Συμμετοχή στην παρουσίαση των παραμυθιών της Σωτηρίας Κυρμανίδου

Η παρουσίαση των παραμυθιών "Το αστρομαργαριτάρι της αγάπης", "Το δελφινάκι, νικητής…" και "Το ταξίδι της απορίας" (Εκδόσεις Ανάτυπο) της Σωτηρίας Κυρμανίδου έγινε στις 11 Φεβρουαρίου στο ξενοδοχείο PHILIPPOS XENIA στις Σέρρες. Για τα βιβλία μίλησαν οι Χρυσάνθη Παλάζη, Αντωνία Θεοχαρίδου, Σωτηρία Πάνου και τον συντονισμό της εκδήλωσης ανέλαβε η Χρυσάνθη Ιακώβου.

Ολόκληρη η εκδήλωση εδώ

(Φωτογραφίες: Εκδόσεις Ανατυπο)

Η Ελένη Χωρεάνθη για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", λογοτεχνικό περιοδικό Fractal

Ποιητική φωνή σαν μουσική

Οι  ήπιοι τόνοι είναι πάντα ευπρόσδεχτοι, κατά πώς λέμε: καλοδεχούμενοι, οι χαμηλές φωνές επιβάλλονται όπως η εύγλωττη σιωπή της εικόνας. Αρκούν οι φρικιαστικές φωνές, οι βροντώδεις ιαχές των σύγχρονων θορυβοποιών, οι θεαματικές προκλήσεις. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αγάπη, από ζεστασιά, από ηρεμία. Πώς να το πω; Ανοίγει η καρδιά σου όταν ανοίγεις ένα βιβλίο κι ακούς τη φωνή που έρχεται από μακριά σαν μουσική και λέει ψιθυριστά σχεδόν με ντροπαλότητα αφοπλιστική:

Κι είχε μια ποίηση το δωμάτιο την ώρα τούτη

και μια σιωπή

και μια θλιμμένη λωρίδα ήλιου

που έντυνε την ευτυχία,

 

υπήρχαμε

στα κλαδιά του δέντρου που πάλευε να αναγεννηθεί,

στο τρένο που πέρασε,

στη μέρα που άρχιζε να τελειώνει,

υπήρχαμε,

 

κι είχε μια ποίηση το δωμάτιο

και μια σιωπή

και μια ωραία ταλάντωση

στο αμήν και στο τέλος,

την ώρα τούτη.

 

Απλά, σίγουρα λόγια, βήματα σίγουρα, σταθερά  στο σκληρό στίβο που είναι ο χώρος της ποίησης. Χωρίς καμιά επιτήδευση, καμιά οίηση. Στα απλά πράγματα υπάρχει ποίηση αφανής «φανερής κρείττων». Οι κραυγαλέες φωνές τρομάζουν την ποίηση, Και η ζωή μας είναι απλή, είναι όμορφη όταν τη ζούμε σιγαλά, όπως και η ιστορία ενός «Εικοσιτετράωρου» της Χρυσάνθης Ιακώβου:

 

Κι η ιστορία

μια ευθεία γραμμή,

τη διασχίζουμε

διαβάτες απρόσκλητοι

αέρινοι

και βιαστικοί,

ισορροπούμε

σε μια μονάδα χρόνου,

πλέουμε

σαν πεταλούδες

μέχρι να τελειώσει

το εικοσιτετράωρο

μιας μέρας.

 

Νοηματισμένος λόγος χωρίς να χάνει τίποτα από την ομορφιά και την ποίηση της καθαρής εικόνας που σε σταματάει σε κάθε φθόγγο γιατί έχει να αποκαλύψει κάποιο μυστικό που κρύβει η έστω «τεθλασμένη» εικόνα που προβάλλει «λαθρεπιβάτης» μες από κάθε απλή λέξη, από κάθε στίχο, όπως «λαθραίος διαβάτης» από κάθε γωνιά της πολιτείας

 

Και η απέραντη πόλη

ένα μωσαϊκό

από τσιμέντο και στροφές,

λαθραίος διαβάτης

στα στενά της Ιστορίας,

προσπέρασες

παρήλθες

κι ο κόσμος όλος ένας λαβύρινθος

από αγώνες, στροφές και λάθη,

κι εσύ

απλώς λαθρεπιβάτης.

