Κώστας Ακρίβος

"Ο μεγαλύτερος κριτής ενός βιβλίου είναι ο χρόνος"

Ο συγγραφέας-φιλόλογος Κώστας Ακρίβος μιλάει στο vakxikon.gr για το νέο του βιβλίο "Γάλα Μαγνησίας" (Εκδόσεις Μεταίχμιο), για το τι είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα επιτυχημένο και για τη σχέση μαθητών και λογοτεχνίας στα ελληνικά σχολεία.

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες το νέο σας βιβλίο "Γάλα Μαγνησίας" (Εκδόσεις Μεταίχμιο). Πείτε μου μερικά λόγια για αυτό.

Το καλοκαίρι του 1974 στην παραλιακή τοποθεσία Πλάκες του Βόλου πνίγεται ένας μαθητής. Για τον πνιγμό υπαίτιοι θεωρούνται τέσσερις συμμαθητές του, που κολυμπούσαν στην ίδια με αυτόν παραλία. Ποιοι, όμως, είναι αυτοί και ποια η σχέση τους με το θύμα; Είναι πράγματι ένοχοι ή φταίει η κακιά στιγμή, όπως ισχυρίζονται; Κανείς, ούτε το Λιμενικό ούτε η Χωροφυλακή, δεν μπορεί να βρει τι πραγματικά συνέβη, άρα αδυνατούν να αποκαλύψουν την αλήθεια. Εκείνο που όλοι γνωρίζουν είναι ότι οι συγκεκριμένοι μαθητές όχι μόνο δεν είχαν φιλικές σχέσεις με το θύμα, αλλά πολλές φορές μάλωναν και για διάφορους λόγους έρχονταν στα χέρια. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι καλά έκαναν και τα έβαζαν μαζί του, επειδή το θύμα ασκούσε βία σε κάποια μικρότερα παιδιά που οι ίδιοι τα υπερασπίζονταν. Οι εν λόγω μαθητές και το θύμα είναι συμμαθητές, όμως είναι και εσώκλειστοι στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο της πόλης. Επομένως  γνωρίζονται πολύ καλά μεταξύ τους καθώς περνούν παρέα τις νύχτες και τις μέρες της εφηβείας τους. Κατάγονται από διάφορα χωριά της ευρύτερης περιοχής της Μαγνησίας και την επόμενη χρονιά ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Αυτή λοιπόν είναι η μαθητική, αυτή και η ιδιωτική ζωή τους. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2011, οι δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές του επεισοδίου θα συναντηθούν εντελώς τυχαία στην Αθήνα. Πρόκειται για μια συνάντηση που θα αλλάξει το παρελθόν μα και το παρόν της ζωής τους, γιατί ο ένας από τους δύο κατηγορεί τον άλλον ότι εκείνος έφταιξε που πνίγηκε ο συμμαθητής τους, ενώ μέχρι τώρα, όλα αυτά τα χρόνια, εκείνος αλλιώς τα είχε στο μυαλό του.

Φοβάστε το επόμενο βιβλίο; Μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου που πήγε καλά, υπάρχει η αγωνία για το αν θα είναι εξίσου καλό ή καλύτερο το επόμενο;

Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι η όποια επιτυχία ενός βιβλίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τις περισσότερες φορές αστάθμητους. Άρα καλό είναι ο συγγραφέας να μένει συγκεντρωμένος στην παραγωγή του έργου και λιγότερο στους τρόπους υποδοχής του από το κοινό. Άλλωστε ένας είναι ο μεγαλύτερος και σωστότερος κριτής, ο υπεράνω όλων: ο χρόνος.

