Εύα Μαθιουδάκη-Κωστής Σχιζάκης

Η Εύα Μαθιουδάκη και ο Κωστής Σχιζάκης μιλούν στο vakxikon.gr για το βιβλίο τους "Ο Φταίχτης" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019), για την μεταξύ τους συνεργασία και για την ελληνική λογοτεχνία στον καιρό της κρίσης. 

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το vakxikon.gr

Μιλήστε μου για το βιβλίο σας που κυκλοφόρησε πρόσφατα -από τις Εκδόσεις Καστανιώτη- "Ο Φταίχτης".

Ε.Μ. Θα το χαρακτήριζα ως κοινωνικό δράμα "εποχής", εφόσον η δεκαετία του ’70 φαντάζει ακόμη και για εμάς τους μεγαλύτερους πολύ μακρινή. Πρόκειται για  πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που διαθέτει πολλά συστατικά κινηματογραφικής ταινίας και θα μπορούσε με μεγάλη ευκολία να μετατραπεί ακόμη και τηλεοπτική σειρά, χωρίς να υστερεί σε λογοτεχνική αξία καθώς μας λένε. Το ότι πρόκειται για μυθιστόρημα δυο συγγραφέων δημιουργεί τόσο προσδοκίες όσο και ερωτήματα, δεδομένου ότι από τη φύση της η συν-συγγραφή είναι δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα. Το πόσο επιτυχημένη είναι αυτή η προσπάθεια θα μας το πείτε εσείς και το αναγνωστικό κοινό.

Κ. Σ. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ σπουδαίο. Είναι ένας ποταμός, μια θάλασσα άλλοτε ήρεμη κι άλλοτε φουρτουνιασμένη που μπήκε στη ζωή μου απροσδόκητα κι ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα. Με συντάραξε η γραφή καθώς και η συνεργασία με την Εύα.  Ακόμα κι όταν ολοκληρώθηκε στο σημείο που προχώρησε η έκδοσή του δεν μπορούσα να απαλλαγώ απ' αυτό. Οι ήρωες του με βασάνιζαν κι ήθελαν να βγουν και να αιτιολογήσουν  ο καθένας τη δική του συμμετοχή, τη δική του αλήθεια, το δικό του τέλος. Ευτυχώς, τη δυναμική αυτή που με κατέκλυσε στην κυριολεξία την έβγαλα σε δύο ακόμα μυθιστορήματα αμέσως μετά. 

Το βιβλίο σας μοιάζει με ένα είδος "μωσαϊκού", όπου θίγονται θέματα κοινωνικά, ζητήματα ψυχικής υγείας, ερωτικά, υπαρξιακά, και όλα αυτά τοποθετημένα στην Ελλάδα του '70. Ο δικός σας στόχος ποιος ήταν; Να περιγράψετε μια εικόνα της Ελλάδας που έχει περάσει; Να γράψετε ένα μυθιστόρημα κοινωνικό; Να βρείτε ίσως τα ψυχολογικά αίτια πίσω από τις αντιδράσεις των ανθρώπων;

Ε.Μ. Όλα αυτά βέβαια που αναφέρετε βρίσκονται στο βιβλίο και πολύ σωστά το χαρακτηρίζετε ως μωσαϊκό. Ταιριάζει και στην δεκαετία του '70 ! Αλλά ξέρετε αυτό το περίβλημα, το περιτύλιγμα κτίστηκε σταδιακά, σχεδόν αυθόρμητα, για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, για να κλιμακώσει την πλοκή ή και να χαλαρώσει τον αναγνώστη. Όμως η βασική σκέψη ήταν να περιγράψουμε πώς μεταφέρεται το "κακό" από γενιά σε γενιά, πώς διαιωνίζεται μέσα από προσωπικά και οικογενειακά αδιέξοδα. Το ότι το μυθιστόρημα αποτυπώνει με ιδιαίτερο ρεαλιστικό τρόπο τη μετάβαση μιας αγροτικής κοινωνίας προς την αστικοποίηση της, αυτό βέβαια έθεσε το σωστό κοινωνικό πλαίσιο για να κινηθούν και οι ήρωες μας σε αυτό.

Κ. Σ. Όλα μαζί και το καθένα που θίγετε χωριστά. Και νομίζω ότι όλα αυτά ήρθαν στην επιφάνεια, δεν έχει σημασία με ποια σειρά,  θίχτηκαν δε με τον καλύτερο τρόπο στις σελίδες του βιβλίου. Βοήθησε πολύ ομολογουμένως στο εγχείρημα αυτό ο ρομαντισμός της Εύας που ταίριαξε απολύτως κι αλάφρυνε την ωμότητα των δικών μου περιγραφών. Πιστέψτε με ότι αυτό έγινε συνειδητά και οι αληθοφανείς σκηνές του δράματος, τουλάχιστον εμένα, με συγκλόνισαν σε μέγα βαθμό κατά τη διάρκεια της γραφής του. Σήμερα νιώθουμε μιαν ικανοποίηση διαπιστώνοντας ότι αυτό πέρασε στο αναγνωστικό κοινό που διάβασε τον "Φταίχτη" και το επικρότησε τελικά όπως δείχνουν οι συζητήσεις περί αυτού.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας; Και με ποιον τρόπο μπορούν να συνυπάρξουν δύο δημιουργοί σε μια τόσο …"ατομική" διαδικασία;

Ε.Μ. Δημιουργήσαμε θα έλεγα με τον Κωστή Σχιζάκη με σχετική ευκολία, τέμπο και δημιουργικό πνεύμα, τον βασικό κορμό του μυθιστορήματος, το οποίο σε δεύτερο στάδιο επιμελήθηκα και δούλεψα μόνη μου, δημιουργώντας συνδετικούς αρμούς όπου χρειάζονταν, σεβόμενη βέβαια τα κείμενα και το ύφος του Κωστή Σχιζάκη στο πλαίσιο του δυνατού. Βίωσα δηλαδή τη χαρά της πνευματικής γενναιοδωρίας και συνύπαρξης, αλλά και την αναπόφευκτη μοναχική πορεία της ενοποίησης και επεξεργασίας των κειμένων μας, πράγμα  απαραίτητο για ένα μυθιστόρημα. Μια διαδικασία που θα ήταν αδύνατο να γίνει από δύο συγγραφείς, λαμβάνοντας υπόψη μας και την θάλασσα που χώριζε τους δύο υπολογιστές μας, μιας και ο Κωστής ζει μόνιμα στην Κρήτη, ενώ εγώ πάλι την επισκέπτομαι σπάνια. 

