Αλέξης Σταμάτης - συνέντευξη στο vakxikon.gr

«Ο όρος "πνευματικός άνθρωπος" έχει δυστυχώς εκφυλιστεί»

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το vakxikon.gr

Πείτε μου λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο «Αθώα Πλάσματα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Τα «Αθώα Πλάσματα» σε πρώτο επίπεδο είναι ένα νουάρ αφήγημα. Ωστόσο, ο αναγνώστης μπορεί να ανακαλύψει πολλά διαφορετικά πράγματα, εάν θελήσει να εξορύξει τα επιφαινόμενα. H ιδέα προέκυψε από τη φράση «Παρακολούθησέ με…», κάτι που προτείνει μια μεσήλικη γυναίκα στον κεντρικό ήρωα, τον Στέφανο, ο οποίος είναι ιδιωτικός ερευνητής. Έτσι αρχίζει μια περιπέτεια, η οποία εν τω βάθει της σημαίνει πως εξερευνώντας τον άλλο, εξερευνάς τον εαυτό σου. Έτσι δημιουργείται, ελπίζω, μια ταύτιση του αναγνώστη με τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος τον ταξιδεύει σε απρόβλεπτα μονοπάτια ως το απρόσμενο τέλος.

Οι ήρωες σας στα «Αθώα Πλάσματα» είναι λίγο… σκοτεινοί. Διανύουν μια δύσκολη φάση στη ζωή τους, ακροβατούν ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος, κρύβουν μυστικά. Προς τι αυτή η επιλογή; Τι θέλετε να εκφράσετε μέσα από αυτό το βιβλίο;

Ο κεντρικός ήρωας, ο Στέφανος, είναι όντως ένας σκοτεινός τύπος. Ένας μοναχικός ιδιωτικός ερευνητής, που επιστρέφει στην πόλη, φέροντας το τραυματικό του παρελθόν. Εκεί, θα δεχτεί μια παράξενη επίσκεψη. Η Μαριάννα, μια επίδοξη πελάτης, του ζητά να την παρακολουθήσει. Αρχικά της αρνείται. Αλλά, χωρίς σχεδόν να το καταλάβει, ακολουθεί τα ίχνη της και πέφτει επάνω σε ένα περίεργο ζευγάρι. Από εκεί και πέρα τα πράγματα αποκτούν μια άλλη μορφή. Τα υφέρποντα δίπολα Καλό-Κακό, Εγκληματίας-Άγιος, Έρωτας-Θάνατος οξύνονται και αρχίζει μια περιπέτεια που εμπλέκει όλους τους ήρωες σε έναν τρελό χορό. Τους ήρωες, που είναι άνθρωποι ικανοί για το καλύτερο, αλλά και το χειρότερο. Ο τίτλος «Αθώα πλάσματα» είναι αλληγορικός, ειρωνικός και μαζί κυριολεκτικός. Βάσει της τρέχουσας κοινά αποδεκτής ηθικής, κανένα από τα πλάσματα του βιβλίου δεν είναι αθώο. Ωστόσο, δεν υπάρχει ψυχή χωρίς σκοτεινές κρύπτες, χωρίς ενστικτώδεις ορμές, χωρίς αποσιωπημένες ανίερες επιθυμίες. Το θέμα είναι εάν αυτά τα στοιχεία θα βγουν ή όχι στην επιφάνεια. Εκείνο που με ενδιέφερε περισσότερο στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν μια υπαρξιακή καταβύθιση, σχεδόν σε όλα τα καίρια θέματα του ανθρώπου, κυρίως όμως στον Έρωτα και το Θάνατο. Το δίπολο αυτό είτε ταλαντώνεται σαν απειλητικό εκκρεμές, είτε πέφτει σαν σκιά στα γεγονότα, οδηγεί την ιστορία σε μια αναπάντεχη διαδρομή που σημαδεύει ανεξίτηλα όλους τους εμπλεκομένους. Τα «Αθώα Πλάσματα» (Εκδ. Καστανιώτη 2020, https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6684-6) δεν είχαν κλείσει μήνα στα βιβλιοπωλεία από τη στιγμή που σοβάρεψε η κρίση του κορωνοϊού. Υπάρχει όμως η δυνατότητα να αγοράσει κάνεις το βιβλίο διαδικτυακά στον παραπάνω σύνδεσμο.

