερμηνείες, θέτουν ερωτήματα, διατυπώνουν απαντήσεις που επιδέχονται σκέψη και συζήτηση, προκαλούν θλίψη και την ίδια στιγμή ευθυμία. Το μόνο σίγουρο ότι είναι άκρως απολαυστικές στην ανάγνωση.

Ανδρέας Μήτσου

«Η τέχνη ανατρέπει βεβαιότητες, δημιουργεί νέους στοχασμούς και σκέψεις, μια καινούργια θέαση του κόσμου»

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

 

Πείτε μου λίγα λόγια για το βιβλίο σας «Η Αστυνόμος» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

          Θα αναφερθώ καταρχάς στη λεγόμενη «υπόθεση», παρόλο που για μένα, η υπόθεση είναι πρόφαση της αφήγησης. Όσοι παρουσιαστές-«εκτιμητές» βιβλίου εξαντλούνται στο δευτερεύον αυτό στοιχείο ενός λογοτεχνικού έργου, το διαχειρίζονται διεκπεραιωτικά και επιπόλαια.

          Υπάρχει, εν πάση περιπτώσει, μια νέα γυναίκα στο μυθιστόρημά μου, αστυνόμος, ανικανοποίητη από τη ζωή και το επάγγελμά της, η οποία παρέχει στον συγγραφέα πατέρα της καίριες πληροφορίες για ιδιάζοντα εγκλήματα, ως συγγραφικό υλικό του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο φιλοδοξεί όμως να καταστεί η ίδια ο συγγραφέας της κάθε ιστορίας, να καταργήσει έτσι την πληκτική ζωή της, να την αναβαθμίσει ποιοτικά, οικειοποιούμενη στην ουσία τη συγγραφική ταυτότητα του πατέρα. Σε συγκεκριμένο μάλιστα ερωτικό έγκλημα, προσδοκά να τον παγιδέψει, ούτως ώστε να τον εμπλέξει στην υπόθεση και να τον καταστρέψει. Υπάρχουν, κατ’ αυτήν, εύλογες αιτίες να μισεί τον πατέρα της.

          Ό,τι επιτυγχάνεται, εν τέλει, από την ασύγγνωστη εμπλοκή τους σ’ αυτή την ερωτική ιστορία, είναι η ταύτιση των δύο τραγικών ηρώων, η ανάδειξη και συνειδητοποίηση της απελπιστικής μοναξιάς τους. Η καταφυγή στην τέχνη της γραφής, σε μία υποκατάστατη πραγματικότητα και μια επίπλαστη ζωή, αποδεικνύεται και για τους δυο μάταιη και ατελέσφορη. Η καθημερινή ζωή απαιτεί την άμεση βίωση.

Το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου σας «Η Αστυνόμος» είναι γυναίκα. Είναι εύκολο ή δύσκολο για έναν συγγραφέα να γράφει για ήρωες του αντίθετου φύλου;

          Γράφοντας, ο δημιουργός το πρώτο που αναιρεί είναι το φύλο του. Τείνει να καταστεί άφυλος, ένας άγγελος. Εάν πείθει με το λόγο, το ύφος, για την αλήθεια του, τότε το έργο καθίσταται τέχνη, ειδάλλως μία εμπρόθετη κατασκευή. Αφού αληθινό είναι ό,τι πείθει για την αλήθεια του. «Γιατί υπήρξα άλλοτε», λέει ο Εμπεδοκλής, «και αγόρι και κορίτσι, θάμνος, πουλί, ψάρι βουβό στη θάλασσα».

          Εύκολο; Τίποτε εύκολο στη γραφή. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο παιδεύτηκα για να φαίνεται πως δεν παιδεύτηκα καθόλου. Ώρες ατέλειωτες ενδοσκόπησης, αϋπνίας, αγωνίας και παιδεμού. Από εβδομήντα χιλιάδες λέξεις η «Αστυνόμος», κατέληξε να μονταριστεί στις σαράντα τέσσερις και οι πεντακόσιες σελίδες να γίνουν διακόσιες σαράντα, με την κάθε μία λέξη να θέλω να καρφώνεται γερά, «να μην την πάρει ο άνεμος», ώστε η ιστορία να αποκαθαρθεί, να κυλάει φυσικά και απλά, κατά «το εικός και το αναγκαίο», γιατί η γραφή, όπως και η ζωή, είναι απλή.