Κ. Σ. Α ναι... Είναι απίστευτο. Ξέρετε, εγώ έχω ένα Μουσείο. Μια φωλιά στην Κρήτη, στο Ηράκλειο, όπου γίνονται διάφορα μαγικά πράγματα.  Συνήθως κάνω εκθέσεις ζωγραφικής.  Ανάμεσα στους επισκέπτες των εγκαινίων της έκθεσης με τίτλο "Έρως -Ήρως", ήταν και η Εύα μαζί με την παιδική μου φίλη που τη συνόδευε. Εκεί μου συστήθηκε ως συγγραφεύς κι από κει άρχισε η γνωριμία μας κι ακολούθησε η συνεργασία. Σε ό,τι αφορά την ατομικότητα της γραφής, θα έλεγα ότι δεν εθίγη στο παραμικρό. Δεν θα μπορούσε εξάλλου. Αφενός η απόσταση κι αφετέρου ο σεβασμός βοήθησαν την κοινή προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της. Το αποτέλεσμα το κρίνετε εσείς.

Σε ποια σημεία του βιβλίου μπορεί να "διαβάσει" κανείς την Εύα Μαθιουδάκη και σε ποια τον Κωστή Σχιζάκη;

Ε.Μ. Α, ο Κωστής συνεισέφερε σε πολλά. Κυρίως στην πλοκή, αλλά και στα πιο δύσκολα σημεία εντάσεως και κλιμάκωσης του έργου. Ο Κωστής έδωσε σημαντικές νατουραλιστικές πινελιές στο έργο, ενώ εγώ τις πλέον λυρικές. Το σημαντικό είναι ότι δέσαμε και καταφέραμε να φτάσουμε την ιστορία μας, που ξεκίνησε ως πείραμα, μέχρι το τέλος. Τον ευχαριστώ πολύ και από εδώ.

Κ. Σ. Η σωστή απάντηση είναι σε όλα. Κι αυτό το λέω μετά λόγου γνώσεως δεδομένου ότι  δε θα συνέχιζα κάτι από μόνος μου αν δεν λάμβανα το κείμενο που να προσδιορίζει την οποιαδήποτε συνέχεια του έργου από την Εύα. Ανεξαρτήτως αυτού αν θα ήθελε κάποιος να επιμείνει σε παρόμοιες διακρίσεις θα πρέπει να ξεχωρίσει το ύφος των κειμένων. Μόνον  σε αυτό μπορεί να διακρίνει κάτι. Ο ρομαντισμός, η τάση ή η ροπή αν θέλετε προς την λυρικότητα των περιγραφών, η λεπτομέρεια στην αφήγηση, είναι της Εύας. 

Πιστεύετε στον κοινωνικό ρόλο της λογοτεχνίας; Μπορούν τα βιβλία να διαμορφώσουν συνειδήσεις;

Ε.Μ. Μα βέβαια! Διάβαζα πρόσφατα την ρήση της Virginia Woolf ότι η βύθιση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο εξαλείφει το εγώ και μας ενώνει με αιώνια δεσμά με έναν άλλο νου… Ναι, αν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες του πάθους προς το βιβλίο, τότε τα βιβλία μπορούν να διαμορφώσουν συνειδήσεις, να αλλάξουν ακόμη και την πορεία της ίδιας μας της ζωής.  

Κ. Σ. Θα μπορούσα να το πιστέψω και να το υιοθετήσω ακόμα. Πόσα και πόσα βιβλία δε σμίλεψαν τη σκέψη μας και δεν παραδειγμάτισαν πολλές μας αποφάσεις. Δεν θα επεκταθώ. Είναι τεράστιο θέμα και θα μπορούσαμε να μιλάμε επί μέρες ολόκληρες.

Τι χρειάζεται η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Τοποθετώντας την μέσα στο παγκόσμιο λογοτεχνικό σύνολο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε ικανοποιητική ποιοτικά παραγωγή;

Ε.Μ. Χρειάζεται ίσως εξωστρέφεια και μια πιο οικουμενική επιλογή της θεματολογίας της. Δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού «Καινούρια μέρα», από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, που βραβεύθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματεύεται το περιθώριο: άστεγοι, μαφία, αλητεία, ναρκωτικά, νεοναζισμός. Θέματα που απασχολούν έντονα την παγκόσμια κοινότητα πέρα από τα λοιπά χαρίσματα του ίδιου του εξαιρετικού αυτού μυθιστορήματος. Αυτό βέβαια ως παράδειγμα, αν και θεωρώ ότι παραμένουμε μια εσωστρεφής κοινωνία, ασχέτως αν η παγκοσμιοποίηση έχει τρυπώσει από την πίσω πόρτα χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί.

Κ. Σ. Δύσκολο να απαντήσει κανείς. Ιδιαίτερα αν λάβει υπόψη του την σημερινή. Όχι, δεν πάει καλά. Καθόλου καλά. Δεν είναι το πλήθος των εκδόσεων, είναι το ανόητο σχεδόν των θεμάτων κι επιπροσθέτως το αδιάφορο. Ας προσθέσω και την έλλειψη γνώσεως της γραφής. Έχουν δημιουργηθεί ένα σωρό σχολές γραφής, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχω δει και κάποιο αποτέλεσμα που να με ενθουσιάσει ή έστω να πω ότι κάτι γίνεται καλύτερο. Δεν είμαι ευχαριστημένος.

Με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι έχει επηρεάσει η ελληνική κρίση τη λογοτεχνία; Όχι από άποψη πωλήσεων, αλλά από άποψη παραγωγής και θεματολογίας.

Ε.Μ. Η κρίση ενίσχυσε την παραγωγή νέων βιβλίων, κυρίως διηγημάτων ή και πολύ μικρών διηγημάτων (μπονζάι), περισσότερο ως κραυγή, ως διαμαρτυρία στα τόσα δύσκολα που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια και έφερε κατά την άποψη μου στο προσκήνιο νέους και πολλά υποσχόμενους συγγραφείς. Παρολ' αυτά δεν θεωρώ ότι υπάρχει λογοτεχνία της κρίσης, υπάρχει μόνο καλή και κακή λογοτεχνία.