Μετά από τόσα μυθιστορήματα που έχετε γράψει, θεωρείτε ότι επεξεργάζεστε κάθε φορά την ίδια ιδέα με άλλον τρόπο ή κάθε σας βιβλίο εκφράζει κάτι εντελώς διαφορετικό;

Δεν είναι κάτι που μπορώ να πω εύκολα εγώ για τον εαυτό μου. Κάθε φορά που αρχίζει κάτι, ένα κείμενο, νιώθω ότι αρχίζω από την αρχή. Ωστόσο, είναι λογικό να κουβαλάω τις απόλυτα προσωπικές μου μνήμες, τις εμμονές μου και όλα τα σχετικά. Η ιδέα, το πλάνο, μπορεί να είναι κάτι απλό, όπως στα «Αθώα Πλάσματα». Στην επεξεργασία μπαίνω σε έναν άλλο κόσμο. Τον οποίο κάποια στιγμή εγκαταλείπω. Μετά το βιβλίο ανήκει σε εσάς τους αναγνώστες. Προσέξτε. Διαβάζετε ένα βιβλίο. Τελειώνετε την ανάγνωση γεμάτη ερωτήματα, συγγραφέας δεν υπάρχει όμως για να παράσχει τις οποιεσδήποτε απαντήσεις. Ο συγγραφέας είναι απών. Το μόνο χειροπιαστό πράγμα που έχετε από αυτόν είναι η δουλειά του, το κείμενο. Οποιοδήποτε συμπέρασμα επιθυμείτε, θα πρέπει να το αντλήσετε μόνη σας από αυτό.

Έχετε ασχοληθεί με διάφορα είδη του λόγου (πεζό, ποίηση, παιδικό μυθιστόρημα). Τι θέλετε να εκφράσετε μέσα από κάθε είδος και τελικά ποιο σας ταιριάζει περισσότερο;

Αυτό δεν είναι κάτι που έχω αποφασίσει συνειδητά. Έτυχε κατά καιρούς και με ιντρίγκαραν διάφορα είδη. Η γραφή είναι μια. Έχω μια ολιστική προσέγγιση ως προς αυτή.

Διδάσκετε δημιουργική γραφή. Σε πόσο μεγάλο βαθμό μπορεί να διδαχτεί η γραφή και τι ρόλο παίζει το έμφυτο ταλέντο;

Η δημιουργική γραφή, όπως την βλέπω εγώ, προσφέρει μια εξοικείωση με τον μαγικό κόσμο της μυθοπλασίας, ανοίγοντας την «κουρτίνα των εργασιών» της και προσφέροντας μια ανοιχτή θέα στον μαγικό κόσμο της γραφής μαζί με ασκήσεις και πρακτική εμπειρία. Η προσπάθεια θα είναι να εξερευνήσουμε την λογοτεχνία όχι μόνο μέσα από μια σειρά γενικά αποδεκτών κανόνων που αφορούν στην αφήγηση, αλλά, κυρίως, μέσα από το ίδιο της το μαγικό υλικό. Κι αυτό από την εμπειρία ενός συγγραφέα με όχημα την θεωρητική προσέγγιση που βασίζεται σε μια μελετημένη μέθοδο προσέγγισης της λογοτεχνίας, που έχει ήδη εφαρμοστεί σε αρκετές τάξεις με μεγάλη επιτυχία εδώ και δέκα χρόνια. Μαθητές μου έχουν εκδώσει συνολικά είκοσι εννέα βιβλία.