Μετά από τόσα βιβλία, πόσο σας επηρεάζουν οι κριτικές; Πόσο σοβαρά τις λαμβάνετε υπ' όψιν; Και ποιος είναι για εσάς ο αυστηρότερος κριτής;

Για κάθε λογοτεχνικό έργο, ο ίδιος ο δημιουργός του πρέπει να είναι ο πιο άτεγκτος κριτής. Από τη στιγμή λοιπόν που το βιβλίο δεν είναι άλλο παρά ένα χέρι απλωμένο στον αναγνώστη, δεν μπορείς να κλείνεις τα μάτια σε κάθε κρίση, είτε αυτή προέρχεται από έναν “απλό” αναγνώστη είτε από έναν έγκριτο κριτικό λογοτεχνίας. Με ενδιαφέρουν πρωτίστως εκείνες οι κριτικές που εμβαθύνουν στο τι και το πώς ενός έργου και όχι εκείνες που το λιβανίζουν ή αυτές που τις χαρακτηρίζει η στρεβλή ανάγνωση ή, ακόμα χειρότερο, η συγκαλυμμένη εμπάθεια.

Τι είναι αυτό που πυροδοτεί την έμπνευση σας; Αυτό που σας κεντρίζει περισσότερο δημιουργικά;

Μεγάλο το καλάθι: Μνήμη και παρελθόν, πρόσωπα (εξ) αφανισμένα στις μυλόπετρες της ιστορίας, ενοχές, η φιλία και ο έρωτας, η προδοσία, η εξουσία σε κάθε της μορφή, το πώς κανείς από παιδί μεταμορφώνεται σε ενήλικα, η οικογένεια και τα πάθη της, οι ρίζες, το σήμερα και όσα γίνονται ή δεν γίνονται...

Τι είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα καλό; Και τι αυτό που τον κάνει γνωστό στο κοινό και "επιτυχημένο";

Η σκληρή δουλειά και η ταπεινοφροσύνη. Για να καθιερωθείς στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού και να κερδίσεις την εκτίμησή του, απαιτείται πάνω απ' όλα να μην είσαι λωποδύτης. Θέλω να πω μ' αυτόν τον σκληρό όρο, να μην προσπαθείς να ξεγελάσεις τους αναγνώστες σου με θέματα και τρόπο γραφής έχοντας σαν μοναδική βλέψη το κέρδος και την πρόσκαιρη επιτυχία. Μπορεί να τους ξεγελάσεις μία φορά ή μπορεί να κοροϊδέψεις κάποιους. Συνεχώς, όμως, και όλους δεν γίνεται! Οι αναγνώστες έχουν τις περισσότερες φορές πιο καθαρό μάτι και διαυγέστερο μυαλό από τους γραφιάδες.

Είναι εύκολο να είναι κανείς συγγραφέας στην Ελλάδα του σήμερα; Βοηθούν οι συνθήκες; Ο κόσμος αγκαλιάζει τη λογοτεχνία;

Λίγοι οι εκδοτικοί οίκοι και όχι τόσο ανοιχτοί απέναντι στους νέους συγγραφείς, αν και βέβαια πολλοί είναι εκείνοι που γράφουν και θα ήθελαν τα γραπτά τους να τα δουν να γίνονται βιβλίο. Για την πολιτεία και τη μέριμνα γύρω από το βιβλίο, καλύτερα ας μη το συζητήσουμε. Όσο δε για το αναγνωστικό κοινό της λογοτεχνίας, θα έλεγα πως χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: εκείνοι (-ες) που θέλγονται από τα εύπεπτα ροζ ή τα ψευδοϊστορικά μυθιστορήματα και οι λίγοι, ένα κοινό περίπου 5 με 6 χιλ. αναγνώστες που αναζητούν στο λογοτεχνικό βιβλίο την ποιότητα της γραφής.

Ποια συγγραφική σας στιγμή θα θεωρούσατε κορυφαία;

Κορυφαίο για κάποιον λογοτέχνη θα μπορούσε να είναι κάποιο βραβείο, η μετάφραση των βιβλίων του σε άλλες γλώσσες, οι πολλαπλές εκδόσεις ή, ακόμη, και η στιγμή που εκδίδει το πρώτο του βιβλίο. Προσωπικά δεν θα ξεχάσω ένα μεσημέρι που είδα τον πατέρα μου να κοιμάται και να έχει στο στήθος του μισάνοιχτο ένα δικό μου βιβλίο. Τον πατέρα μου που δεν είχε τελειώσει καν το σχολείο...