 

Μέσα σε λίγους στίχους, μετρημένους έντεκα, μερικοί είναι μονολεκτικοί, λέει τόσα πολλά και σημαντικά. Δίνει απλά, με φαιές πινελιές, αδρές, ωστόσο, την εικόνα της σύγχρονης μεγαλούπολης, που δεν είναι άλλο από «ένα μωσαϊκό» φτιαγμένο «από τσιμέντο και στροφές» και μαριονέτες, λαθραίοι διαβάτες, όλοι περαστικοί, άμμος κινούμενη, θαρρείς, οι  άνθρωποι όλοι μαζί και χωριστά ο καθένας, έρχονται και παρέρχονται ξένοι και άγνωστοι μεταξύ τους. «Κι ο κόσμος όλος ένας λαβύρινθος…»

«…κι ο χρόνος σχεδόν μηδενικός/ στάζει/ σαν τη βρύση της κουζίνας/που θέλει επισκευή….Κι ο ήλιος ακυβέρνητος πάνω από τα σταυροδρόμια…κι οι ανάσες των ερώτων που μυρίζουν Δεκέμβρη…»

Από όπου και ν’ αρχίσεις, έχει τέτοια ενότητα και ουσία ετούτη η ποίηση βγάζει νόημα. Μπορείς να συνδέσεις ανάκατα παίρνοντας στίχους στην τύχη και να έχεις εκτός από καθαρό ποιητικό λόγο και αισθητικό αποτέλεσμα. Όπως και τα απλά, ασπρόμαυρα σχέδια που κατά κάποιον τρόπο εισάγουν στις επιμέρους ενότητες με τις χαρακτηριστικές λεζάντες που τα συνοδεύουν αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ποίησης και δίνουν τα κύρια χαρακτηριστικά της:

«Μια ψευδαίσθηση η ζωή μας,

ένα κυνήγι για τα ανέφικτα

κολυμπήσαμε σε ολόκληρο ωκεανό

και μια στάλα νερό

δε βρήκαμε

εδώ εγώ

εντός κι εκτός της ζωής

σε μια παρένθεση

στο αβάσταχτο φάσμα του χωροχρόνου

ακολουθώ

μια ήττα

που είχα ήδη μέσα μου

από πάντα

 

Περνώντας έτσι από διάφορα στάδια, μπορεί ως λαθραίος επιβάτης πίσω  από ένα παραβάν προστασίας που της επιτρέπει να παρατηρεί, να «κοστολογεί», να κρίνοι και να καταγράφει σκηνές καθημερινού βίου και να καταλήγει σε συμπεράσματα που δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης:

 

Γίναμε οι σκιές του εαυτού μας

οι άπειρες εκδοχές του εγώ μας

σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες,

γίναμε οι απολήξεις

τα απομεινάρια…

από τη λάμψη ενός πυροτεχνήματος,

είμαστε και δεν είμαστε

σε αυτόν τον κόσμο,

…με τη θλιμμένη ανταύγεια

μιας προδομένης ευτυχίας στο στήθος

σαν παράσημο

….των λάθος εκείνων στροφών»

 

ψηφίδες δυσδιάκριτες, αφανείς, λαθρεπιβάτες, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων στης μεγαλούπολης  τους λαβυρινθώδεις δρόμους με τις ακανόνιστες γωνίες και τις ύπουλες στροφές. Χάσαμε την ψυχή μας, σκορπιστήκαμε στις «άπειρες εκδοχές του εγώ μας»

Η Χρυσάνθη Ιακώβου με τη δεύτερη ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», σκιαγραφεί με γήινα, λιτά χρώματα, ποιητικά τη σύγχρονη ζωή και πραγματικότητα. Εκφράζει την αγωνία και την ανησυχία της για τη σημερινή κατάντια του ανθρώπου, για τη σχέση του ατόμου με την πραγματικότητα και καταφέρνει να ισοφαρίζει το ατομικό με το καθολικό αίτημα των καιρών.