Ποιο θεωρείτε πως είναι το στοιχείο που καθιστά έναν «γραφιά» συγγραφέα;

Ο γραφιάς είναι ο homo scriptor. Η γραφή σημαίνει μια πλήρη αλλαγή στη σχέση συνείδησης του ανθρώπου, μια και τον απελευθερώνει από την τυραννία του παρόντος. Η δραστηριότητα της γραφής και της ανάγνωσης είναι απείρως πιο αφηρημένη από αυτή της ομιλίας και της ακοής. Η γραφή αλλά και η ανάγνωση είναι απόλυτα απαραίτητες μια και όλες οι σκέψεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προέρχονται από πρωτογενείς προφορικούς πολιτισμούς, είναι σε κάποιο βαθμό αναλυτικές, διότι κατακερματίζουν το υλικό σε διάφορες συνιστώσες, αλλά η αφηρημένη διαδοχική, ταξινομητική, επεξηγηματική εξέταση των φαινομένων ή των δηλωμένων αληθειών είναι αδύνατη χωρίς γραφή και ανάγνωση. Όποιος συγγραφέας τιμά την ιδιότητά του είναι κάτι παραπάνω από ένας άνθρωπος που βγάζει δυο λέξεις στη σειρά.

Ποιος είναι ή πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ρόλος του συγγραφέα στην κοινωνία;

Εάν διευρύνουμε κάπως την ερώτηση μπορούμε να αναρωτηθούμε ποιος είναι ο ρόλος του «πνευματικού ανθρώπου» στην κοινωνία. Δυστυχώς ο όρος έχει εκφυλιστεί. Πνευματικός άνθρωπος θα λέγαμε ότι είναι εκείνος ο οποίος καταβάλει πνευματικό μόχθο προσπαθώντας να εξερευνήσει το ζωικό μυστήριο. Εκείνος που κοιτάζει στα ενδότερα του ανθρώπου. Ο Μάρκος Αυρήλιος έγραψε: Αδικεί πολλάκις ο μη ποιών τι, ου μόνον ο ποιών τι, δηλαδή, όταν ο πνευματικός άνθρωπος και κατ’ επέκταση ο συγγραφέας σωπαίνει σε κρίσιμες ώρες, ουσιαστικά αδικεί και τον ίδιο του τον εαυτό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτός ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να αντιταχθεί πίσω από δοκιμασμένους προβληματικούς λόγους, όπως τον πολιτικό λόγο. Σήμερα, σε μια εποχή λαϊκισμού και ευκολίας, η στάση αυτή αποτελεί πρόσφορη βορά για τα σόσιαλ μίντια και το σύστημα το οποίο απλώς τον χρησιμοποιεί, τον καταναλώνει. Δεν τον αφήνει να επέμβει ουσιαστικά. Από το να είναι διακοσμητικός, καλύτερα να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Εντέλει ο πνευματικός άνθρωπος, ο συγγραφέας, μιλάει με το έργο του και είναι ακριβώς αυτή η ιδιότητά του που τον κάνει να είναι παρών, ίσως ακόμα και πιο δραστικά από το εάν παρέμβαινε σχολιάζοντας το επίκαιρο. Ειδικά στις μέρες μας, όπου η δαιμονοποίηση κάθε είδησης και ο κατακερματισμός της σε βαθμό που να απαιτείται ιατροδικαστική εξέταση για να καταλάβουμε τι έγινε, απαιτεί ένα άλλο είδος λόγου.  Ένα λόγο ο οποίος να μπορεί να ερμηνεύει τα κοινωνικά φαινόμενα με όρους που να μην είναι της επικαιρότητας, του θυμικού και του συμφέροντος, αλλά με όρους του υψηλού, του ουσιώδους, όρους μακράς πνοής και πλατιάς οπτικής.

Από ολόκληρη τη συγγραφική σας πορεία, ποια στιγμή θα ξεχωρίζατε; Ποιο είναι το πιο σημαντικό που σας συνέβη ως συγγραφέας;

Καμία στιγμή και το εννοώ. Η καλλιτεχνική πορεία ενός δημιουργού είναι ένα όλον. Κάθε μέρα είναι ισότιμη. Από εκείνη που δεν θα γράψω ούτε μια γραμμή ως και εκείνη που θα μου εμφανιστεί η ιδέα για ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μου μου συνέβησαν σε βιωματικό επίπεδο και ήταν ο έρωτας με την Εύα και ο γιος μας, ο Ερμής.