Από όλη τη συγγραφική δραστηριότητα, ποια είναι για εσάς η σημαντικότερη στιγμή; Η στιγμή της έμπνευσης; Η διαδικασία της συγγραφής; Το τυπωμένο πλέον βιβλίο; Η παρουσίαση και η επαφή με τον κόσμο;

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η κυκλοφορία του βιβλίου και η επαφή με το αναγνωστικό κοινό δεν έχουν τη δική τους γλύκα και μαγεία. Η διαδικασία ωστόσο της συγγραφής, από το αρχικό στάδιο της ανεύρεσης του θέματος μέχρι την ολοκλήρωση της γραφής, είναι εκείνο το στάδιο όπου ο λογοτέχνης βρίσκεται ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του, προσπαθώντας να εμφυσήσει ζωή στα πρόσωπα της φαντασίας του, ώστε να γίνουν πειστικοί λογοτεχνικοί χαρακτήρες. Νομίζω πως αυτή τη φάση είναι ανεκτίμητη – από κάθε άποψη.

Ως καθηγητής φιλολογίας σε δημόσια σχολεία της Ελλάδας, πώς κρίνετε τη σχέση μαθητών - λογοτεχνίας; Το σχολείο φέρνει με τον σωστό τρόπο τα παιδιά σε επαφή με τα λογοτεχνικά έργα;

Ο τρόπος που διδάσκεται σήμερα το μάθημα της λογοτεχνίας είναι ξεπερασμένος. Αν στα σχολεία, κυρίως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν καθιερωθεί επίσημα η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου και συνεχιστεί να υφίσταται το σημερινό μοντέλο, δηλαδή η διδασκαλία αποσπασματικών λογοτεχνικών κειμένων, τότε όχι μόνο οι σημερινές, μα και οι επόμενες γενιές μαθητών δεν θα γνωρίσουν και κυρίως δεν θα αγαπήσουν τη λογοτεχνία.

Συγγραφικά απωθημένα; Τι αισθάνεστε ότι είναι αυτό που δεν έχετε γράψει ακόμα;

Φοβάμαι να το ψάξω ανακρίνοντας τον εαυτό μου. Απλώς, του επιτρέπω κατά καιρούς να φέρνει αβίαστα στην επιφάνεια ό,τι σιγοκαίει κρυφά μέσα μου, δοκιμάζοντας αυτές τις σπίθες να τις κάνω βιβλίο.

 

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr ,τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2018

Τόποι, Νεκροί

Τόποι που νέκρωσαν,

άνθρωποι που πέρασαν και 'φύγαν,

πόλεις και ζωές

που λησμονήθηκαν στο πέρασμα της ιστορίας,

ο τόπος και ο χρόνος

έννοιες τόσο διφορούμενες.

 

Περιοδικό Ser-Free, #50, Νοέμβριος 2018

Αλκίνοος Ιωαννίδης

Σε ποιο σημείο της καριέρας σας βρίσκεστε; Αισθάνεστε ικανοποιημένος, υπάρχουν πράγματα που δεν κάνατε ακόμα, κάποια απωθημένα ίσως;

Απωθημένα δεν έχω γενικώς, προσπαθώ πάντα να κάνω τα πράγματα που έχω ανάγκη. Ασχολούμαι με πολλά διαφορετικά πράγματα στο χώρο της μουσικής, όχι μόνο με το τραγούδι, που είναι βέβαια και ο κύριος όγκος της δουλειάς και ο τρόπος που με ξέρει ο κόσμος, και πάντα προσπαθώ να γίνομαι καλύτερος. Όσον αφορά στην καριέρα…. Ποτέ δεν κατάλαβα ότι κάνω καριέρα αλήθεια, δεν το βλέπω έτσι. Απλά άλλες φορές βαλτώνεις, άλλες φορές προχωράς αλματωδώς, κι άλλες φορές κάνεις μια ησυχία και μαζεύεσαι και ίσως αυτή είναι και η πιο δημιουργική περίοδος.

