Αναγέννηση

Αφού το ξέρεις,
η ζωή πάντα θα ξαναγεννιέται
μέσα από το θάνατο.
City zoom, περιοδικό Ser-Free, τ.49, Ιούλιος 2018

Αφού το ξέρεις,
η ζωή πάντα θα ξαναγεννιέται
μέσα από το θάνατο.
City zoom, περιοδικό Ser-Free, τ.49, Ιούλιος 2018

Το καλοκαίρι θέλει αραλίκι. Θέλει δροσιά, παγωμένο φραπέ, συγνώμη, φρέντο εσπρέσσο, ξεγνοιασιά, λίγη τεμπελιά. Ραθυμία, τα πάντα να κυλούν αβασάνιστα. Όχι υποχρεώσεις, όχι σκοτούρες, όχι πολλή δουλειά.
Δε σας φαίνεται ότι το καλοκαίρι μοιάζει πολύ με τον Έλληνα; Αυτά δε θέλει κι ο Έλληνας, να κουραστεί λίγο και να αράξει πολύ; Εντάξει, αυτά τα θέλει όλο το χρόνο, αλλά το καλοκαίρι -ας πούμε- δικαιολογούνται κιόλας.
Μαζί με όλα αυτά, ήρθε και το facebook, ήρθε και το instagram, και το αραλίκι του καλοκαιριού έγινε αντικείμενο επιδειξιομανίας, έγινε πραγματικό modus vivendi. Όλοι ανεβάζουν τις καφεδάρες τους, τα κοκτέιλ τους, τις ξαπλώστρες τους και τα μαγιό τους και καταλήγεις να είσαι ο καημένος εσύ αν δε συμμετέχεις σε αυτό το θερινό ντελίριο ξεσαλώματος και απραξίας.
Το καλοκαίρι στην Ελλάδα όμως δε θα έπρεπε να είναι διαφορετικό; Το καλοκαίρι, ειδικά σε μια χώρα όπως η δική μας, δε θα έπρεπε να είναι η πιο γόνιμη, η πιο δημιουργική περίοδος;
Ευκαιρίες για εποχιακές δουλειές, για επιχειρηματικά ανοίγματα, για νέες ιδέες, τόσο τουρισμό έχουμε. Ευκαιρίες για γνωριμίες με νέους ανθρώπους, από άλλες πόλεις, από άλλες χώρες. Η κατάλληλη εποχή για γνωριμία με τα αξιοθέατα της χώρας, με τα μνημεία της, με την πολιτιστική της κληρονομιά, την ιστορία της. Η κατάλληλη εποχή για νέες ασχολίες, για εκμάθηση σπορ, για δραστηριότητες στη φύση. Με περισσότερο ελεύθερο χρόνο το καλοκαίρι, ευκαιρία για εθελοντισμό, για κατάρτιση, για συμμετοχή σε ενδιαφέροντα project.
Όλα αυτά εξάλλου δεν έκαναν κάποτε την Ελλάδα τη σπουδαία χώρα που ήταν; Η εξωστρέφεια, το ανήσυχο πνεύμα, η προθυμία για ρίσκο και τολμηρές κινήσεις;
Και μαζί με όλα αυτά τα ωραία και τα χρήσιμα, που θα μας πήγαιναν μπροστά και ως χώρα και ως ανθρώπους, αν βάζαμε και τα τζιτζίκια και τις όμορφες ακρογιαλιές και την ωραία γαλήνη που προσφέρει ο ίσκιος ενός δέντρου στην υπέροχη ελληνική ύπαιθρο, θα είχαμε έναν πραγματικό παράδεισο.
Αλλά δυστυχώς, τους θερινούς μήνες στην Ελλάδα όλα υπολειτουργούν, όλα μπαίνουν στο pause. Η εικόνα του ελληνικού καλοκαιριού μοιάζει να συμβολίζει τη βαθύτερη ουσία του Έλληνα: τόσες δυνατότητες και τόσες χαμένες ευκαιρίες.
Περιοδικό Ser-Free, τ.49, Ιούλιος 2018