Κ. Σ. Πιστεύω ότι τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν φτάσει στην επιφάνεια ακόμα. Ίσως τα δούμε στην επόμενη δεκαετία. Πρέπει να χωνευθούν αρκετά και η κρίση δεν έχει περάσει ακόμα. Πιστεύω ότι θα φτάσει στην ακμή της τα επόμενα δύο-τρία χρόνια. Δεν βλέπετε ότι ο τραπεζικός μηχανισμός  βρίσκεται πληγωμένος κι ως τρόπο επούλωσης ψάχνει στους πλειστηριασμούς να βρει γιατρειά; Δε βλέπετε τις μεθοδεύσεις που έκαναν οι προηγούμενοι κυβερνήτες κατ' εντολή τους συστήματος προκειμένου να αδρανοποιήσουν οποιαδήποτε αντίσταση κατ' αυτών επινοώντας τα ηλεκτρονικά συστήματα ώστε τα ακίνητα να αλλάζουν χέρι δίχως να καταλαβαίνει ουδείς το τι και πώς; Τώρα, όσον αφορά τους ρυθμούς των εκδόσεων, τι να σας πω… Ο χορός καλά κρατεί. Και έχει απ' όλους τους ρυθμούς η πίστα.

Σύμφωνα με έρευνες, οι Έλληνες δε διαβάζουν αρκετά! Πώς θα μπορούσε, κατά τη γνώμη σας, να αλλάξει αυτό -εφόσον θα είχε νόημα να αλλάξει;

Ε.Μ. Ναι, η μαγιά των ανθρώπων που διαβάζει είναι μικρή. Ότι στην νοοτροπία μας δεν είναι το βιβλίο με την έννοια ενός paperback που επιλέγουμε μαζί με την εφημερίδα μας, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο οπισθόφυλλο, λίγο πριν μπούμε στο τρένο, το λεωφορείο ή το αεροπλάνο, αυτό είναι βέβαιο. Φυσικά η κρίση, η τεχνολογία μέσω της εύκολης πρόσβασης σε εικόνα και ήχο επιδείνωσαν αυτή την πραγματικότητα. Και μια που από το σπίτι πολλοί λίγοι θα πάρουν αυτό το μικρόβιο της ανάγνωσης, μια πρόταση θα ήταν να εισαχθεί ως σχολική δραστηριότητα η δημιουργική ανάγνωση και όχι απαραίτητα μόνο με λογοτεχνικά αναγνώσματα αλλά σε πλέον διεπιστημονική βάση όπως: ιστορία, ιστορία της τέχνης, ή και φυσική και φιλοσοφία. 

Κ. Σ. Δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Θεωρώ ότι το έχεις ή δεν το έχεις.  Δεν είναι απλό να μετατραπείς σε αναγνώστη αν αυτό δεν σε ελκύει, αν δεν έχεις έφεση να το κάνεις. Υπάρχουν ευτυχώς οι φανατικοί αναγνώστες. Η φίλη μου στην Κρήτη διαβάζει ημερησίως τετρακόσιες σελίδες και τις θυμάται. Δε διαβάζει δηλαδή αφηρημένα διότι υπάρχει κι αυτό. Γονείς κυρίως και σχολείο μόνον μπορούν να διαμορφώσουν μια θετική άποψη περί του βιβλίου και γενικότερα της ανάγνωσής του.

Λογοτεχνικά σχέδια για το μέλλον;

Ε.Μ. Συνεχίζω τις μεταφράσεις κλασσικών γερμανικών ποιημάτων μιας ανθολογίας για έφηβους και προχωρώ ένα καινούριο μυθιστόρημα.

Κ. Σ. Ήδη είναι έτοιμες οι παιδικές ασθένειες και περιμένουν να λήξει ο ένας χρόνος από την κυκλοφορία του "Φταίχτη" για να πάρουν σειρά. Επίσης, βρίσκομαι στις διορθώσεις του Παλαιοπωλείου, το οποίο επίσης έχει ολοκληρωθεί δίχως να γνωρίζω πότε θα μπορέσει να δει το φως του. Ακόμα, διορθώνω μια μικρή σειρά ποιημάτων που άρχισα το περασμένο καλοκαίρι κι επεξεργάζομαι ακόμα την τελική τους μορφή. Οι στίχοι αυτοί αρχικά ήταν γραμμένοι στην ιταλική γλώσσα και συνόδευαν μια αρκετά μεγαλύτερη προσπάθεια εκ μέρους  μιας φίλης που θέλησε επίσης να συνεργαστούμε. Δυστυχώς διαφώνησα με την μεταφράστρια κι έκτοτε, απελευθερωμένος από τις απαιτήσεις της ρίμας, προχώρησα μόνος μου. Βλέπετε, είναι δύσκολο να ταιριάξεις με κάποιον στη γραφή και για τούτο είναι επίτευγμα η δημιουργία με την Εύα.

Ανασκόπηση 2010-2019: Πόσο άλλαξαν οι ζωές μας την τελευταία δεκαετία;

Υπάρχουν περίοδοι στην παγκόσμια ιστορία που είναι πιο υποτονικές, πιο αδιάφορες αν θες, που κυλούν αργά, που ο κόσμος προχωρά σχετικά ομαλά. Και υπάρχουν και περίοδοι που συμπυκνώνουν μέσα τους σαρωτικές αλλαγές, που σπρώχνουν την πορεία του κόσμου σε άλλη κατεύθυνση, που διαμορφώνουν ένα εντελώς διαφορετικό αύριο από αυτό που είχαμε φανταστεί. Η δεκαετία που αυτή τη στιγμή φτάνει στη δύση της ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

Ήταν ακριβώς το 2010 όταν είδαμε στις οθόνες μας τον τότε Πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου να φέρνει στην Ελλάδα το πρώτο μνημόνιο. Και κάπως έτσι ξεκίνησε επισήμως η ελληνική κρίση, που μας έκανε να αποχαιρετίσουμε (για πάντα;) τον ξέφρενο τρόπο ζωής με τα μπουζούκια, τα ακριβά αυτοκίνητα και τους αμέτρητους διορισμούς στο δημόσιο. Η οικονομική κρίση δεν άλλαξε απλώς τον τρόπο που ζούμε, αλλά μας έφερε μπροστά στην κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος αξιών μας: ιδιόκτητο ακίνητο, εξοχικό, αυτοκίνητο, σταθερή δουλειά, ρούχα μάρκας, ακριβό κινητό, διακοπές το καλοκαίρι στα ελληνικά νησιά και τον χειμώνα στα ελληνικά βουνά.

Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι η ασύλληπτη ευημερία των προηγούμενων ετών μας είχε αφήσει τόσο φτωχούς πνευματικά που το πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε μπροστά στα νέα δεδομένα δεν ήταν μόνο πρακτικό, αλλά και ψυχολογικό. Βυθιστήκαμε σε κατάθλιψη, όχι μόνο για τα αντικειμενικά προβλήματα που προέκυψαν, αλλά και γιατί δεν μπορούσαμε πλέον να ακολουθήσουμε τον προηγούμενο ξέγνοιαστο τρόπο ζωής μας. Η δε γενιά των σημερινών 30 plus που τότε ήταν έτοιμη να αναλάβει τα ηνία μπορούμε να πούμε ότι κατά κάποιον τρόπο καταστράφηκε: βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη μπροστά στις νέες συνθήκες και αφέθηκε να την πάρει το ρεύμα.

Το παράδοξο με την δεκαετία της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι βρεθήκαμε φτωχοί και κατ' επέκταση στάσιμοι σε μια εποχή που η παγκόσμια τεχνολογική ανάπτυξη υπήρξε ραγδαία. Μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι δεν εκμεταλλευτήκαμε καθόλου τις νέες δυνατότητες του διαδικτύου για να βγούμε από το εργασιακό μας τέλμα, αλλά παρόλ' αυτά πέσαμε με τα μούτρα στο ίντερνετ. Η δεκαετία αυτή μάς έφερε τα smart phones και τα social media και εμείς ενημερωνόμαστε, επικοινωνούμε και διασκεδάζουμε μέσα από την οθόνη του κινητού μας. Δίπλα στους πραγματικούς μας εαυτούς υπάρχουν πλέον και οι ψηφιακοί, που σε άλλες περιπτώσεις ταυτίζονται μεταξύ τους και σε άλλες αποκλίνουν.

Είναι προφανές ότι τις τελευταίες δεκαετίες οι δυτικές κοινωνίες έχουν ως κέντρο τους τον άνθρωπο, τάση που εντάθηκε και βρήκε την πλήρη της εφαρμογή χάρη στα social media. Η αυτοπροβολή μας και ο εγωκεντρισμός μας έχουν χτυπήσει κόκκινο μιας και πλέον όλοι έχουμε φωνή που ακούγεται και είμαστε εν δυνάμει celebrities χωρίς ουσιαστικά να κάνουμε τίποτα.

Παρόλο που η κρίση δεν έφερε τελικά μια μεγάλη κοινωνική επανάσταση (επανάσταση με την ευρεία έννοια του όρου) και μας έκανε περισσότερο μίζερους παρά μαχητικούς και αντιδραστικούς, οι κοινωνικές -αλλά και οι πολιτικές- αναταραχές ήταν πιο έντονες από ποτέ. Αυτό φαίνεται όχι μόνο από τα επεισόδια που συμβαίνουν στην πρωτεύουσα κατά καιρούς, αλλά από τις τεράστιες αλλαγές στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού: το ΠΑΣΟΚ πήρε την κατιούσα, εκλέχτηκε για πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση, η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή. Αντιστοίχως διαμορφώθηκαν διάφορες ιδεολογίες, που απελευθέρωσαν ακραίες φωνές και δημιούργησαν βαθιά χάσματα (οι εκπρόσωποι όλων αυτών ξεκατινιάζονται κάθε μέρα στο facebook).

Η πολιτική και κοινωνική αυτή αναταραχή φυσικά δεν είναι εγχώρια υπόθεση, αλλά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με μια παγκόσμια αναταραχή, καθώς παραπλήσια φαινόμενα συμβαίνουν σε όλον τον κόσμο. Με τις ισορροπίες να μπορούν να διασαλευτούν ανά πάσα στιγμή (και δεν ήταν λίγες οι φορές που κόντεψε να συμβεί αυτό), ήρθε ως αποκορύφωμα και ο πόλεμος στη Συρία, τον αντίκτυπο του οποίου δεχτήκαμε κι εμείς με τους χιλιάδες πρόσφυγες που έφτασαν στη χώρα μας. Το αποτέλεσμα για εμάς; Μεταξύ άλλων, ακόμα μεγαλύτερη πόλωση απόψεων.

Κι ενώ φτάσαμε παγκοσμίως σε έντονες ιδεολογικές ακρότητες, αναπτύχθηκε παράλληλα μια τάση επιβολής της δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, το politically correct. Δεν είναι ανεκτό πλέον να μειώνονται και να προσβάλλονται άνθρωποι για τα κιλά τους, τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις, την καταγωγή τους, το χρώμα τους, κοντολογίς έχει ξεκινήσει ένα ισχυρό κύμα αποδοχής και σεβασμού της διαφορετικότητας. Σε όλα αυτά ήρθε και κούμπωσε το 4ο κίνημα φεμινισμού, ενώ παράλληλα η ΛΟΑΤΚΙ Κοινότητα διεκδικεί πιο έντονα από ποτέ τα δικαιώματα της.

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια είμαστε πιο ευαισθητοποιημένοι σε θέματα για τα οποία πριν δεν πολυνοιαζόμασταν και ότι προσπαθούμε να τηρήσουμε μια πιο υπεύθυνη στάση. Φροντίζουμε περισσότερο την υγεία μας, σεβόμαστε το περιβάλλον, προστατεύουμε τα ζώα, προσπαθούμε να έρθουμε σε πιο στενή επαφή με τη φύση. Όλα αυτά φαίνονται από τους νόμους που αφορούν την προστασία των ζώων, από το κίνημα του βιγκανισμού, από τους αυστηρούς κανονισμούς για τους χώρους εργασίας ή τις προδιαγραφές προϊόντων, ακόμα και από τον αντικαπνιστικό νόμο ή από την ευρύτερη χρήση ποδηλάτου, ενώ έχουν γίνει πιο ισχυρές από ποτέ οι φωνές για την επιτακτική ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος.