Πώς φαντάζεστε το συγγραφικό σας μέλλον; Τι άλλο θα θέλατε να κάνετε που δεν έχετε κάνει μέχρι στιγμής;

Θα απαντήσω συλλογικά. Να μπορέσω κάποτε εγώ αλλά και οι συνάδελφοί μου να αντιμετωπιζόμαστε ως πραγματικοί καλλιτέχνες και όχι ως διακοσμητικά πρόσωπα. Να μπορέσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να σπαταλιόμαστε από εδώ και από εκεί.

Συγγραφικά σχέδια για το μέλλον;

Προς το παρόν υπάρχει το μυθιστόρημα μου «Αθώα Πλάσματα». Αυτόν τον καιρό γράφω ένα νέο μυθιστόρημα, έχω έτοιμο ένα παιδικό, ενώ έχουμε κλείσει να ανεβάσουμε το έργο μου «Μπλε Δωμάτιο» σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη. Το έργου είχε ανεβεί υπό μορφής αναλογίου στο Θέατρο Τέχνης τον Οκτώβριο του 2019.

Μανταρίνια - κριτική ταινίας

Μανταρίνια (Mandariinid / Tangerines), 2013

Σκηνοθεσία: Ζάζα Ουρουσάντζε

Πρωταγωνιστούν: Λέμπιτ Ούλφσακ, Έλμο Νουγκάνεν, Γκιόργκι Νακασίντζε, Μίσα Μέσκι, Ράιβο Τρας

Έτος 1992: μεταξύ Γεωργίας και Αμπχαζίας έχει ξεσπάσει πόλεμος. Ο Εσθονός Ίβο, καλλιεργητής μανταρινιών, αρνείται να εγκαταλείψει το σπίτι του, το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά σε ένα πεδίο βολής. Μια μέρα θα αναλάβει να περιθάλψει και να στεγάσει δυο τραυματισμένους στρατιώτες που ανήκουν στα αντίπαλα στρατόπεδα: τον Τσετσένο μισθοφόρο Αχμέντ και τον Γεωργιανό­ Νίκο. Η συμβίωση των δυο εχθρών μέσα στο ίδιο σπίτι αποδεικνύεται δύσκολη και ο Ίβο προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες κόντρα στον παραλογισμό του πολέμου.

Τα "Μανταρίνια" είναι ένα καταπληκτικό παράδειγμα για το πώς μπορείς να κάνεις μια δυνατή ταινία με τα πιο απλά μέσα ή για το πώς να παρουσιάσεις μια αντιπολεμική κινηματογραφική πρόταση σχεδόν χωρίς να δείξεις πόλεμο.

Συγκλονιστική στην απλότητα της, η ταινία κρατά χαμηλό προφίλ, μακριά από συναισθηματικές εξάρσεις, υπερβολές και περιττά στολίδια. Οι συγκρούσεις των ηρώων γίνονται μέσα από τους διαλόγους, οι οποίοι αντανακλούν με τραγικό τρόπο την σκληρότητα του πολέμου και έτσι το μικρό σπίτι του πρωταγωνιστή γίνεται ένα πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουμε όλη την πολιτική κατάσταση της περιόδου εκείνης.

Η ταινία ανεβάζει ένταση και ρυθμό σταδιακά, προκαλεί τους θεατές να δεθούν με τους ήρωες και να πονέσουν με τις προσωπικές του ιστορίες, συγκινεί και καταλήγει σε ένα δυνατό λυτρωτικό φινάλε. Τα "Μανταρίνια" καταφέρνουν να συνδέσουν εύστοχα το ατομικό με το συλλογικό, να κάνουν ένα σχόλιο για τον πόλεμο, να παρουσιάσουν όλες τις πλευρές και να αναδείξουν ως νικητή την ανθρωπιά.

Η ταινία είναι παραγωγής Εσθονίας-Γεωργίας και ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για κοινό και κριτικούς όταν το 2015 κατάφερε να φτάσει μέχρι τις υποψηφιότητες των Όσκαρ για Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία. Και φυσικά το άξιζε και με το παραπάνω.