17/5/2017, περιοδικό fractalart.gr

Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ, της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη "Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Οκτώβριος 2018) είναι ένας ατελείωτος μαγευτικός κόσμος, γεμάτος σουρεαλιστικές εικόνες, λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς, που στέκονται σαν βιτρίνα μπροστά από το συναίσθημα της απώλειας και της εγκατάλειψης για το οποίο προσπαθεί να μιλήσει η ποιήτρια.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ιδιαίτερα τολμηρή στη γραφή της, καθώς βουτάει στον κόσμο του υπερβατικού και του φανταστικού και δίνει φωνή σε δεκάδες λογοτεχνικά και μη πρόσωπα με έναν ευφάνταστο τρόπο. Από τους στίχους της παρελαύνουν συγγραφείς, βιβλικά και μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες μυθιστορημάτων, που καταθέτουν την ιστορία τους, όπως αυτή διασταυρώνεται με την αλήθεια της ποιήτριας.

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα

μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν

τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.

Το αποκαλεί γραφή.

Στήνει παγίδες σε ασβούς

που μένουν πάντα άδειες.

Το ονομάζει μνήμη.

Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας

και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα

χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων

πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.

Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.

Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα, 

που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή.

Οι ήρωες της ποιητικής συλλογής -που ζωντανεύουν τόσο έντονα, με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό- λειτουργούν ως σύμβολα για να μπορέσει η Χλόη Κουτσουμπέλη να πραγματευτεί τα ζητήματα της εγκατάλειψης, της έλλειψης, του πένθους, της ματαίωσης, του θανάτου. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγει μια σουρεαλιστική και χιουμοριστική πολλές φορές γραφή για να αποκαλύψει, σε δεύτερο επίπεδο, έναν κόσμο κατακερματισμένο, στιγματισμένο από την διάψευση και την απώλεια.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Ο κύριος Χόθορν

μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,

άρχισε ξαφνικά να αιωρείται

και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Μπαμπά, μη φεύγεις!

φώναξε η μικρή Γουέντυ,

αυτός όμως μετεωριζόταν

ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.

Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,

αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,

μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι

θα σε παρασύρει μακριά

απ’ αυτούς π’ αγαπάς.

Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;

Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα

και συγκρουόταν με πουλιά.

Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;

ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.

Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση

στην εναέρια κυκλοφορία,

απάντησε αυτός

κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.

Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ  

έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.

Για να μην μπορεί

να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.

Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους "Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει".

Στο "Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" η Χλόη Κουτσουμπέλη μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο, με την επίγνωση πως είναι εύθραυστος και διαλυμένος εξαρχής, και βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με τους ήρωες της, καθώς άλλοτε φαίνεται σαν να προσπαθεί  να κρυφτεί πίσω από αυτούς και άλλοτε σαν να μιλάει μέσω αυτών. Το σίγουρο είναι ότι καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δε φοβάται ούτε στιγμή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.

Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.

Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.

Η μαμά με μία ρόμπα

και σταγόνες ιδρώτα

στο πανωχείλι της,

έφυγε μ’ έναν πλασιέ,

μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού

που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.

Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα

γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.

Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,

τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,

τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,

μαύρη σκιά θα βάψει

τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.

Κάπου κοντά στο βενζινάδικο

ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια

σ’ ένα φτηνό μοτέλ.

θα γυαλίζει ένα πιστόλι.

Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει

απ’ το σπίτι μας.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.

Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.

Θα μας κοιτάξει παράξενα.

Θα μας φωτογραφίσει.

Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις

-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

 

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Loveless

Nelyubov (Loveless / Χωρίς αγάπη), 2017

Σκηνοθεσία: Andrey Zvyagintsev

Παίζουν: Maryana Spivak, Aleksey Rozin, Matvey Novikov

Η Ζένια και ο Μπόρις παίρνουν διαζύγιο -με πολύ επώδυνο τρόπο μάλιστα- και έχουν φτιάξει ήδη τις ζωές τους με άλλους συντρόφους. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ο δωδεκάχρονος γιος τους, ο Αλιόσα, του οποίου την επιμέλεια δε φαίνεται να θέλει να αναλάβει κανείς. Κατά τη διάρκεια ενός τρομερού καυγά, ο Αλιόσα κρυφακούει και αντιλαμβάνεται πόσο ανεπιθύμητος είναι. Την επόμενη μέρα θα εξαφανιστεί από προσώπου γης…

Η ταινία "Loveless" είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος: η παντελής έλλειψη αγάπης σε μια οικογένεια. Ταινία σκληρή, ρεαλιστική, ωμή, που δε φοβάται να προκαλέσει, να σοκάρει, να θίξει ακόμα και θέματα ταμπού (είναι ασυνήθιστο να βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη μια μάνα που δε φαίνεται να αγαπάει το ίδιο της το παιδί).