Η δεκαετία του 2010 υπήρξε μια δεκαετία ραγδαία στην εξέλιξη της και με πολύ έντονες και γρήγορες ζυμώσεις. Η ταχύτητα αυτή -σε συνδυασμό πάντα με την ευρύτατη χρήση του ίντερνετ και των social media- έδωσε έναν πιο γρήγορο ρυθμό ακόμα και στην ίδια μας τη ζωή, ακόμα και στην καθημερινότητα μας. Η πληροφόρηση (και η παραπληροφόρηση) ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα (για να μην πω ότι γίνεται σχεδόν live), η επικοινωνία μας χάρη σε κινητό, social media, viber και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο είναι αμεσότατη, οι δραστηριότητες της καθημερινότητας μας (εξόφληση λογαριασμών, αγορές) μπορούν να γίνουν εύκολα και γρήγορα από το ίντερνετ.

Η ταχύτητα αυτή, ο ανταγωνισμός στις προσφερόμενες υπηρεσίες, η υπερπληθώρα πληροφοριών και επιλογών σε όλους τους τομείς μάς έκανε πιο απαιτητικούς, πιο υπερβολικούς και, το κυριότερο, πιο ανυπόμονους. Θέλουμε το γρηγορότερο ίντερνετ στο κινητό, πίνουμε βιαστικά καφεδάκια στα αμέτρητα stand up καφέ που έχουν ανοίξει, δεν έχουμε την υπομονή να ακούσουμε έναν ολόκληρο δίσκο αλλά πεταγόμαστε από τραγούδι σε τραγούδι στο youtube - ακόμα και οι (καταπληκτικές) σειρές που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια μάς κάνουν όλο και λιγότερο απρόθυμους να δούμε μια ολόκληρη δίωρη ταινία.

Τελικά τι μας έμεινε από αυτήν την δεκαετία (εκτός από τις χιλιάδες selfie στο κινητό); Η σκοτεινιά της μας ρούφηξε ή μας έδωσε ώθηση για δημιουργία και εξέλιξη; Οι κυρίαρχες ιδεολογίες μας ανάγκασαν να διαλέξουμε στρατόπεδο, διαμόρφωσαν τη σκέψη μας, ή επαναπαυτήκαμε στις θεωρίες συνωμοσίας; Ωριμάσαμε; Γίναμε σοφότεροι; Καταφέραμε να βρούμε μια θέση σε έναν χαώδη κόσμο που κινείται ιλιγγιωδώς; Και το κυριότερο: είμαστε προετοιμασμένοι για αυτό που έρχεται; Το οποίο, πρέπει να παραδεχτούμε αν δε θέλουμε να ζούμε με αυταπάτες, δε φαίνεται καθόλου ελπιδοφόρο.

Περιοδικό Ser-Free τ. 55, Δεκέμβριος 2019

10 ελληνικές ταινίες της δεκαετίας 2010-2019 που είδαμε και αγαπήσαμε

Σε μια χώρα που βιώνει μια βαθιά οικονομική κρίση, το μόνο σίγουρο είναι ότι ο εγχώριος κινηματογράφος περνά δύσκολες ώρες. Παρόλ' αυτά, το ελληνικό σινεμά τη δεκαετία 2010-2019 μας χάρισε πολύ καλές ταινίες, που γνώρισαν επιτυχία τόσο στις αίθουσες όσο και σε φεστιβάλ. Ιδού μερικές από αυτές που μας έκαναν να γελάσουμε, να δακρύσουμε, να μείνουμε αισιόδοξοι για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου.

"Νήσος 2 - Το κυνήγι του χαμένου θησαυρού", του Αντώνη Αγγελόπουλου (2011)

Αρκετές κωμωδίες έχει να επιδείξει το ελληνικό σινεμά τα τελευταία χρόνια: από αυτές άλλες αποτελούν remake παλιών ελληνικών ταινιών, άλλες βασίζονται στο εύκολο και προφανές χιούμορ και άλλες στοχεύουν σε ένα πιο έξυπνο concept. Το "Νήσος 2" ανήκει στην τρίτη κατηγορία. Αξιοπρεπές sequel που δεν κατέστρεψε την ανάμνηση της πρώτης ταινίας, ωραίες ερμηνείες, σπιρτόζικο story, χαριτωμένες ανατροπές και αρκετές καλές στιγμές ώστε να την απολαμβάνεις καθόλη τη διάρκεια της.

"Μικρά Αγγλία", του Παντελή Βούλγαρη (2013)

Από τις καλύτερες σκηνοθετικές δουλειές του Παντελή Βούλγαρη και από τις πιο προσεγμένες παραγωγές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Στην Άνδρο του '30, η Μίνα δεν παντρεύει την κόρη της, Όρσα, με τον υποπλοίαρχο Σπύρο, με τον οποίο είναι ερωτευμένη, αλλά με τον καπετάνιο Νίκο. Όταν ο Σπύρος γίνει καπετάνιος, θα ζητήσει το χέρι της άλλης κόρης της, της Μόσχας, και η Μίνα θα δεχτεί… Πολύ δράμα (αλλά όχι μελόδραμα), εξαιρετική απεικόνιση της ζωής των ναυτικών αλλά και της καθημερινότητας ενός νησιού τη δεκαετία του '30, καταπληκτικές ερμηνείες, άψογη φωτογραφία. Αριστουργηματικό από όλες σχεδόν τις απόψεις.

"Miss Violence", του Αλέξανδρου Αβρανά (2013)

Ένα 11χρονο κορίτσι αυτοκτονεί την ημέρα των γενεθλίων του. Όσο η αστυνομία και η κοινωνική πρόνοια ψάχνουν να βρουν τα αίτια, ένα φοβερό μυστικό φαίνεται να παραμένει κρυμμένο στην οικογένεια. Βαριά ατμόσφαιρα, κλειστοφοβική αίσθηση, σοκαριστική υπόθεση, πολύ δυνατό φινάλε - και μια ιδιαίτερα προσεγμένη σκηνοθεσία, κατάλληλη για να προκαλέσει όλα τα παραπάνω. Το "Miss Violence" εστιάζει στον μικρόκοσμο μιας οικογένειας -και κατ' επέκταση ολόκληρης της κοινωνίας- χωρίς διάθεση για ωραιοποίηση, υπερβολές και περιττά στολίδια.