Τι είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο καλό, κατά τη γνώμη σας;

          Το έργο, οιασδήποτε τέχνης, προσφέρει την παραμυθία, την παρηγοριά. Δηλαδή ουσιώδη χρόνο. Ασφαλώς η κάθε τέχνη, και ως τεχνική ακόμη να εκληφθεί, με την αρχική σημασία της λέξης, απαιτεί μύστες και μυημένους. Υπάρχει, δηλαδή, ως αναγκαίος όρος η αναγνωστική επάρκεια. Ένα βιβλίο λογοτεχνίας είναι καλό μόνο όταν προσφέρει σε κάποιον την άφεση, ή κακό όταν «σου τρώει» τον χρόνο. Είμαστε, σε κάθε περίπτωση, η ερμηνεία μας. Κόκκινα τα γυαλιά σου, κόκκινος σου φαίνεται κι ο κόσμος. Καλό για ποιον επομένως, καταφεύγω στον Μπρεχτ.

          Ένα καλό βιβλίο, πάντως, συντελεί στην ανάδυση του αυθεντικού εαυτού, μέχρι να υπερβείς τα καχεκτικά όρια του εγώ σου, αναιρεί τις βεβαιότητές σου, σε ανυψώνει ώστε να φτάσεις στις προοπτικές της φύσης σου. Ένα κακό βιβλίο σε κάνει χειρότερο άνθρωπο.

           «Η καθαρή αλήθεια» του δημιουργού, σε κάθε περίπτωση, δρα ως καταλύτης και καθαρκτική δύναμη εντός μας. Εννοείται, βέβαια, για την λογοτεχνική γραφή, η σιωπή, το ανείπωτο, ο κρυπτικός λόγος και υπαινιγμός. Πως πρέπει να υπονοούνται τα πράγματα, να είναι κρυμμένα και άδηλα και να μην καταδηλώνονται. Αυτό τα καθιστά φυσικά και «φύσις κρύπτεται φιλεί», ως γνωστόν. Το δε έργο, «δεν λέει, είναι!»

            «Τι θέλει να πει ο συγγραφέας;» ρωτάνε ακόμα οι φιλόλογοι. Τίποτε δεν θέλει να πει, απλά το λέει. Κι ο καθένας «ακούει» ό,τι είναι σε θέση να εισπράξει. Όταν, όμως, ακούσει, τότε καθίσταται πραγματικός αναγνώστης, ο ίδιος δημιουργός, ισότιμος ή και ανώτερος ακόμα συνομιλητής του συγγραφέα.

Έχει υποχρέωση ο συγγραφέας να αποτυπώσει στα βιβλία του το στίγμα της εποχής του;

          Ένα γνήσιο κείμενο αποτυπώνει νομοτελειακά «το στίγμα της εποχής του». Ωστόσο, η τέχνη δεν κάνει προπαγάνδα, δεν είναι καλύτερος ο συγγραφέας από τον αναγνώστη, ούτε κολακεύει τις εγκαθιδρυμένες απόψεις του, παρά ανατρέπει βεβαιότητες, δημιουργεί νέους στοχασμούς και σκέψεις, μια καινούργια θέαση του κόσμου.

          Σήμερα στην λογοτεχνική παραγωγή, ελληνική και ξένη, ως επί το πλείστον, είναι ο κανόνας να εστιάζουν, οι δόλιοι συγγραφείς, στα επίκαιρα θέματα, κολακεύοντας το «πολιτικώς ορθό». Αυτοί επιβιώνουν, αυτούς αναδεικνύουν, αυτοί πουλάνε. Ο συγγραφέας εάν δεν είναι ανατρεπτικός σ’ όλες τις εκφάνσεις του, εγώ δεν τον υπολογίζω για συγγραφέα. Η μόνη υποχρέωση του συγγραφέα είναι να καταπραΰνει το θηρίο που «γαυγίζει» μέσα του, να έρθει σε συμφιλίωση, έστω και πρόσκαιρη, με τον εσώτερο εαυτό και να αποστάξει ό,τι πολύτιμο. Τότε θα συντελέσει στην αρμονία, τη δική του και του κόσμου. Και η αρμονία προϋποθέτει τη διαρκή σύγκρουση με την εσώτερη και την εξωτερική πραγματικότητα.