Είστε ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές και τα δικά σας τραγούδια ειδικά αγγίζουν πολύ βαθιά τον κόσμο. Αυτό πώς σας κάνει να αισθάνεστε;

Όταν βλέπω ο κόσμος να αγαπάει τα τραγούδια μου αισθάνομαι μεγάλη χαρά, όπως όταν ένας γονιός βλέπει να αγαπούν το παιδί του και χαίρεται. Αλλά από την άλλη, όταν ηχογραφείς ένα τραγούδι και εκδοθεί, δεν αισθάνεσαι και τόσο πατέρας, έχει πια ελευθερωθεί, έχει ζωή από μόνο του.

Αυτό ακριβώς το έχει πει και ο Σεφέρης, ότι μόλις εκδόσεις ένα ποίημα, δεν είναι δικό σου πια, ανήκει στο κοινό.

Πράγματι, ένα τραγούδι ανήκει σε όσους το αγαπάνε και με αυτήν την έννοια εγώ θεωρώ δικά μου και τραγούδια που δεν έγραψα ο ίδιος.

Πρέπει να είστε άνθρωπος που δεν τα πάτε πολύ καλά με την δημοσιότητα, είστε αποτραβηγμένος και εμφανίζεστε επιλεκτικά.

Όλα αυτά είναι σχετικά. Με ενοχλούσε πάντα η έννοια του δημοσίου προσώπου, μου θυμίζει το ελληνικό δημόσιο, τα δημόσια ουρητήρια... Δεν αισθάνομαι όμως αποτραβηγμένος, εφόσον είμαι ένας άνθρωπος που δίνει τέσσερις-πέντε συνεντεύξεις το χρόνο. Απλά καλό είναι να βγαίνεις όταν έχεις να πεις κάτι καινούργιο. Αν όμως κάποιοι υπερβάλλουν και είναι κάθε μέρα στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά αποτραβηγμένος είναι αυτός που έχει μεγάλο έργο και δεν βγαίνει ποτέ να μιλήσει για αυτό. Εμείς όλοι που έχουμε φανερώσει στον κόσμο ένα μέτριο όγκο δουλειάς και βγαίνουμε και μιλάμε για αυτό, δεν θα πρέπει να θεωρούμαστε ιδιαίτερα συνεσταλμένοι!

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που υπάρχουν reality, γρήγορη και παροδική επιτυχία, σκυλάδικα, πόσος χώρος υπάρχει για αληθινή τέχνη;

Υπάρχει αληθινή τέχνη, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που γίνονται σε όλους τους τομείς και σε όλες τις τέχνες. Το τραγούδι τυγχάνει μιας διαχείρισης προνομιακής και οι τραγουδιστές ακόμη περισσότερο, και υπάρχουν καλλιτέχνες που κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά. Το αν είναι γνωστοί ή όχι στο κοινό αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Δηλαδή είστε ικανοποιημένος από τα μουσικά δρώμενα της Ελλάδας;

Δεν μου λείπουν πολλά πράγματα, αλλά είμαι ανικανοποίητος γενικά από την αισθητική της χώρας μας. Δεν μπορώ να το ταυτίσω αυτό με τις τέχνες αποκλειστικά, έχει να κάνει, παραδείγματος χάριν, και με την αρχιτεκτονική μας. Για παράδειγμα, στις πόλεις βλέπεις τις γνωστές άθλιες πολυκατοικίες, τα πάντα φτιαγμένα από μπετόν, χωρίς καμία αισθητική, αυτό με πειράζει. Και ειδικά όταν είσαι άνθρωπος που ταξιδεύεις στο εξωτερικό και βλέπεις ότι άλλοι έχουν γενικότερα μια καλύτερη αισθητική –ανεξαρτήτως από την προσωπική αισθητική του κάθε ατόμου. Αυτό μου λείπει, και αυτή η έλλειψη αισθητικής υπάρχει πλέον και στην πολιτική, στα ΜΜΕ, στον τρόπο που μιλάμε ο ένας στον άλλον, στον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, στον τρόπο που σπαταλάμε τον χρόνο μας, υπάρχει παντού, άρα και στις τέχνες, με φωτεινές βέβαια πάντα εξαιρέσεις.