Ο Ζβιάγκιντσεφ παίρνει μια οικογενειακή τραγωδία και τη χρησιμοποιεί για να μιλήσει για ένα σωρό πράγματα: την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων, τη ματαιοδοξία, τον εγωκεντρισμό. Οι ήρωες του μοιάζουν να ενεργούν σπασμωδικά, απελπισμένα, πασχίζουν αγωνιωδώς να αγαπηθούν, να βολευτούν κάπου, και στην άτσαλη αυτή προσπάθεια τους ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους.

Άνθρωποι που δεν έχουν λάβει αγάπη, δεν μπορούν να δώσουν αγάπη, όπως θέλει να μας δείξει ο συγγραφέας σε μια αρκετά σκληρή σκηνή όπου η Ζένια συναντά τη μητέρα της, με την οποία έχουν τις χείριστες σχέσεις. Μπορούν οι γονείς να αποφύγουν τα λάθη των δικών τους γονιών; Μπορούν δύο πρώην σύζυγοι να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους για να βοηθήσουν να βρεθεί το παιδί τους; Ο Ζβιάγκιντσεφ θέτει συνεχώς ερωτήματα, καθώς όσο προχωρούν οι έρευνες για τον εντοπισμό του παιδιού και η αγωνία κορυφώνεται, τόσο η ψυχοσύνθεση των ηρώων του ξεδιπλώνεται μπροστά στο φακό.

Ήρεμες ερμηνείες, χωρίς πολλές εξάρσεις και άσκοπες φωνές, αλλά συναισθήματα που εκφράζονται κατ' εξοχήν με βλέμματα. Τοπίο κρύο, αφιλόξενο, σκληρό, σχεδόν αποχρωματισμένο, μια ασφαλής επιλογή του σκηνοθέτη για να ταιριάζει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του με το περιβάλλον.

Όλα αυτά σε πρώτο επίπεδο. Γιατί σε δεύτερο επίπεδο ο Ζβιάγκιντσεφ θέλει να δείξει μια εικόνα της σύγχρονης Ρωσίας, με την εξάρτηση από τα social media (η πρωταγωνίστρια είναι διαρκώς με το κινητό στο χέρι), την κοινωνική και ηθική κρίση της χώρας, τον πόλεμο με την Ουκρανία, τις καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις. Μια οικογενειακή τραγωδία γίνεται απλώς ο φορέας για να ασκήσει ο σκηνοθέτης κριτική και να δημιουργήσει τελικά μια πολυεπίπεδη ταινία γεμάτη συμβολισμούς, χωρίς να ενδιαφέρεται τελικά να δώσει και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει.

Στα μείον της ταινίας είναι ότι ο ρυθμός της πέφτει αισθητά όσο προχωρά προς το τέλος, αναλώνεται σε μακρόσυρτα πλάνα που δεν προσθέτουν απαραίτητα κάτι σε αυτά που έχει ήδη πει και γενικά δίνει την αίσθηση ότι κάπου έχασε τον στόχο του.

Η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2018.

The Favourite

The Favourite (Η Ευνοούμενη), 2018

Σκηνοθέτης: ΓιώργοςΛάνθιμος

Παίζουν: Olivia Colman, Emma Stone, Rachel Weisz

Στην Αγγλία του 18ου αιώνα η φιλάσθενη βασίλισσα Άννα (Olivia Colman) κυβερνά, έχοντας ως σύμβουλο στο πλευρό της τη δυναμική Λαίδη Σάρα (Rachel Weisz), η οποία ουσιαστικά κυβερνά στη θέση της. Όταν θα καταφτάσει στο παλάτι μια νέα υπηρέτρια, η Άμπιγκεϊλ (Emma Stone), ξαδέρφη της Σάρα, οι ισορροπίες θα ανατραπούν, καθώς θα αρχίσει κι αυτή να αποκτά την εύνοια της Βασίλισσας.