          «Σε τι χρονικά διαστήματα πρέπει να εμφανίζεται ο συγγραφέας;» με ρωτούν, «πόσο χρόνο σου πήρε να το γράψεις το βιβλίο;» Μα αυτό έχει να κάνει με τον δικό μου χρόνο. Τον δικό μου χρόνο καταθέτω. Δεν υπάρχει δηλαδή κοινός χρόνος με κανέναν, παρά μόνον ο ατομικός, αυτός είναι ο πραγματικός χρόνος, συνάρτηση της εμπειρίας, της βίωσης και του βάθους της κάθε ύπαρξης. Κάθε βιβλίο κρίνεται αυτόνομα και ανεξάρτητα από το κάθε προηγούμενο. Ο δε συγγραφέας δεν είναι το ίδιο άτομο μέσα στη χρονική διαδοχή. Πόσο χρόνο καταθέτει κάποιος και πόσος του μένει ακόμα, ποιος δικαιούται να τον μετράει;

          Τέτοιες συμβατικές αντιλήψεις, δυστυχώς, χαρακτηρίζουν το χώρο του βιβλίου. Εάν ένα βιβλίο γοητεύει, ανταμείβει με το χρόνο της γητείας του. Ο συγγραφέας δεν συνιστά μόνιμη ιδιότητα, όταν γράφεις γίνεσαι συγγραφέας. Το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν δικαιούται κανείς να το κρίνει, παρά μόνο το έργο του. Θαυμάζω, επί παραδείγματι, τον σκηνοθέτη Πολάνσκι και την τελευταία ταινία του «Ντρέιφους». Αυτό το έργο μπορώ να κρίνω, δεν με αφορά ο βίος και η πολιτεία του Πολάνσκι. Ούτε καταλογίζω στον Σκορτσέζε, φερ’ ειπείν, την προχωρημένη ηλικία του για να θαυμάσω τον «Ιρλανδό» του. Αφού μαρτυρία της νεότητας του δημιουργού είναι το κάθε ένα έργο του. Αυτό είναι δηλαδή το «πολιτικώς ορθό». Μια μικροαστική χυδαιότητα και ο ρατσισμός.

Τα βιβλία σας έχουν εκτεταμένους διαλόγους. Θα σας ενδιέφερε και το θεατρικό κείμενο;

          Έχω γράψει και σε θεατρικό τον «Κύριο Επισκοπάκη», που έτυχε πολύ καλής υποδοχής. Ανέβηκε στο «104» με τους Κ. Σπερελάκη, Στ. Μάινα, Κ. Καζανά (ο Καζανάς μάλιστα τιμήθηκε για το ρόλο του στο έργο με το Βραβείο Καρόλου Κουν το 2008).

          Αμέτρητους αφηγηματικούς τρόπους μηχανεύεται ο συγγραφέας για να κατορθώσει να εξορύξει όσα αναταράσσονται εντός και αναμοχλεύονται και να απαλλαγεί.

Έχετε γράψει πολλά βιβλία. Αν έπρεπε να καταλήξετε σε μία κεντρική ιδέα, που να αφορά το σύνολο του έργου σας, ποια θα ήταν αυτή;

        «Ό,τι και να πω, κάτι περισσεύει, τρύπια είναι η αγάπη μας και δεν μας προστατεύει», ξέρει τι λέει ο Σαββόπουλος. Σαν την αράχνη, πασχίζουμε να καλύψουμε αυτή την τρύπα, να στήσουμε τον ιστό, να πιάσουμε μέσα τον προσδοκώμενο αναγνώστη, τον σκιαγμένο εαυτό μας.

Ο μεγαλύτερος συγγραφικός σας φόβος;

          Συγγραφικός φόβος όχι, δεν θα το ’λεγα. Ενστερνίζομαι τη θέση πως πρέπει να χρησιμοποιούμε τα μέσα της τέχνης στη ζωή, όχι για να την κάνουμε περισσότερο τέχνη, αλλά περισσότερο ζωή. Και στη ζωή πολλοί φόβοι με περικυκλώνουν ύπουλα. Μ’ αυτούς αντιμάχομαι. Αυτούς προσπαθώ να καταπραΰνω γράφοντας. Εξάλλου, ο φόβος συναρτάται με την αγάπη και την απώλεια. Εάν δεν φοβάσαι τίποτε, δεν είσαι ελεύθερος, δεν σου έχει απομείνει αγάπη μέσα σου. Τίποτε δεν σε νοιάζει.

Τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον;

          Δε σχεδιάζω, δεν είναι του χαρακτήρα μου. «Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός», αυτό το ρητό του Ηρακλείτου ακολουθώ. «Όλα κρέμονται από τη στιγμή».

"Ευστοχία υλικού" του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου

"Ευστοχία υλικού" του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου (Εκδόσεις Ιωλκός, 2018)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό periou.gr

 

"Κουρασμένοι άνθρωποι.

Λάμπες που αργοσβήνουν.

Στραγγισμένη ζωή.

Κατάχρηση φωτός.