Η απαξίωση των καλλιτεχνών (για άλλη μια φορά)

Τώρα που η καραντίνα έληξε και η οικονομική ζωή της χώρας ετοιμάζεται για την επανεκκίνηση της, έρχεται στο προσκήνιο ένα άλλο θέμα: τι θα απογίνουν οι καλλιτέχνες με θέατρα κλειστά και χωρίς συναυλίες; Και τι θα απογίνουν και όλοι αυτοί που περίμεναν έσοδα από τους δίσκους τους, τις ταινίες τους, τα βιβλία τους; Η απουσία κρατικής μέριμνας από τη μια και η αδυναμία του κόσμου για αγορές από την άλλη δείχνει για άλλη μια φορά -πιο έντονα από ποτέ- τη γνωστή αλήθεια: οι καλλιτέχνες δεν αντιμετωπίζονται ως πραγματικοί εργαζόμενοι, αλλά ως χομπίστες, ως άνθρωποι που δεν κάνουν κάτι αρκετά σημαντικό ώστε να πρέπει να πληρωθούν γι' αυτό - και μάλιστα να πληρωθούν τόσο ώστε να μπορούν να ζουν από τη δραστηριότητα τους χωρίς να χρειάζεται να κάνουν άλλη δουλειά.

Τι είναι άραγε αυτό που κάνει τη δουλειά των καλλιτεχνών να φαίνεται λιγότερο σημαντική από τη δουλειά του σερβιτόρου, του εργάτη, του δικηγόρου, του πωλητή ρούχων; Να φταίει μήπως που δεν είναι χειροπιαστή; Ίσως να υπάρχει μια αμφισβήτηση για κάτι που δεν μπορούμε πάντα να αγγίξουμε, για κάτι που εμπεριέχει περισσότερο ιδέα και λιγότερο ύλη.  Να φταίει μήπως που δεν είναι αναγκαία για την επιβίωση μας; Προφανώς, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένας πατατοπαραγωγός, για παράδειγμα, είναι απαραίτητος στη σημερινή κοινωνία, ένας σκηνοθέτης όχι. Να φταίει μήπως πως ένας καλλιτέχνης δεν προσφέρει άμεση λύση για κάτι, όπως, για παράδειγμα, ένας γιατρός ή ένας μεσίτης ή ένας επιπλοποιός; Ή μήπως υπάρχει η άποψη ότι ο καλλιτέχνης γουστάρει τόσο πολύ αυτό που κάνει και νιώθει τόσο έντονη την ανάγκη να το κάνει που τα χρήματα είναι το τελευταίο πράγμα που τον ενδιαφέρει;

Ναι, ίσως στη σκέψη του κόσμου να ισχύουν όλα αυτά. Οπότε φτάνουμε στο πραγματικό ερώτημα: σε τι χρειάζεται η τέχνη και κατά πόσο είναι αναγκαία για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Είναι πολυτέλεια ή ανάγκη;

Προφανώς και η τέχνη δε χρειάζεται σε τίποτα απολύτως, όταν οι μέγιστες αξίες μιας κοινωνίας είναι να έχεις καλό κινητό, γρήγορη σύνδεση στο ίντερνετ, ωραία ρούχα και μερικά επιπλέον λεφτά για να πας διακοπές το καλοκαίρι. Η ύλη, η εικόνα και η καλοπέραση είναι το παν. Η τέχνη προσκρούει ακριβώς πάνω σε αυτό το δόγμα. Η τέχνη μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Είμαστε όμως διατεθειμένοι να ψάξουμε αυτό το άλλο; Αν σκεφτεί κανείς τον τρόπο που ζούμε, μάλλον όχι.