"Xenia", του Πάνου Κούτρα (2014)

Από τις καλύτερες κινηματογραφικές στιγμές της δεκαετίας. Δύο αδέρφια με μητέρα Αλβανίδα αναζητούν τον Έλληνα πατέρα τους με την ελπίδα να εξασφαλίσουν χρήματα και την ελληνική ιθαγένεια. Έτσι ξεκινούν ένα περιπετειώδες ταξίδι που θα τα οδηγήσει παράλληλα στην αυτογνωσία τους. Ταινία που θίγει πάρα πολλά κοινωνικά ζητήματα -ρατσισμός, ομοφυλοφιλία, μεταναστευτικό- και τα παρουσιάζει με γλαφυρό ρεαλισμό, αφήνοντας παράλληλα χώρο για χιούμορ, αθωότητα και λίγο σουρεαλισμό. 

"Ένας άλλος κόσμος", του Χριστόφορου Παπακαλιάτη (2015)

Μπορεί ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης να έχει φανατικούς… haters, αλλά κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει στο ότι καταφέρνει να κάνει ταινίες ελκυστικές που αφορούν σχεδόν τους πάντες. Σε αυτήν την δεύτερη σκηνοθετική του δουλειά παρουσιάζει τρεις διαφορετικές ιστορίες -φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους- μέσα από τις οποίες μιλά για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, για το προσφυγικό ζήτημα, για τον ρατσισμό, για τις κοινωνικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών στη χώρα μας. Ταινία που βλέπεται με ενδιαφέρον και που κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή των πιο εμπορικών ταινιών της δεκαετίας στην Ελλάδα - τουλάχιστον μέχρι να έρθει το "Joker" και να την ρίξει από την πρώτη θέση.

"Τετάρτη 4:45", του Αλέξη Αλεξίου (2015)

Ταινία που της άξιζε ακόμα μεγαλύτερος ντόρος - αν και στα βραβεία έσκισε. Ο Στέλιος Μάινας έχει 32 ώρες διορία για να βρει τα λεφτά που χρωστάει σε έναν Ρουμάνο γκάνγκστερ, αλλιώς θα πρέπει να του παραχωρήσει το νυχτερινό του μαγαζί. Μια σκοτεινή διαδρομή στον υπόκοσμο της Αθήνας, μια ταινία γεμάτη ένταση, αγωνία, βία, δράμα και λύτρωση, με νεο-νουάρ αισθητική και με απόλυτα στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία που παραπέμπει σε ασιατικές και αμερικάνικες ταινίες του είδους. Είναι σχεδόν απίστευτο να υπάρχει γκανγκστερική ταινία στην Ελλάδα και μάλιστα τόσο καλή.

"Όχθες", του Πάνου Καρκανεβάτου (2015)

Στο ποτάμι του Έβρου, στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας, ο Γιάννης υπηρετεί τη θητεία του ως ναρκαλιευτής: καθαρίζει την περιοχή από νάρκες. Εκεί θα γνωρίσει τη Χρύσα, η οποία σε συνεργασία με τους Τούρκους βοηθά μετανάστες να περάσουν στην Ελλάδα. Ο Γιάννης και η Χρύσα σύντομα θα ερωτευτούν και θα σχεδιάσουν μια καινούργια ζωή μαζί.  Ταινία που περικλείει μέσα της μεγάλες αντιθέσεις: ο θάνατος και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, η μοναξιά και η συντροφικότητα, η ωμή πραγματικότητα και ο έρωτας. Τρυφερή και με έντονη ποιητικότητα από τη μια, αρκετά σκληρή που τολμά να μιλήσει ευθέως για το μεταναστευτικό πρόβλημα από την άλλη.

"Suntan", του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου (2016)

Το "Suntan" έκανε πάταγο σε όσα φεστιβάλ παίχτηκε και ενθουσίασε κοινό και κριτικούς - δικαίως! Ο Μάκης Παπαδημητρίου περνά έναν μελαγχολικό χειμώνα στην Αντίπαρο ως γιατρός, μέχρι που έρχεται το καλοκαίρι και γνωρίζει την Άννα, την οποία θα ερωτευτεί, σε τέτοιο βαθμό που θα πάθει εμμονή μαζί της… Το "Suntan" καταφέρνει να κάνει μια ενδιαφέρουσα καταβύθιση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, να εστιάσει στη μοναξιά και στη θλιμμένη ψυχοσύνθεση του κεντρικού ήρωα και να τα παρουσιάσει όλα αυτά κόντρα στη χαρά του αθάνατου ελληνικού καλοκαιριού.

"Έτερος εγώ", του Σωτήρη Τσαφούλια (2016)

Μπορούμε να έχουμε αξιοπρεπές αστυνομικό σινεμά στην Ελλάδα; Το "Έτερος εγώ" δίνει θετική απάντηση. Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης είναι ο εκκεντρικός αστυνομικός που καλείται να εξιχνιάσει μια σειρά από εγκλήματα - κλειδί για την επίλυση της υπόθεσης είναι τα πυθαγόρεια θεωρήματα. Στο "Έτερος εγώ" μας άρεσε η πλοκή, το γεγονός ότι μπλέκει με πολύ έντεχνο τρόπο στην υπόθεση στοιχεία από την ελληνική ιστορία και το αναπάντεχο φινάλε. Η ταινία αγαπήθηκε τόσο που πρόσφατα γυρίστηκε και αντίστοιχη σειρά, ενώ το "Έτερος εγώ 2" αναμένεται να φτάσει στους κινηματογράφους.

"Τζαμάικα", του Ανδρέα Μορφονιού (2017)

Ο Άκης, ταξιτζής με πολλά χρέη, και ο Τίμος, επιτυχημένος τηλεπαρουσιαστής, είναι δύο αδέρφια που κάποτε ήταν δεμένα μεταξύ τους, αλλά απομακρύνθηκαν μετά από μια παρεξήγηση. Η ζωή όμως θα τα φέρει έτσι που θα έρθουν πάλι κοντά ο ένας στον άλλον. Δραματική κομεντί με σχετικά απλή υπόθεση που κινείται σε safe σεναριακές επιλογές και δεν απομακρύνεται υπερβολικά από κλισέ. Παρόλ' αυτά, ισορροπεί ωραία ανάμεσα στο δράμα και το γέλιο, το ανάλαφρο και το σοβαρό, το επιφανειακό και το βαθυστόχαστο και καταφέρνει τελικά να συγκινήσει και να αγγίξει τον θεατή.