Τι σημαίνει για εσάς επιτυχία; Ένας δίσκος που κάνει πωλήσεις, ένα live με πολλά άτομα, ο γάμος σας, οι κόρες σας;

Επιτυχία κατά τη γνώμη μου είναι το να είναι ο άνθρωπος σύμφωνος με τον εαυτό του ή να παλεύει να συμφωνήσει. Από εκεί και πέρα, μεμονωμένες επιτυχίες υπάρχουν. Εξαρτάται όμως πάντα ποιες είναι οι αναφορές και ποιοι οι στόχοι σου.

Μέχρι στιγμής είστε μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Φοβάστε ποτέ μήπως η έμπνευση αυτή σταματήσει;

Μου συμβαίνει συνέχεια, οπότε δεν το φοβάμαι. Όποτε δεν δώσω την ευκαιρία στον εαυτό μου να είμαι ανοιχτός, δεν είμαι και δημιουργικός. Πολλές φορές δίνω περισσότερη σημασία σε πράγματα εκτός της μουσικής και ξέρω ότι τότε το παράθυρο της έμπνευσης είναι κλειστό. Μου λείπει όταν συμβαίνει για πολύ καιρό, και έχω γράψει και τραγούδια πάνω σε αυτό, για παράδειγμα «γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω».

Αναφέρεστε στην έμπνευση; Γιατί τα περισσότερα τραγούδια σας δίνουν την εντύπωση ότι είναι καθαρά ερωτικά.

Ποτέ δεν έχω γράψει τραγούδι για έναν άνθρωπο, δηλαδή να μου λείπει μια κοπέλα και να γράψω ένα τραγούδι. Τα περισσότερα είναι υπαρξιακά, μιλούν για αυτήν την έλλειψη συμφωνίας με τον εαυτό μας, άρα και της συμφωνίας με τους άλλους ανθρώπους και με το σύμπαν ολόκληρο. Δεν είναι εγωιστικό να είσαι σύμφωνος με τον εαυτό σου, είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσεις σωστά απέναντι στους άλλους.

Το πολιτικό τραγούδι θα σας ενδιέφερε;

Πολλά τραγούδια που έχω γράψει και εγώ και άλλοι τα θεωρώ πολιτικά, με τρόπο όμως ουσιαστικότερο, χωρίς να φωνάζουν, χωρίς να πετάνε συνθήματα, χωρίς να είναι με τη γροθιά σηκωμένη, καταφέρνουν να δημιουργήσουν ακροατές με ανοιχτή ψυχή και με ανοιχτό μυαλό, που σκέφτονται και αντιλαμβάνονται τον κόσμο με έναν τρόπο που μπορεί να γίνει καθοριστικός για την αλλαγή αυτού του κόσμου, αν υπάρξει ποτέ αυτή η αλλαγή που όλοι ονειρευόμαστε. Οπότε θεωρώ ότι το πολιτικό είναι ένα τραγούδι που μπορεί να κρατήσει τις κεραίες του ακροατή ανοιχτές, ανεξάρτητα αν μιλάει ξεκάθαρα για τα θέματα τα οποία πραγματεύεται.

Τι υπάρχει από την δική σας ψυχή μέσα σε κάθε τραγούδι;

Αυτό δεν μπορώ να το πω. Δεν έχω ιδέα. Το τραγούδι είναι ένας κόσμος ολόκληρος και το σίγουρο είναι ότι τον έχω κατοικήσει αφού το έγραψα, αλλά δεν είναι και σίγουρο ότι βρίσκομαι ολοκληρωτικά εκεί. Δεν γνωρίζουμε ολόκληρο τον εαυτό μας και δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις ποιο μέρος σου είναι μέσα στο τραγούδι και ποιο απ’ έξω!