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες μια ωραία διαφήμιση της Vodafone CU στην οποία ένας νεαρός ψάχνει μια κοπέλα που έχασε το κινητό της, την ψάχνει παντού, μέχρι που σε κάποια στιγμή μπουκάρει και σε μια βιβλιοθήκη και ξεφυλλίζει την "Πολιτεία" του Πλάτωνα. Αφενός ξαφνιάστηκα τρομερά από την επιλογή των διαφημιστών να εντάξουν σε ένα τόσο φρέσκο και νεανικό σποτ ένα βιβλίο και μάλιστα τόσο βαθυστόχαστο όσο αυτό του Πλάτωνα. Αφετέρου σκέφτηκα: κι αν ήταν το διάβασμα της μόδας;
Οι Έλληνες δε διαβάζουν λογοτεχνία -όχι στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον. Και πολλοί από αυτούς που διαβάζουν προτιμούν τα εύπεπτα των 500 σελίδων που αβασάνιστα τα ξεπετάς σε ένα διήμερο. Να μη μιλήσω για ποίηση ή για φιλοσοφία. Οι λόγοι που δε διαβάζουμε πολύ είναι άπειροι. Μπουχτίσαμε από το πολύ διάβασμα του σχολείου; Τσιγκουνευόμαστε τα λεφτά για βιβλία; Δε θέλουμε να βάλουμε το μυαλουδάκι μας να κουραστεί λίγο παραπάνω; Μας παρασέρνει η τηλεόραση;
Αλλά ίσως είναι και κάτι άλλο: το διάβασμα δεν είναι της μόδας. Τα χρόνια της ευμάρειας που προηγήθηκαν ανήγαγαν σε απόλυτο modus vivendi την κατοχή των υλικών αγαθών, τη μόδα, τα ωραία σπίτια και τα ακριβά αυτοκίνητα, τα μοδάτα ρολόγια, τα μπουζούκια και τα μπαρ. Μιλάμε για μια νοοτροπία που σχετίζεται καθαρά με την ωραία εικόνα και το χρήμα. Σε μια τέτοια κατάσταση δε χωρούνε ούτε βιβλία ούτε πνευματικές αναζητήσεις. Αντιθέτως, το να είσαι άνθρωπος του πνεύματος -ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- ταυτίστηκε περισσότερο με κάτι παρωχημένο και ελιτίστικο.
Και ξαναλέω: αν γινόταν το διάβασμα της μόδας; Αν το να διαβάζεις πολλά και καλά βιβλία παρουσιαζόταν ως η νέα τάση, όπως ακριβώς έγινε στο παρελθόν με τα ρούχα και τα αυτοκίνητα; Αν τα περιοδικά, οι διαφημίσεις, η τηλεόραση προέβαλαν ένα τέτοιο πρότυπο; Βέβαια, δεν είναι δουλειά δική τους να καλλιεργήσουν πνευματικά τον μέσο Νεοέλληνα, αλλά αναρωτιέμαι πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Θα είχαμε αυτομάτως ένα έθνος πιο μορφωμένο, πιο ανοιχτόμυαλο, πιο ώριμο.
Εντάξει, θα ήθελε πάρα πολύ δουλειά για να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά και πάλι, ο Πλάτωνας στη διαφήμιση της Vodafone μού γεννά μια αισιοδοξία.