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό artcoremagazine.gr

"Καινούργια μέρα", του Νίκου Χρυσού

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το περιοδικό Fractal

Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, σε ένα αμαξοστάσιο παροπλισμένων οχημάτων του Λιμανιού όπου βρίσκουν καταφύγιο οι άστεγοι της πόλης, τρεις νεαροί άντρες πυρπολούν τον Σεβαστιανό, έναν άστεγο γνωστό για τη συνήθεια του να αφηγείται ιστορίες. Ο ένας από τους τρεις θύτες, ο Παύλος, βασανισμένος από τις τύψεις του, θα προσπαθήσει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το θύμα. Έτσι, θα έρθει σε επαφή με τους τέσσερις στενότερους φίλους του Σεβαστιανού, τον Τέως, τον Μαρκόνη, τον Λάκυ και τον Γιάννη, και θα τους βάλει να αφηγηθούν τη ζωή τους.

Η "Καινούργια μέρα" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018)του Νίκου Χρυσού είναι ένα μυθιστόρημα "μεγάλο" από όλες τις απόψεις: από πλευρά έκτασης, αφηγηματικής δύναμης, πλοκής, δομής, γλωσσικής δεινότητας. Ένα βιβλίο πυκνό, απαιτητικό όσο και απολαυστικό στην ανάγνωση, που πέρα από την κεντρική ιστορία καταφέρνει να ενσωματώσει δεκάδες ακόμα ιστορίες, χωρίς ωστόσο να χαλαρώνει ή να απομακρύνεται από τη βασική του ιδέα και το στόχο του.

Ο Νίκος Χρυσός καταπιάνεται με το θέμα των αστέγων, ένα θέμα που φαντάζει σχετικά ασυνήθιστο, αλλά χάρη στον τρόπο που παρουσιάζεται καταντά τελικά απίστευτα οικείο. Οι ήρωες του είναι σκιαγραφημένοι με τόση αμεσότητα, τόση ειλικρίνεια και νηφαλιότητα που μιλούν απευθείας στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας περιγράφει τις ζωές τους, από την παιδική ηλικία μέχρι και την κατάληξη στο δρόμο, με χαρακτηριστική απλότητα, χωρίς δραματικές μεγαλοστομίες και συναισθηματικές εξάρσεις, κι αυτός είναι ο λόγος που φαντάζουν τόσο αληθινές.

Ο Νίκος Χρυσός, προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία του, πλάθει πραγματικά έναν ολόκληρο κόσμο -από την ακριβή περιγραφή των τοποθεσιών μέχρι την αναλυτική εξιστόρηση των περιστατικών- και αφήνει τον αναγνώστη να περιπλανηθεί αβίαστα και εν τέλει να βυθιστεί σε αυτόν. Το παράδοξο είναι ότι δεν αναφέρονται πουθενά ο τόπος και ο χρόνος κι αυτό είναι που δίνει στο βιβλίο έναν τόνο διαχρονικότητας και καθολικότητας.

Η "Καινούργια μέρα" καταφέρνει να περικλείσει πολλά στοιχεία και πολλαπλές αφηγήσεις, χωρίς να γίνεται χαώδης και χωρίς να βαραίνει τον αναγνώστη. Από την εξιστόρηση της ζωής των ηρώων περνά στην περιγραφή της ζωής στον δρόμο, η αφήγηση των γεγονότων της κεντρικής ιστορίας εναλλάσσεται με τις εγκιβωτισμένες ιστορίες του Σεβαστιανού και με τις ιστορίες των περιφερειακών ηρώων και μέσα σε όλα αυτά βρίσκουν χώρο τα κοινωνικά και πολιτικά σχόλια, καθώς και οι φιλοσοφημένες απόψεις για τη ζωή.

Πέρα από το περιεχόμενο, ιδιαίτερο ενδιαφέρουν έχουν η γλώσσα, το ύφος και οι αφηγηματικές τεχνικές του βιβλίου. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη, οι αφηγητές αλλάζουν ανά ενότητα και η γλώσσα προσαρμόζεται αναλόγως, παραθέματα από εφημερίδες και άλλες πηγές φωτίζουν περαιτέρω τα γεγονότα που περιγράφονται, οι ίδιες ιστορίες σε κάποιες περιπτώσεις επαναλαμβάνονται και παρουσιάζονται ελαφρώς διαφορετικές αναλόγως με τον εκάστοτε ομιλητή.

Το βιβλίο λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, και παρά τον έντονο ρεαλισμό του αφήνει και μια χαραμάδα μυστηρίου. Είναι ένα βιβλίο κοινωνικό; Είναι ένα βιβλίο-φόρος τιμής/ευαισθητοποίησης στην πιο περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα; Είναι μήπως βαθύτατα υπαρξιακό, που επιδιώκει να ανιχνεύσει την αιώνια αναμέτρηση του ανθρώπου με τους δαίμονες του; Εξερευνά τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, ως κινητήριο μοχλό εξέλιξης της ζωής; Μήπως ολόκληρο το βιβλίο δεν είναι άλλο από ένα σύνολο συμβολισμών; Ποιος είναι ο Σεβαστιανός; Ένας άλλος Χριστός; Ή μήπως είναι απλώς ένας σπουδαίος παραμυθάς, γιατί οι ωραίες ιστορίες είναι ό,τι έχουμε σε αυτόν τον κόσμο;

Όπως και να έχει -και με όποιον τρόπο κι αν επιλέξει κανείς να διαβάσει και να ερμηνεύσει την "Καινούργια μέρα"- πρόκειται για ένα βιβλίο σύνθετο στην απλότητα του, αισιόδοξο -όπως θέλει να υπονοήσει ο τίτλος- μέσα στην σκοτεινιά του, που τολμά έναν κοινωνικό προβληματισμό χρησιμοποιώντας τα υπαρξιακά αδιέξοδα των ηρώων του. Σε κάθε περίπτωση χορταστικό.