Ιανουάριος 2009, Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος  

Έχουμε όντως ανάγκη από μια συνέχεια του "Λόγω τιμής";

Εμείς οι 30+ είμαστε λίγο παράξενη γενιά. Είμαστε βλέπεις η γενιά του μεταιχμίου. Μεγαλώσαμε χωρίς κινητά, αλλά στην ενηλικίωση μας όλοι αποκτήσαμε ένα. Στο σχολείο ακούγαμε μουσική από κασέτες και cd, τώρα από το youtube. Παλιά πηγαίναμε σινεμά και νοικιάζαμε βιντεοκασέτες, τώρα βλέπουμε συνδρομητική τηλεόραση και κάνουμε download. Προλάβαμε τις συνεννοήσεις με φίλους από σταθερά τηλέφωνα (εκείνα τα μεγάλα γκρι μάλιστα), τη ζωή χωρίς facebook και twitter, τον κόσμο χωρίς διαδίκτυο και selfies. Είμαστε η μοναδική γενιά που τα έζησε εξίσου και τα δύο, την καθημερινότητα πριν και μετά την έκρηξη της τεχνολογίας.

Προσαρμοστήκαμε βέβαια πολύ καλά στα νέα δεδομένα, αλλά μάς έμεινε η νοσταλγία. Δεν μπορούμε πλέον να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς κινητά, υπολογιστή και social media, αλλά από την άλλη λατρεύουμε την εποχή που δεν τα διαθέταμε όλα αυτά. Το internet είναι γεμάτο από αφιερώματα για ό,τι έχει σχέση με τα 80s και τα 90s και εμείς δε σταματάμε να αποθεώνουμε αυτήν την εποχή, την βγαλμένη από τα βάθη της παιδικής μας αθωότητας.  (Δεν είναι τυχαία η επιτυχία της σειράς "Stranger Things", η οποία ζωντανεύει με έξοχο τρόπο τη δεκαετία του '80). 

Όλοι βέβαια εξιδανικεύουν τα παιδικά τους χρόνια και την εποχή της νιότης τους, αλλά καμιά φορά σκέφτομαι: μήπως είμαστε υπερβολικοί; Οι σημερινοί 30αρηδες και 40αρηδες ώρες-ώρες μού θυμίζουν τους γκρινιάρηδες παππούδες που αποδοκιμάζουν τα πάντα στο παρόν και ξεκινούν όλες τους τις προτάσεις με τη φράση "στη δική μου εποχή…".

Μέσα σε όλα αυτά, ήρθε και το καινούργιο "Λόγω τιμής". Αφού πρώτα το Mega έφτασε τη νοσταλγία μας σε νέα ύψη, προβάλλοντας την επανάληψη της σειράς το καλοκαίρι, έσκασε μύτη και ένα τρέιλερ στο youtube, σύμφωνα με το οποίο φαίνεται πως η σειρά θα συνεχιστεί, 20 χρόνια μετά.

Το πρώτο μου συναίσθημα ήταν η χαρά. Ε ναι, και ποιος δε θα είχε περιέργεια να δει τι απέγινε αυτή η ωραία παρέα; Από την άλλη όμως, προβληματίστηκα κιόλας. Έχουμε στα αλήθεια τόσο φτωχές ιδέες που δεν μπορούμε να βρούμε ένα νέο project για να κάνουμε ένα καλό σίριαλ; Αντί να μας προσφέρει κάτι νέο η τηλεόραση, προσπαθεί να "εκμεταλλευτεί" τη νοσταλγία μας για να εξασφαλίσει μια κάποια επιτυχία; Θα καταφέρει το σίριαλ να προσαρμοστεί στα δεδομένα αυτής της εποχής, ή για να μη χάσει τη σύνδεση με το παρελθόν θα τα κάνει μαντάρα;

Και στην τελική, μήπως ένα τέτοιο σίριαλ είναι πισωγύρισμα; Θέλω να πω, ήταν όμορφο το "Λόγω τιμής" για την εποχή που γυρίστηκε, αλλά πάει, τέλειωσε. Μήπως θα ήταν προτιμότερο να κοιτάμε μπροστά από το να αναμασούμε το παρελθόν;

Με αφορμή το "Λόγω τιμής" -αλλά και κάθε ξέσπασμα νοσταλγίας- σκέφτομαι πως ίσως αυτή να είναι η μεγάλη κατάρα της γενιάς μας, ότι έχουμε εγκλωβιστεί στη χρυσή δεκαετία του '90, τότε που όλα ήταν "ωραία". Ίσως αυτό το συναίσθημα να μας εμποδίζει να πάμε όσο μπροστά θα μπορούσαμε. Να μην τα ρίχνουμε όλα μόνο στην κρίση.