Σε μια κοινωνία που η τέχνη θα αντιμετωπιζόταν ως αναγκαία, οι πολίτες θα ήταν σκεπτόμενοι, πιο ώριμοι, πιο συνειδητοποιημένοι. Θα φρόντιζαν περισσότερο για το πνεύμα τους και θα είχαν καταστραφεί ίσως σε μικρότερο βαθμό από την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας. Θα ερμήνευαν καλύτερα τα γεγονότα, θα είχαν ευρύτερη αντίληψη, θα ασπάζονταν πιο δύσκολα θεωρίες συνομωσίας.

Εμείς δεν είμαστε μια τέτοια κοινωνία. Η απαξίωση των καλλιτεχνών αποδεικνύει απλώς πόσο πιο σημαντική θεωρούμε την ύλη από το πνεύμα, το ότι προτιμούμε να έχουμε πράγματα γύρω μας από το να αναζητήσουμε πράγματα μέσα μας. Δεν είναι έκπληξη λοιπόν αυτό που γίνεται με τους καλλιτέχνες - όπως δεν αποτελούν έκπληξη και πολλά από αυτά που μας συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια.

Ποίημα «Οι επόμενες μέρες» στο Fractal

Το μάγουλο του παιδιού

που έκαιγε τη νύχτα

στο ημίφως του μικρού δωματίου,

κι εκείνες οι ασήμαντες έγνοιες

που γέμισαν μια ατελείωτη μέρα,

εκείνη η ευχή που ήρθε

ετεροχρονισμένα,

στις συμβάσεις των χρόνων

καταλύονται οι νόμοι, οι κανόνες και οι ανάγκες

κι όλα αυτά που ρυθμίζουν

τις σύντομες ζωές των ανθρώπων,

τι ζοφερό φως

φέρνει η επόμενη μέρα,

σαν μια πεταλούδα

που φτερουγίζει άσκοπα

περιμένοντας μιαν άνοιξη να 'ρθει.

 

Δημοσίευση στο Fractal, 29/4/2020

 

Όχι, δε θα μας κάνει καλύτερους ανθρώπους η πανδημία

Κάθε φορά που συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα σε πανελλαδικό ή παγκόσμιο επίπεδο (πυρκαγιές, φυσικές καταστροφές, πανδημίες καλή ώρα) το πρώτο πράγμα που παρατηρώ είναι ο τρόπος με τον οποίο σοκάρεται ο κόσμος. Όχι το ότι αναστατώνεται ή ταράζεται ή στεναχωριέται -αυτό είναι και το αναμενόμενο εξάλλου- αλλά το ότι αντιδρά σαν να συμβαίνει κάτι πρωτοφανές και άνευ προηγουμένου.

Η ιστορία της ανθρωπότητας βέβαια μας έχει αποδείξει ότι έχουν συμβεί λίγο-πολύ τα πάντα και μάλιστα έχουν συμβεί και πολύ χειρότερα τα προηγούμενα χρόνια. Αλλά αυτή είναι η φύση του ανθρώπου: να ζει σχετικά αμέριμνος -άρα και απροετοίμαστος για τις μεγάλες τραγωδίες- διαφορετικά θα είχε πάθει πιθανότατα μόνιμη κατάθλιψη για το εύθραυστο της ανθρώπινης ζωής.

Ομοίως, και τώρα που ξέσπασε η παγκόσμια επιδημία του κορονοϊού, οι άνθρωποι προσπαθούν να πιαστούν απ' ό,τι μπορούν για να ερμηνεύσουν τη νέα κατάσταση πραγμάτων, να της δώσουν νόημα, να βγουν -όσο είναι αυτό δυνατόν- αλώβητοι από αυτήν. Άλλοι το ρίχνουν στις θεωρίες συνομωσίας, άλλοι κινδυνολογούν για όσα θα έρθουν, ενώ άλλοι πιστεύουν πως θα βγει κάτι θετικό από όλο αυτό.

Από όλες αυτές τις κατηγορίες, αγαπώ αυτούς τους τελευταίους, τους συναισθηματικούς. Αυτοί, λοιπόν, έχουν γεμίσει τα social media με μηνύματα, λουλουδάτες εικόνες και ρητά που ξεχειλίζουν από αισιοδοξία και καλή διάθεση για το πόσο ωραία θα είναι όλα όταν βγούμε από την καραντίνα.