Μα σε τι χρειάζεται ο φεμινισμός; (Δεν έχουμε ήδη ισότητα;)

Με το 4ο κίνημα του φεμινισμού να βρίσκεται σε εξέλιξη, αυξήθηκαν παράλληλα, όπως είναι αναμενόμενο, και οι… μισογύνηδες, αυτοί που δε βλέπουν με θετικό μάτι τις αντιδράσεις των γυναικών, που τις θεωρούν υπερβολικές, που νομίζουν ότι οι γυναίκες θέλουν να πάρουν το πάνω χέρι. (Να διευκρινίσουμε εδώ ότι ο φεμινισμός έχει ως στόχο την ισότητα και όχι την… μητριαρχία). Οκ, δεν προκαλεί καμιά εντύπωση αυτό. Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι ότι υπάρχουν παράλληλα κι αυτοί που δεν είναι εναντίον του φεμινισμού, αλλά δε βλέπουν τον λόγο ύπαρξης του κινήματος. Μα τι θέλουν τέλος πάντων οι γυναίκες; Αφού ψηφίζουν, αφού εργάζονται, αφού είναι ανεξάρτητες, δεν υπάρχει ήδη ισότητα;

Ναι, φαινομενικά υπάρχει ισότητα. Οι γυναίκες πλέον μπορούν να κάνουν -σχεδόν- ό,τι και οι άντρες. Έχουν όμως την ίδια αντιμετώπιση; Απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια; Ή -για να το δούμε και αλλιώς- οι άντρες κάνουν ό,τι και οι γυναίκες;

Ισότητα δεν υπάρχει ακόμα εφόσον:

- Οι δουλειές του σπιτιού θεωρούνται αποκλειστικά ευθύνη της γυναίκας. Ακόμα κι όταν δουλεύει, ακόμα κι όταν δουλεύει τις ίδιες ώρες με τον σύντροφό της, ακόμα κι όταν φροντίζει παράλληλα τα παιδιά. Υπάρχουν βέβαια άντρες που βοηθούν στις δουλειές, αλλά προσέξτε λίγο την επιλογή του ρήματος: βοηθούν. Αυτό τι σημαίνει; Ότι είναι υποχρέωση της γυναίκας να αναλάβει το σπίτι και ο άντρας βοηθάει -από την καλή του την καρδιά- αν και όποτε θέλει. Αν δε θέλει καθόλου, κανένα πρόβλημα. Κανείς δε θα του την πει που δεν αστράφτει η κουζίνα ή που δεν υπάρχει φαγητό στην κατσαρόλα.

- Τα παιδιά είναι επίσης δουλειά της γυναίκας. Τα παιδιά εξάλλου θέλουν… την μαμά τους. Η γυναίκα μετά τη γέννα πρέπει να τα βολέψει με τη δουλειά, πρέπει να παρατήσει τις προσωπικές της δραστηριότητες και πρέπει να αφοσιωθεί στο παιδί. Και ο άντρας βέβαια βοηθάει με το παιδί (ίδιο ρήμα πάλι, ε;), αλλά κανείς δεν έχει την απαίτηση να παρατήσει την δουλειά του ή να σταματήσει να βγαίνει για τσίπουρα με τους φίλους του. Ο άντρας που λείπει όλη μέρα από το σπίτι επειδή δουλεύει φροντίζει για την οικογένεια του. Η γυναίκα που κάνει το ίδιο πράγμα είναι αυτομάτως κακή μάνα. Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το 47% των γυναικών αφήνουν οριστικά την δουλειά τους μετά την απόκτηση παιδιού, σε αντίθεση με το αντίστοιχο 4% των ανδρών.

- Οι γυναίκες σκοτώνονται. Κυριολεκτικά. Δολοφονούνται. Στατιστικά, η πλειοψηφία των γυναικών που δολοφονούνται είναι θύματα του συντρόφου τους, σε αντίθεση με τους δολοφονημένους άντρες που δράστης είναι συνήθως κάποιος άγνωστος άντρας. Οι γυναικοκτονίες συνδέονται ασφαλώς με τη βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι η γυναίκα έχει σκοπό ύπαρξης την ευχαρίστηση και την εξυπηρέτηση του άντρα. Γυναίκες βιάζονται και δολοφονούνται. Γυναίκες κακοποιούνται και στο τέλος δολοφονούνται. Γυναίκες θέλουν να τερματίσουν τη σχέση με τον σύντροφο τους και δολοφονούνται.

- Οι γυναίκες φοβούνται μήπως πέσουν θύμα βιασμού. Οι γυναίκες φοβούνται να γυρίσουν το βράδυ στο σπίτι μόνες τους, φοβούνται μήπως κάποιος τους ρίξει κάτι στο ποτό, φοβούνται μήπως κάποιος τις εκμεταλλευτεί αν πιούνε λίγο παραπάνω. Και μετά φοβούνται να το καταγγείλουν στην αστυνομία, γιατί η πρώτη ερώτηση που θα ακούσουν θα είναι "τι φορούσες;"

Δεν είναι δυνατόν να πιστεύει κάποιος ότι έχουμε ισότητα όταν οι γυναίκες πέφτουν θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης στη δουλειά (40-50% των γυναικών στις χώρες της ΕΕ έχει υποστεί διάφορες μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας) ή στο δρόμο, όταν δεν προτιμώνται σε σημαντικές θέσεις στον εργασιακό τους χώρο ή στην πολιτική, όταν δεν λαμβάνουν τον ίδιο μισθό με τους άντρες συναδέλφους τους, όταν δεν τους "επιτρέπεται" να είναι το ίδιο σεξουαλικά απελευθερωμένες με τους άντρες, όταν τις κακοσχολιάζουν επειδή δε θέλουν να παντρευτούν ή να κάνουν παιδιά, όταν σε ένα σοκαριστικά υψηλό ποσοστό πέφτουν θύματα κακοποίησης (το 43% των γυναικών στην ΕΕ έχουν βιώσει σωματική ή/και σεξουαλική βία από το σύντροφό τους).

Την επόμενη φορά που θα σκεφτείτε ότι υπάρχει ισότητα, αναλογιστείτε πώς αντιμετωπίζουμε έναν άντρα και πώς μία γυναίκα στα πιο απλά καθημερινά περιστατικά, τι προσδοκίες έχουμε από το κάθε φύλο, τι προνόμια απολαμβάνει το καθένα. Η πατριαρχία πλέον βρίσκεται στις λεπτομέρειες.

(Περιοδικό Ser-Free τ.55, Δεκέμβριος 2019)