Είναι κακό που θα καταργηθούν τα λατινικά;

Καταργούνται, λέει, τα Λατινικά από τις Πανελλήνιες και στη θέση τους μπαίνει η Κοινωνιολογία. Και όπως είναι λογικό, έγινε χαμός από διαμαρτυρίες. Μας είναι τελικά τόσο απαραίτητα τα λατινικά;

Τα λατινικά συνοδεύονταν πάντα από μια μικρή υποτίμηση αφού είναι μια "νεκρή γλώσσα". Αυτή η αντίληψη φυσικά είναι εντελώς λάθος, καθώς τα λατινικά αποτέλεσαν τη βάση για πάρα πολλές γλώσσες, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και φυσικά στα λατινικά έχουν γραφεί μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της λογοτεχνίας. Είναι μια γλώσσα που αξίζει να τη μάθει κανείς.

Αξίζει όμως τόσο ώστε να τη δίνει σε πανελλήνιες εξετάσεις; Από τις οποίες εξετάσεις εξαρτάται η εισαγωγή του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και κατ' επέκταση το επαγγελματικό του μέλλον; Εγώ πάλι θα έλεγα ότι τα λατινικά στο Λύκειο αφορούν περισσότερο μια μικρή μερίδα μαθητών που στοχεύουν σε φιλολογικές σπουδές.

Ή τουλάχιστον αυτό συμβαίνει με τον τρόπο που διδάσκονται, δηλαδή αναλυτικά, βαρετά και στείρα. Η διδασκαλία των λατινικών είναι τόσο νεκρή, περισσότερο από την ίδια τη γλώσσα. Ένα μάθημα που δεν ανανεώθηκε ούτε στο ελάχιστο εδώ και δεκαετίες, με τους μαθητές να το βλέπουν ως το "δυνατό" τους χαρτί για τις πανελλήνιες (μιας και, ως γνωστόν, όλοι έπαιρναν πολύ καλό βαθμό στις εξετάσεις λόγω της φύσης του μαθήματος). Ποτέ όμως δεν άκουσα καθηγητές να διαμαρτύρονται τόσο έντονα για την ανάγκη αναβάθμισης του μαθήματος, όπως διαμαρτύρονται τώρα. Αλλά βλέπεις, ποτέ μέχρι τώρα δεν τέθηκε ζήτημα μείωσης ωρών.

Έπειτα, μιλάμε για πλήρη κατάργηση των λατινικών ή μόνο από τις πανελλήνιες εξετάσεις; Γιατί αν μας τρομάζει τόσο η κατάργηση ενός μαθήματος ΜΟΝΟ από τις εξετάσεις -ενώ θα συνεχίσει να διδάσκεται κανονικά- τότε, φίλοι μου, έχουμε πολύ μεγάλο πρόβλημα με το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Δηλαδή υπονοούμε ότι οι μαθητές μαθαίνουν μόνο αυτά στα οποία εξετάζονται. Και αν αυτό δεν είναι λίαν ανησυχητικό και για τα σχολεία μας, αλλά και για τον τρόπο που λειτουργούν οι μαθητές μας, τότε τι είναι;