Στο σκοτάδι (ελπι)ζουν".

Εικοσιπέντε ποιήματα, μικρά σε φόρμα, λόγος λιτός και κοφτός. Ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος στην "Ευστοχία υλικού" είναι ιδιαίτερα λακωνικός, σχεδόν αυστηρός, και καταφέρνει να συμπυκνώσει το ποιητικό του σύμπαν σε λίγους στίχους, οι οποίοι όμως προκαλούν μεγάλη αίσθηση.

Απαλλάσσοντας εντελώς τη γραφή του από στολίδια και φλυαρίες, ο Στεργιόπουλος διαλέγει τον μικρό στίχο, τις σύντομες προτάσεις, το γρήγορο πέρασμα από ποίημα σε ποίημα. Ο λόγος του καταντά σχεδόν αφοριστικός: ο ποιητής δεν αναρωτιέται, δε θέτει ερωτήματα, περισσότερο φαίνεται να έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα.

"Ας επαναλάβουμε

αυτή την τραγωδία

μπας και βρούμε τον εαυτό μας".

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον επομένως ότι μορφή και περιεχόμενο φαίνονται να ταυτίζονται και να βρίσκονται σε μια σχέση ατελείωτης αλληλεξάρτησης. Η αυστηρή δομή περικλείει κι ένα αυστηρό περιεχόμενο: ο ποιητής, άλλοτε ως παρατηρητής κι άλλοτε ως μέρος ενός συνόλου, ρίχνει ιδιαίτερα σκληρή τη ματιά του στον κόσμο που μας περιβάλλει.

Τι κόσμος είναι αυτός; Ένας κόσμος σε τέλμα ή ακόμα και σε πλήρη αποσύνθεση. Και στο κέντρο αυτού ο άνθρωπος -ο πραγματικός πρωταγωνιστής αυτής της ποιητικής συλλογής- με τις αδυναμίες του, τα πάθη του, την αναβλητικότητα του, την λιποψυχία του, κουρασμένος και σε απόλυτη παραίτηση, που δεν έχει ούτε τη δύναμη ούτε τη διάθεση να προχωρήσει σε κάποια αλλαγή. Γι' αυτό και η ποίηση του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου μπορεί να διαβαστεί και ως υπαρξιακή, αλλά και ως κοινωνική. Ή μάλλον, ακόμα καλύτερα, είναι κοινωνική μέσα από ένα υπαρξιακό πρίσμα.

"Ετερόφωτες υπάρξεις,

αδύναμες,

τρέμουν, αργοσβήνουν,

πασχίζουν να κρατήσουν το δανεικό φως.

Θάνατος και ξανά θάνατος".

Ποιος είναι ο ρόλος του ποιητή μέσα σε όλα αυτά; Απλώς να καταγράψει, να επισημάνει, να επιστήσει την προσοχή. Να κάνει το κατηγορώ του. Το εγώ απουσιάζει εντελώς από τη συλλογή˙ αντιθέτως, το εμείς και το εσύ είναι διαρκώς παρόντα, καθώς τα περισσότερα ποιήματα είναι γραμμένα σε πρώτο πληθυντικό ή σε δεύτερο ενικό. Ο ποιητής πάντως ούτε ελπίζει ούτε απελπίζεται, ούτε παρακινεί ούτε κρίνει. Το χρέος του αρχίζει και τελειώνει στην ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας.

"Με το πουκάμισο

του φιδιού μάς έντυσαν.

Γι' αυτό σερνόμαστε

σ' ένα βουνό άπειρων εγώ".

Ο ποιητής φαίνεται να ξέρει την αξία και τη δύναμη των λέξεων κι αυτή είναι μία έννοια που επανέρχεται ξανά και ξανά στους στίχους. Όπως και το δίπολο φως-σκοτάδι, που εμφανίζεται συνεχώς με καινούργιες μορφές και με διαφορετικές αιτίες και μοιάζει να συμπυκνώνει πολλές φορές τη βαθύτερη σκέψη του ποιητή.

"Είδα ένα κομμάτι φως

να τρέχει.

Άκουσα το σκοτάδι του".

Η "Ευστοχία υλικού" είναι μια σκληρή ποιητική συλλογή, που καταφέρνει όμως να αποφύγει τις δραματικές εξάρσεις και υπερβολές και να διατηρήσει ένα νηφάλιο και λιτό προφίλ. Γι' αυτό ακριβώς οι στίχοι ασκούν τόση δύναμη στον αναγνώστη, με αποτέλεσμα να μπορεί να διαβαστεί ξανά και ξανά.