Βέβαια, για κάποιο λόγο αυτοί οι συναισθηματικοί είναι παράλληλα και φουλ ενοχικοί. Πιστεύουν ότι ο λόγος που θα είναι όλα ωραία όταν βγούμε από την καραντίνα είναι γιατί μέχρι τώρα ακολουθούσαμε έναν πολύ κακό τρόπο ζωής και ήρθε η πανδημία για να μας διδάξει κάποια πράγματα. Θεωρούν ότι ο κορονοϊός είναι η σκληρή απάντηση στο πώς ζούσαμε ως τώρα, στο ότι με τα κινητά μας απομακρυνθήκαμε μεταξύ μας και χάσαμε την πραγματική επαφή, ότι τρέχοντας ιλιγγιωδώς να προλάβουμε τις δουλειές μας χάναμε τη ζωή μας, ότι αδιαφορούσαμε μέχρι τώρα για τον συνάνθρωπο μας, ότι ήρθε η ώρα να κάνουμε την αυτοκριτική μας, συνεπώς από όλη αυτήν την κατάσταση θα βγούμε καλύτεροι άνθρωποι.

Θα ήταν όντως πολύ ωραίο αν κάπου κάπου είχε την ευκαιρία ο άνθρωπος να ελαττώνει ταχύτητα και να σκέφτεται τον τρόπο ζωής του, να κάνει απολογισμό των πράξεων του, να βελτιώνεται, να διορθώνει τα λάθη του και να συνεχίζει. Και θα ήταν ακόμα πιο ωραίο αν μετά την καραντίνα ξεχυνόμασταν στους δρόμους, αγκαλιαζόμασταν με αγάπη, αρχίζαμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον και γινόμασταν όλοι υποδειγματικοί άνθρωποι και πολίτες. Μόνο που αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί.

Επιδημίες σαν κι αυτήν που ζούμε τώρα προηγήθηκαν άπειρες και πολύ πιο θανατηφόρες. Και όχι μόνο επιδημίες: έχουν συμβεί αμέτρητοι πολύνεκροι πόλεμοι, φυσικές καταστροφές και κάθε είδους κατάσταση που έβγαλε τον άνθρωπο εντελώς έξω από το συνηθισμένο του πλαίσιο. Και προφανώς όλες αυτές τις φορές σοκαρίστηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο και ένιωσαν την επιθυμία να γίνουν καλύτεροι. Βελτιώθηκε όμως όντως η ανθρωπότητα; Κάθε καταστροφή μας κάνει ολοένα και καλύτερους;

Χμ, ασφαλώς και όχι. Η ίδια η ιστορία μάς αποδεικνύει ότι κάνουμε κύκλους κι ότι ο άνθρωπος αδυνατεί να μάθει από τα λάθη του, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Αυτά που διαβάζουμε ότι συνέβαιναν πριν από χιλιάδες χρόνια, συμβαίνουν και τώρα ίδια και απαράλλαχτα.

Όχι, η επιδημία και η καραντίνα δεν είναι ευκαιρίες για ενδοσκόπηση. Ούτε μπορούμε σε σαράντα μέρες να μάθουμε να εκτιμούμε πράγματα για τα οποία δείχναμε αδιαφορία σε όλη μας τη ζωή. Εξάλλου, η φύση δε δίνει ευκαιρίες, απλώς πορεύεται. Και οι αρρώστιες απλώς συμβαίνουν. Το κόστος για εμάς είναι μεγάλο, αλλά το σύμπαν προφανώς αδιαφορεί.

Και τότε τι είναι η καραντίνα; Μια τρικλοποδιά που μας έριξε κάτω. Θα ξανασηκωθούμε, όχι από ψυχική δύναμη, αλλά επειδή ο άνθρωπος αυτό ξέρει να κάνει, αυτό έχει μέσα του ως απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση του, να πέφτει και να σηκώνεται και να συνεχίζει να περπατά. Είτε κουτσαίνοντας είτε πονώντας είτε με βήμα αγέρωχο. Απλώς συνεχίζουμε.