Οι εξελίξεις που συμβαίνουν τελευταία στη χώρα μας σχετικά με το Μακεδονικό είναι από λυπηρές έως επικίνδυνες, δεν αμφιβάλλει κανείς για αυτό. Το αν η συμφωνία για το όνομα θα επιφέρει οριστική επίλυση της έντασης μεταξύ των δύο χωρών ή αν θα φανεί μοιραία για εμάς, θα το δείξει, καλώς ή κακώς, η ιστορία. Οι αντιδράσεις μας όμως για όσα συμβαίνουν δείχνουν λαό ώριμο και σκεπτόμενο ή είναι ανόητες;
Καταρχάς, λίγο αργά δε θυμηθήκαμε να στεναχωρηθούμε για τη Μακεδονία; Ήδη από τις αρχές του '90 πάνω από 140 χώρες έχουν αναγνωρίσει την γείτονα μας χώρα ως Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δε φάνηκε να μας πειράζει αυτό. Όταν έστηναν αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και καλλιεργούσαν ολόκληρη προπαγάνδα, δεν είδα κανένα status στο fb ούτε κανένα συλλαλητήριο.
Και φυσικά αυτό δεν είναι καινούργιο. Η προπαγάνδα για να καλλιεργηθεί εθνική μακεδονική συνείδηση στους Σκοπιανούς ξεκίνησε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο! Δε νομίζω ότι όλα αυτά τα χρόνια αντέδρασε ποτέ κάποιος.
Και για όποιον θα ήθελε να ψάξει σε σοβαρές πηγές και σε βίντεο, θα πληροφορούνταν ότι το 1993 ο Αντώνης Σαμαράς πρότεινε το όνομα "Μακεδονία" -σκέτο, χωρίς άλλον προσδιορισμό- και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης το "Βόρεια Μακεδονία"! Συνεπώς, δεν είναι έργο του ενός πολιτικού ή μιας κυβέρνησης η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα σχετικά με το μακεδονικό. Ούτε ξέρουμε πώς θα εκτροχιάζονταν τα πράγματα αν δε συμφωνούσαμε τώρα έστω στο "Βόρεια Μακεδονία".
Αλλά εμείς λίγο ενδιαφερόμαστε για αυτά. Εμείς θέλουμε να θυμώσουμε, να φωνάξουμε, να καταραστούμε. Θέλουμε να μεθύσουμε από εθνικιστικό παροξυσμό. Οι περισσότεροι από αυτούς που διαμαρτύρονται σε πορείες ή στα social media δεν έχουν ιδέα από ιστορία, δεν έχουν φροντίζει να ενημερωθούν από πουθενά, δεν μπορούν καν να παραθέσουν λογικά επιχειρήματα σε μια νηφάλια συζήτηση.
Δεν έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε με τη λογική ως έθνος. Είμαστε τόσο απελπισμένοι (έτσι ήμασταν πάντα;) που το μόνο που κάνουμε είναι να αρπαζόμαστε από σύμβολα. Μακεδονία! Παρθενώνας! Μέγας Αλέξανδρος! Περικλής! Όμηρος! Ορθοδοξία! Όλα μπουρδουκλωμένα στο μυαλό μας και όλα ανάκατα. Τόσο μπουρδουκλωμένα μάλιστα ώστε να ποστάρουμε στο fb το κεφάλι του αγάλματος του Δαυίδ και να το πασάρουμε για Μεγαλέξανδρο.
Όσο παραμένουμε ανιστόρητοι, όσο ψηφίζουμε λάθος άτομα, όσο μας ενδιαφέρει μόνο πώς θα κάνουμε καλή ζωή για να το παίζουμε μούρη στο fb, αυτή θα είναι η τύχη μας ως έθνος και ως χώρα.

Downsizing (Μικρόκοσμος), 2017
Σκηνοθέτης: Alexander Payne
Παίζουν: Matt Damon, Christoph, Waltz, Hong Chau
Μια ομάδα επιστημόνων, για να αντιμετωπίσει την καταστροφή του πλανήτη λόγω υπερπληθυσμού, καταφέρνει ένα απίστευτο επίτευγμα: μπορεί να περιορίσει το μέγεθος ενός ανθρώπου σε μόλις δέκα εκατοστά. Πολλοί είναι αυτοί που σπεύδουν να μικρύνουν, καθώς με τα χρήματα που διαθέτεις στον κανονικό κόσμο, στον μικρόκοσμο είσαι πλούσιος. Έτσι θα πάρει την απόφαση να μικρύνει και ο Paul Safranek (Matt Damon), αλλά τελικά η ζωή του στον μικρόκοσμο δε θα εξελιχτεί όπως το περίμενε.
Πανέξυπνη ιδέα και φιλόδοξο κινηματογραφικό σχέδιο, στο οποίο ο σκηνοθέτης επιδιώκει να χωρέσει ένα σωρό μηνύματα: κοινωνικά, υπαρξιακά, περιβαλλοντικά. Παρόλ' αυτά, η ταινία μοιάζει να χάνεται μέσα στην ίδια της την πλοκή, καθώς αδυνατεί να διαλέξει κάποια από τις κατευθύνσεις που έχει ανοίξει και τελικά παύει να έχει συγκεκριμένο στόχο. Το δομικό αυτό πρόβλημα προέρχεται προφανώς από το γεγονός ότι προοριζόταν για σειρά και όχι για τη μεγάλη αίθουσα, αλλά καθώς φαίνεται χρειαζόταν τελικά περισσότερη επεξεργασία.
Παρά το δυναμικό και ενδιαφέρον ξεκίνημα, η ταινία κατρακυλά αργά και σταθερά, για να καταλήξει σε ένα φινάλε εντελώς ανέμπνευστο. Οι χαρακτήρες είναι ελαφρώς σχηματικοί και δεν προχωρούν στην εμβάθυνση που θα έπρεπε. Στα συν της ταινίας, εκτός από την υπόθεση της, είναι το χιούμορ της, καθώς και το γεγονός ότι -ενώ το θέμα προσφέρεται- δεν καταφεύγει στην εύκολη λύση του εντυπωσιασμού και των οπτικών εφέ.