Πολιτικά παιχνίδια, παιχνίδια εξουσίας, ίντριγκες και προδοσίες από ένα τρίπτυχο γυναικών ικανών για όλα, σε αυτήν την -μάλλον μοντέρνα- ταινία εποχής. Ο Λάνθιμος αφήνει πίσω το γνώριμο weird ύφος του και κάνει μια ταινία πολύ πιο "βατή" και πιο κοντά στα χολιγουντιανά πρότυπα.

Τι είναι αυτό που ανέβασε την ταινία του Λάνθιμου στην κορυφή της προτίμησης κριτικών και κοινού; Πρώτα απ' όλα, το σενάριο. Ενδιαφέρον, έξυπνο, με μικρά plot twists, χιούμορ και ωραίες ατάκες, στρωτό και "καθαρό" ως προς την αφήγηση του, σε παίρνει από το χέρι και δεν ξέρεις πού ακριβώς θα σε πάει.

Σκηνικά, κοστούμια, μακιγιάζ, φωτογραφία, όλα άψογα και καλοδουλεμένα ώστε να δώσουν στην ταινία το ύφος που πρέπει. Χώροι κλειστοί, πολλές φορές σκοτεινοί, που "ανοίγουν" πανέξυπνα με τη χρήση του ευρυγώνιου φακού σε αρκετές σκηνές. Πολύ επιτυχημένη η χρήση της μουσικής, ειδικά τα μονότονα μοτίβα στις κομβικές στιγμές της ταινίας και στις σκηνές της έντασης.

Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι πρόκειται για καθαρά "γυναικεία" ταινία (και "φεμινιστική" ίσως;), όχι μόνο γιατί οι τρεις πρωταγωνίστριες είναι γυναίκες, αλλά και γιατί οι άντρες μοιάζουν περισσότερο με κομπάρσοι. Οι Olivia Colman, Emma Stone, Rachel Weisz δίνουν καταπληκτικές ερμηνείες, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχουν στα χέρια τους και ένα πολύ καλό υλικό. Ο τρόπος που είναι σκιαγραφημένοι οι χαρακτήρες τους είναι αριστουργηματικός και τους δίνει περιθώριο να κινηθούν ελεύθερα και -γιατί όχι;- να το διασκεδάσουν και λίγο.

Αυτό που κάνει το "The Favourite" να ξεχωρίζει εντελώς από άλλες ταινίες εποχής (γιατί ασφαλώς το θέμα της δεν είναι πρωτότυπο) είναι ότι ο Λάνθιμος της δίνει μια εξαιρετικά μοντέρνα πινελιά. Από τον τρόπο που φέρονται οι ήρωες -συμπεριφορές που φλερτάρουν με τα όρια του σουρεαλισμού σε αρκετές σκηνές- μέχρι τις χιουμοριστικές ατάκες και τις βρισιές, όλα συνθέτουν ένα πολύ φρέσκο αποτέλεσμα.

Κι έπειτα είναι και το άλλο: ο Λάνθιμος δε θέλει απλώς να δείξει τα πολιτικά παιχνίδια, τις ίντριγκες και την υποκρισία, αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Ο Λάνθιμος μοιάζει να θέλει να διακωμωδήσει τους ίδιους τους ήρωες του. Σαν να θέλει λίγο να τους "κοροϊδέψει", με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον. Γι' αυτό τους έχει βαμμένους και ντυμένους (σε αρκετές σκηνές) σαν να είναι καρικατούρες, γι' αυτό τους βάζει να φωνάζουν υστερικά ή να κυλιούνται στα πατώματα. Ο Λάνθιμος καταπιάνεται με ένα πολύ σοβαρό θέμα, αλλά την ίδια στιγμή μοιάζει να κάνει και πλάκα.

Το "The Favourite" μπορείς να το πεις και μαύρη κωμωδία, μπορείς να το πεις και σαρκαστικό δράμα. Όλοι είναι θύτες και θύματα, όλοι είναι καλοί και κακοί, όλοι έχουν και δίκιο και άδικο, σε ένα ατελείωτο παιχνίδι που οι ισορροπίες οι δυναμικές και οι χαρακτήρες αλλάζουν, ανατρέπονται, εξελίσσονται διαρκώς -με έναν τρόπο τραγικό και κωμικό ταυτόχρονα. Κι όλα αυτά δοσμένα με έναν πολύ ιδιαίτερο και ευφάνταστο τρόπο κινηματογράφησης. Το "The Favourite" αποτελεί σίγουρα μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία.