Ψηλά

Στόχευε ψηλά,

πέρα από τα σύννεφα

όρια δεν έχει ο ουρανός,

μονάχα φως

και αιθέριο γαλάζιο. 

(Περιοδικό Ser-Free, #51, City zoom)

Γάλα Μαγνησίας, του Κώστα Ακρίβου

Γάλα Μαγνησίας, μυθιστόρημα, του Κώστα Ακρίβου (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018)

"Γάλα Μαγνησίας". Είναι σπάνιο να καταφέρνει ένας τίτλος να περιγράψει τόσο εύστοχα το περιεχόμενο και το βασικό πλαίσιο ενός βιβλίου. "Γάλα", αφού το βιβλίο μας παραπέμπει σε μια ιστορία "αθώα", στην ιστορία τεσσάρων εφήβων. "Μαγνησίας", αφού τα γεγονότα διαδραματίζονται στο Βόλο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα. Αν έχει καμιά σημασία που το βιβλίο τοποθετείται στον Βόλο; Καμία. Θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται οπουδήποτε αλλού. Ο τρόπος όμως που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το μέρος έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: στις σελίδες του βιβλίου κατονομάζονται μέρη του νομού, οδοί, μαγαζιά -ο Βόλος καταλήγει να γίνει ένας ακόμα ήρωας του βιβλίου, κι αυτό είναι, μεταξύ άλλων, που κάνει την αφηγούμενη ιστορία τόσο ζωντανή, τόσο αληθινή και εν τέλει τόσο οικεία σε εμάς.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι η ιστορία τεσσάρων αγοριών, γύρω στα 17, που είναι εσώκλειστοι σε ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70. Διαβάζουμε για τις περιπέτειες τους, τις σκανδαλιές τους, τις ανησυχίες τους, τα όνειρά τους, τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα. Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι ένα μυθιστόρημα εφηβικό. Αυτή τουλάχιστον είναι η πρώτη ανάγνωση. Γιατί το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου έχει πολλές αναγνώσεις, πολλές προεκτάσεις, πολλές κατευθύνσεις.

Πόσο επηρεάζει η κοινωνία την ψυχοσύνθεση του κάθε ατόμου; Πόσο διαφορετικοί θα ήταν οι ήρωες μας αν προέρχονταν από πιο ευκατάστατες οικογένειες; Θα συμπεριφέρονταν άραγε διαφορετικά αν δε ζούσαν στο ασφυκτικό περιβάλλον ενός εκκλησιαστικού οικοτροφείου; Ποια είναι τα όρια της σωστής εκπαίδευσης; Ο συγγραφέας δε δίνει απαντήσεις σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα -κι ούτε ενδιαφέρεται και να δώσει. Θέλει απλώς να θέσει τις ερωτήσεις, θίγοντας τα ζητήματα αυτά έμμεσα, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του. Και παρόλο που καταπιάνεται με θέματα τόσο σοβαρά, καταφέρνει να διατηρεί πάντα ευχάριστο το κλίμα του βιβλίου του, χωρίς να το βαραίνει και χωρίς να περνά σε κοινωνιολογικές αναλύσεις.

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που συναντούμε στο "Γάλα Μαγνησίας" είναι ο χρόνος, το χρονικό πλαίσιο δηλαδή της ιστορίας. Ο Κώστας Ακρίβος δεν ενδιαφέρεται βέβαια να γράψει ένα μυθιστόρημα ιστορικό, καταφέρνει ωστόσο να δώσει το ιστορικό στίγμα με ιδιαίτερη μαεστρία. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πίσω από τις ιστορίες των ηρώων του, αλλά και μέσα σε αυτές πολλές φορές, καταγράφεται απλά, ανεπαίσθητα και αθόρυβα μια ολόκληρη εποχή. Ο απόηχος του Πολυτεχνείου, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, τα πολιτικά γεγονότα του '70. Οι διάχυτες ιδεολογίες, οι συγκρούσεις, ο αναβρασμός της εποχής. Αλλά και πέρα από αυτά, οι συνήθειες, η καθημερινότητα, ο τρόπος ζωής στην ελληνική επαρχία. Η διασκέδαση, τα μαγαζιά, οι συνήθειες της νεολαίας. Η μόδα. Τα μουσικά ακούσματα. Ο παλμός μιας ολόκληρης εποχής δίνει το ρυθμό για να ξετυλιχτεί απολαυστικά η κεντρική μας ιστορία.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι, λοιπόν, σε πρώτη ανάγνωση, ένα μυθιστόρημα εφηβικό. Ακολουθεί τις περιπέτειες του Ζερβή, του Αχιλλάκου, του Μικ και του Μπράσκα. Το βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να αρχίζει και να τελειώνει εδώ, και θα ήταν και πάλι ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Όμως όχι, ο συγγραφέας δεν αρκείται σε αυτό. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα και οδηγεί ένα φαινομενικά ευχάριστο και ανάλαφρο μυθιστόρημα σε πολύ βαθιά υπαρξιακά μονοπάτια. Ο ανέμελοι ήρωες θα στιγματιστούν για πάντα από ένα τραγικό γεγονός: τον πνιγμό ενός συμμαθητή τους.

Τι ευθύνη έχει ο καθένας για αυτό το συμβάν; Τι συνέπειες φέρνει ένα τέτοιο γεγονός; Και τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στον καθένα ξεχωριστά; Τι ρόλο παίζει η μνήμη; Τι επιλέγουμε να κρατήσουμε και τι να αφήσουμε στη λήθη; Ο Κώστας Ακρίβος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα και παίζει πολύ επιτυχημένα με έννοιες όπως η ενοχή, η μετάνοια, η εξιλέωση, η ευθύνη, η επιλογή, το λάθος, η λύτρωση. Και αυτό το στοιχείο είναι που εντάσσει το "Γάλα Μαγνησίας" στη μεγάλη κατηγορία των βιβλίων που ζητούν απαντήσεις για τα βαθύτερα νοήματα της ζωής.

Εκεί που φαίνεται όμως η μαεστρία του συγγραφέα και αυτό που φέρνει την μεγάλη ανατροπή στο "Γάλα Μαγνησίας" είναι το εξής: θα περίμενε κανείς το τραγικό συμβάν του πνιγμού να τοποθετηθεί στο τέλος του βιβλίου, σαν ένα σοκαριστικό φινάλε, σαν το άδοξο και πικρό τέλος μιας ωραίας εφηβικής ιστορίας. Όμως όχι, ο Κώστας Ακρίβος πρωτοτυπεί και βάζει το συμβάν στην αρχή του βιβλίου. Από την πρώτη σελίδα ο αναγνώστης ξέρει τι θα συμβεί. Και μέχρι τις τελευταίες σελίδες -όταν πια θα συναντήσουμε τους ήρωες χρόνια μετά- τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το γεγονός αυτό. Πάνω από κάθε αστείο και παιχνιδιάρικο περιστατικό της ζωής των έφηβων ηρώων, στέκεται σαν σκιά το αναπόφευκτο γεγονός του προαναγγελθέντος θανάτου. Και αυτό είναι που κάνει το βιβλίο τόσο ξεχωριστό.

Για να επιτύχει λοιπόν ο συγγραφέας αυτό το αποτέλεσμα, επιλέγει ένα πολύ ωραίο τέχνασμα σε ό,τι αφορά τη δομή του βιβλίου του. Η ιστορία που διαβάζουμε είναι μια ιστορία δύο ταχυτήτων. Από τη μια οι περιπέτειες των ηρώων στο οικοτροφείο, γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο, με αφηγητή έναν από τους έφηβους ήρωες μας. Και από την άλλη, εμβόλιμα στην κυρίως αφήγηση, μικρά κεφάλαια που αφορούν το περιστατικό του πνιγμού, γραμμένα σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Και στο τέλος, όταν οι δύο αφηγήσεις συναντηθούν, θα πάμε χρόνια μπροστά, για το φινάλε.

Μια τέτοια απαιτητική αφήγηση βέβαια χρειάζεται και την ανάλογη γλώσσα. Και σε αυτό το σημείο είναι που φαίνεται ξεκάθαρα τόσο η συγγραφική ικανότητα όσο και η φιλολογική ιδιότητα του Κώστα Ακρίβου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δοσμένη από το στόμα του Ζερβή, είναι γραμμένη σε γλώσσα άμεση, γρήγορη, οικεία, σχεδόν προφορική πολλές φορές, όπως φυσικά θα άρμοζε από τα χείλη ενός δεκαεφτάχρονου. Και η τριτοπρόσωπη αφήγηση που αφορά το περιστατικό του πνιγμού, γραμμένη αυστηρά, τυπικά, σχεδόν πένθιμα.

Ο Κώστας Ακρίβος στις 300 σελίδες του βιβλίου του χωράει πολλά πράγματα και πολλά συναισθήματα, που τα συνδυάζει όλα άψογα μεταξύ τους, σαν να περνάει από το ένα στο άλλο με ακροβατική δεινότητα. Συγκίνηση και θλίψη. Γέλιο και πόνος. Το ανάλαφρο και το τραγικό. Η αθωότητα και η ενοχή. Η αιτία και το αποτέλεσμα. Η απεικόνιση μας εποχής, αλλά και ένα περιστατικό πέρα από τον τόπο και τον χρόνο. Μια ιστορία εφηβική που γίνεται τελικά μια ιστορία ενηλικίωσης και ενδοσκόπησης.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο βιβλίο. Και αποδεικνύει πόσο ταλαντούχος είναι ο Κώστας Ακρίβος. Για την αριστουργηματική χρήση της γλώσσας, για το θέμα του, για τα νοήματα και πέρα από όλα αυτά γιατί στέκεται απέναντι στους ήρωες του, και κατ' επέκταση και στους αναγνώστες του, με σεβασμό, αξιοπρέπεια και πολλή αγάπη.

(Ανδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr, τ.44, Δεκέμβριος 2018)

Τι θα γινόταν αν είχαμε Χριστούγεννα όλο το χρόνο

Ναι το ξέρω ότι πολλοί από εσάς λατρεύουν τα Χριστούγεννα και δε θέλουν με τίποτα την επιστροφή στους ρυθμούς της καθημερινότητας, αλλά να τι θα συνέβαινε αν οι εορτές συνεχίζονταν επ' άπειρον.

- Δε θα είχαμε καμία όρεξη να δουλέψουμε, οπότε η -ήδη κατεστραμμένη- χώρα μας θα καταστρεφόταν ολοκληρωτικά, μιας και τίποτα δε θα λειτουργούσε.

- Θα φαλιρίζαμε οικονομικά λόγω χρεών στη ΔΕΗ από τα πολλά χριστουγεννιάτικα λαμπάκια.

- Θα ήμασταν χοντροί. Όλοι και για πάντα. Δε θα σταματούσαμε να τρώμε ποτέ.

- Το ξαφνικό αίσθημα φιλανθρωπίας που μας πιάνει στις γιορτές θα ξεθύμαινε σιγά-σιγά και από αναίσθητοι θα γινόμασταν εντελώς αναίσθητοι.

- Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα η τσέπη μας δε θα άντεχε τα ταξιδάκια, τα κομμωτήρια, τα δώρα στα βαφτιστήρια και τα τσιμπούσια στις ταβέρνες, θα φτωχαίναμε και θα ζηλεύαμε ακόμα περισσότερο αυτούς που δε φτωχαίνουν με τίποτα.

- Θα εξαντλούμασταν από την υπερβολική -και εντελώς fake- χαρά των εορτών και θα ήμασταν μέσα στα νεύρα. Χειρότερα από ότι είμαστε τώρα.

- Θα σιχαινόμασταν κάποια στιγμή το "Μόνος στο σπίτι". Και θα κόβαμε οριστικά και την τηλεόραση, αφού θα έδειχνε μόνο χριστουγεννιάτικες ταινίες. (Εντάξει, αυτό δεν είναι τόσο κακό).

- Θα έπρεπε -μοιραία- να έρθουμε αντιμέτωποι με το θέαμα του Άη-Βασίλη με (κόκκινο) μαγιό.

- Τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες και οι βασιλόπιτες δε θα σήμαιναν τίποτα πια για εμάς. Θα χάναμε την προσμονή για αυτήν την μικρή χαρά της ζωής.

- Θα παθαίναμε νευρικό κλονισμό από το πολύ "Last Christmas". Μπορεί και να αυτοκτονούσαμε κάποια στιγμή.

- Οι γαλοπούλες σύντομα θα γινόταν είδος υπό εξαφάνιση και μετά από λίγο καιρό είδος εξαφανισμένο. Θα διαταρασσόταν η τροφική αλυσίδα.

- Μετά από απανωτά οικογενειακά τραπέζια και πολλές συναντήσεις με φίλους, θα καταλήγαμε να τσακωθούμε με όλους. Δε θα μιλιόμασταν με κανέναν. Θα ήμασταν μόνοι στον κόσμο.

- Αυτοί που παθαίνουν κατάθλιψη στις γιορτές θα κατέρρεαν οριστικά. Και οι υπόλοιποι, ε κάποια στιγμή θα πάθαιναν κι αυτοί. Πόσο να αντέξουν πια;

Οπότε λοιπόν, ας χαρούμε με το τέλος των γιορτών! Ας επιστρέψουμε στην ασφαλή καθημερινότητα μας!

Todos lo saben (Το ξέρουν όλοι)

Todos lo saben (Everybody knows/Το ξέρουν όλοι), 2018

Σκηνοθέτης: Asghar Farhadi

Παίζουν: Penelope Kruz, Javier Bardem, Ricardo Darin

 

Η Λάουρα (Penelope Kruz) φτάνει στην Ισπανία από την Αργεντινή με τα δύο παιδιά της για το γάμο της αδερφής της. Ο σύζυγος (Ricardo Darin) έχει μείνει πίσω για δουλειές. Η χαρούμενη ατμόσφαιρα σύντομα θα διαλυθεί, όταν η κόρη της Λάουρα θα πέσει θύμα απαγωγής. Ολόκληρη η οικογένεια αναστατώνεται προσπαθώντας να βρει μια λύση, ενώ τη Λάουρα σπεύδει να βοηθήσει ο Πάκο (Javier Bardem), οικογενειακός φίλος και πρώην εραστής της.  

Ο Farhadi στο γνώριμο ύφος που τον έχουμε συνηθίσει και αγαπήσει, υπογράφει για άλλη μια φορά σενάριο και σκηνοθεσία και μας παραδίδει μια ταινία που ξετυλίγεται αργά σαν ένα μεγάλο κουβάρι από μυστικά, λάθη και δύσκολες αποφάσεις. Είναι γνωστή η ικανότητα του Farhadi να αποδομεί τις ανθρώπινες σχέσεις, να διαταράσσει τις ισορροπίες και να φέρνει τους ήρωες του σε μια σύγκρουση που δε διαφαινόταν από την αρχή, παίρνοντας πάντα αφορμή από κάποιο ατυχές περιστατικό, όπως είναι η απαγωγή στην προκειμένη περίπτωση.

Ακριβώς όπως και στις προηγούμενες ταινίες του ("Τι απέγινε η Έλι", "Ένας χωρισμός"), έτσι και στο "Το ξέρουν όλοι" ένα γεγονός καθαρά προσωπικό/οικογενειακό παίρνει μεγάλες διαστάσεις, αποκτά πολλές προεκτάσεις για να γίνει τελικά ζήτημα κοινωνικό που επηρεάζει πάρα πολλούς ανθρώπους που δε σχετίζονται άμεσα με αυτό. Καθώς προχωρά η ταινία, βγαίνουν στην επιφάνεια παράπονα, κρυμμένες αντιπάθειες, αποκαλύπτονται μυστικά και οι ήρωες καλούνται να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις που θα καθορίσουν τις ζωές τους για πάντα. Απόλυτα πιστός στο στόχο του να μας παραδώσει έναν κινηματογράφο όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικό, ο Farhadi βάζει τους ήρωες του να κινούνται στα τυφλά: δεν ξέρεις ποτέ αν οι αποφάσεις που παίρνουν είναι οι σωστές, αν είναι θύτες ή θύματα.

Παρόλο που η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα και η ιστορία εξελίσσεται ικανοποιητικά, το "Το ξέρουν όλοι" μοιάζει περισσότερο με μια -όχι και τόσο επιτυχημένη- αντιγραφή των προηγούμενων ταινιών του σκηνοθέτη -πατάει μεν στα ίδια μοτίβα, αλλά αδυνατεί να τους δώσει το ίδιο βάθος. Τα κίνητρα είναι πιο απλά, η εξέλιξη πιο γραμμική, οι ήρωες λιγότερο πολυεπίπεδοι, ενώ λείπει και ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο που συναντούμε πάντα στο έργο του Farhadi: αυτό του ηθικού διλήμματος, με την έννοια ότι όλοι έχουν δίκιο την ίδια στιγμή που έχουν και άδικο.

Ούτε ο ίδιος, απ' ότι φαίνεται, δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να κάνει τελικά μια ταινία κοινωνική ή απλώς ένα δραματικό θρίλερ. Παράλληλα, το γεγονός ότι αποφάσισε να ξεφύγει από το  πλαίσιο του Ιράν και να τοποθετήσει την ταινία του στην Ισπανία με ήρωες Ισπανούς κρύβει μεν ένα ενδιαφέρον, αλλά τον έχει βγάλει και λίγο έξω από τα νερά του. Πολύ καλή επιλογή πάντως το δίδυμο Kruz-Bardem.

Μετά από αυτό, σίγουρα περιμένουμε την επόμενη κίνηση του Farhadi, η οποία θα πρέπει να είναι ένα σκαλί πιο πάνω από ότι έχουμε δει μέχρι τώρα, γιατί ο κίνδυνος να πέσει στην παγίδα της επανάληψης είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Αν έχετε ξαναδεί Farhadi, δείτε το, βλέπεται με ενδιαφέρον. Αν όχι, ξεκινήστε καλύτερα από μία άλλη του ταινία.

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό artcore.gr

Αύγουστος Κορτώ

Είστε ένας από τους πλέον γνωστούς Έλληνες συγγραφείς. Πώς θεωρείτε ότι συνέβη αυτό; Είναι αρκετά δύσκολο να γίνει κανείς τόσο γνωστός στο χώρο της λογοτεχνίας.

Είναι θέμα συγκυριών. Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα σχεδόν 20 χρόνια πριν, το 1999. Τα πρώτα 13-14 χρόνια είχα ένα πολύ μικρό αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό, το οποίο όταν έβγαλα "Το βιβλίο της Κατερίνας" μεγάλωσε απότομα. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό. Εξάλλου, τα μπεστ σέλερ δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις, δεν είχα ιδέα τι θα ακολουθούσε.

Το αναγνωστικό σας κοινό εκφράζει πολύ έντονα την αγάπη του προς εσάς. Πώς σας κάνει αυτό να αισθάνεστε;

Πολλά βιβλία μου έχουν αυτοβιογραφικό περιεχόμενο, είμαι και αρκετά δραστήριος στα social media, οπότε πολλοί άνθρωποι έχουν την αίσθηση ότι με γνωρίζουν -και ορθώς την έχουν, γιατί όντως με γνωρίζουν ως ένα βαθμό. Είναι πολύ γλυκό, πολύ συγκινητικό, πολύ ευχάριστο όλο αυτό.

Ο μεγαλύτερος συγγραφικός σας φόβος;

Υποθέτω όλοι οι συγγραφείς φοβούνται μη στερέψουν, αλλά το writer's block είναι κάτι που καταπολεμάται -με το διάβασμα φυσικά.

Αν δεν είχατε γίνει συγγραφέας, τι θα είχατε γίνει;

Δεν ξέρω. Ξεκίνησα να σπουδάζω ιατρική, άρα θα μπορούσα να είχα γίνει γιατρός. Αλλά η δουλειά του γιατρού μού φαινόταν τρομακτικά υπεύθυνη και στρεσογόνα, από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι, παρόλο που η ιατρική είναι μια μαγική επιστήμη, δε θα γινόμουν ποτέ καλός γιατρός. Πραγματικά, η Ελλάδα και η ανθρωπότητα δε χρειάζεται τέτοιους γιατρούς!

Η θέση του συγγραφέα είναι υπεύθυνη; Έχει κοινωνικό χρέος ο συγγραφέας;

Όχι. Δε θεωρώ ότι διαμορφώνουμε συνειδήσεις, δεν ισχύουν αυτά τα βαρύγδουπα που λέγονται… Απλώς βοηθάμε κάποιους ανθρώπους να περνάνε πιο ευχάριστα και δημιουργικά, μέχρι εκεί.

Εσάς τι σας προσφέρει η συγγραφή;

Είναι το παιχνίδι μου. Ένα ιδιωτικό παιχνίδι, κατά το οποίο σκαρφίζομαι κάθε φορά ένα καινούργιο βιβλίο. Είναι σαν ένα παζλ που λίγο-λίγο ολοκληρώνεται στα χέρια σου, είναι εθιστικό και απολαυστικό. Από την άλλη βέβαια είναι και πολύ κουραστικό και χρειάζεται πειθαρχεία, πρέπει κάθε μέρα να κάθεσαι κάποιες ώρες και να γράφεις.

Μακροπρόθεσμα πώς βλέπετε τον εαυτό σας ως συγγραφέα;

Το μόνο μέλλον που σκέφτομαι είναι το εγγύς, αύριο, μεθαύριο… Δεν κάνω σχέδια.

Συγγραφικά, τι είναι αυτό που υπάρχει μέσα σας και δεν το έχετε εκφράσει ακόμα;

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν έχω εκδώσει ακόμα. Κάποια από αυτά ίσως εκδοθούν, κάποια όχι...

Αναδημοσίευση απο το το περιοδικο vakxikon.gr