Το επιχείρημα που ακούστηκε περισσότερο ήταν αυτό της υποβάθμισης των ανθρωπιστικών σπουδών, η οποία υποβάθμιση επιφέρει σταδιακά πλήγμα στη μόρφωση μας. Συμφωνώ απόλυτα. Αλλά και πάλι, μέχρι και σήμερα δηλαδή που διδάσκονταν τα λατινικά στα σχολεία, ήμασταν όλοι καλλιεργημένοι και μορφωμένοι; Δηλαδή αν αυτή τη στιγμή κοιτάξεις γύρω σου, ειλικρινά βλέπεις καλλιεργημένο κόσμο; Καλλιεργημένος κόσμος δεν υπάρχει γιατί το μυαλό μας κουρκουτιάζει όλη μέρα στην τηλεόραση και στο ίντερνετ, γιατί κανείς δε διαβάζει λογοτεχνία, γιατί μας ενδιαφέρει το φαίνεσθαι αντί για το είναι και γιατί το σχολείο κάνει πολύ κακή δουλειά συνολικά. Τα λατινικά παίζουν τόσο μα τόσο μικρό ρόλο σε όλο αυτό.

Κάποιοι μίλησαν για τις εκφράσεις των λατινικών που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, για τη χρήση της γλώσσας σε πολλούς τομείς της ζωής μας, για ορολογίες που χρησιμοποιούνται σε επιστήμες. Και πάλι θα πω: ποιος χρησιμοποιεί και ποιος γνωρίζει αυτές τις εκφράσεις; Και γενικά ποιος θυμάται το οτιδήποτε από τα λατινικά που διδάχτηκε στο λύκειο; Και πώς να τα θυμάται δηλαδή με τέτοιον άθλιο και ανέπνευστο τρόπο που τα διδάχτηκε.

Το καλύτερο πάντως επιχείρημα που άκουσα ήταν το εξής: τι θα απογίνουν οι φιλόλογοι; Τι θα απογίνουν οι αδιόριστοι, αν μειώνονται συνεχώς οι ώρες των φιλολογικών μαθημάτων, και πώς θα κάνουν …ιδιαίτερα μαθήματα αν δεν υπάρχει ανάγκη για φροντιστήρια. Ότι δηλαδή το Υπουργείο δεν πρέπει να παίρνει αποφάσεις με το σκεπτικό βελτίωσης της παιδείας και του σχολείου, αλλά να σκέφτεται μήπως βρεθούν χωρίς δουλειά όσοι δουλεύουν στην …παραπαιδεία.

Όλοι αυτοί οι φιλόλογοι -ανεξαρτήτως κατάργησης των λατινικών- δεν ήξεραν ότι θα μείνουν άνεργοι; Δε γνώριζαν ότι εδώ και χρόνια δε γίνεται πλέον διαγωνισμός ΑΣΕΠ για εκπαιδευτικούς και ότι για να διοριστείς πρέπει να φτύσεις αίμα; Και ότι τα ιδιαίτερα είναι μια εξαιρετικά αβέβαιη και ασταθής δουλειά; Για να μην πω για όσους καταλάθος βρέθηκαν σε φιλολογικές σχολές, επειδή τις δήλωσαν στο μηχανογραφικό τους τυχαία. Ότι το κράτος θα έπρεπε προ πολλού να κλείσει τις μισές φιλολογικές σχολές για να μειωθούν οι εισακτέοι, ναι. Το να μην καταργήσει τα λατινικά, μάλλον όχι.

Λέμε συνεχώς ότι θέλουμε αλλαγές στην παιδεία και στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, αλλά αν κάποιος αποπειραθεί να προτείνει έστω την παραμικρή αλλαγή, αντιδρούμε με λύσσα και ωρυόμαστε. Δεν ξέρω αν σε βάθος χρόνου θα κάνει καλό ή κακό η κατάργηση των λατινικών. Αυτό που ξέρω είναι πώς επρόκειτο για ένα εντελώς μονοδιάστατο και μίζερο μάθημα που δεν πρόσφερε αυτά που έπρεπε και θα μπορούσε να προσφέρει. Για αυτό θα έπρεπε να διαμαρτυρόμαστε, για το ότι δεν έχουμε ένα ελκυστικό πλάνο μαθήματος, για το ότι δεν έχουμε πιο βιωματικούς τρόπους διδασκαλίας, για το ότι δεν έχουμε πιο ενδιαφέροντα βιβλία. Και θα έπρεπε να διαμαρτυρόμαστε για αυτά κάθε μα κάθε μέρα.