Χάρρυ Κλυνν

Ο Χάρρυ Κλυνν και η θεατρική ομάδα «Τα παιδιά της Σαλονίκης» ξαναζωντάνεψαν μετά από πενήντα χρόνια την κωμωδία των, λεγόμενων Διόσκουρων, Σακελάριου-Γιαννακόπουλου «Ένας ήρωας με παντόφλες» και ο γνωστός κωμικός ενσάρκωσε, μισό αιώνα μετά τον Βασίλη Λογοθετίδη, τον θρυλικό στρατηγό Λάμπρο Δεκαβάλα. Το έργο γράφτηκε και ανέβηκε το 1948, στο τέλος δηλαδή περίπου του εμφυλίου, και η κινηματογραφική του εκδοχή, σκηνοθετημένη από τον Σακελάριο, παίχτηκε δέκα χρόνια μετά.

Τι ήταν αυτό που οδήγησε τον Χάρρυ Κλυνν να αναστήσει το έργο πρωταγωνιστώντας και σκηνοθετώντας; Μιλώντας στο Σερραϊκό Θάρρος, είπε:

«Ένα έργο που ασχολείται με τη διαφθορά των ηθών και μάλιστα σε μια περίοδο δύσκολη όπως ήταν εκείνη, απαιτούσε και αρετή και τόλμη, και από τους συγγραφείς και από τον πρωταγωνιστή. Το έργο δημιούργησε προηγούμενο και είχε τεράστια επιτυχία στην Αθήνα, φανέρωσε και τις αρετές που έχει ως θεατής ο ελληνικός λαός».

Παρόλ’ αυτά, το έργο δεν ξανανέβηκε στο θέατρο έκτοτε. Ο Χάρρυ Κλυνν εικάζει πως αυτό οφείλεται σε έναν φόβο εκ μέρους των ερμηνευτών για μια ενδεχομένη σύγκριση με τον αξεπέραστο Λογοθετίδη, πόσο μάλλον όταν αυτός ο ρόλος είχε γραφτεί τότε για τον συγκεκριμένο ηθοποιό. Ο ίδιος όμως δεν φοβήθηκε μια τέτοια σύγκριση;

«Έχω πάρει πολλές φορές ρίσκο, η σιγουριά δεν χαρακτηρίζει ανθρώπους προοδευτικούς. Εγώ απλά ερμηνεύω το ρόλο με τον τρόπο που αισθάνομαι και γι’ αυτό πιστεύω πως κανείς δεν κάνει σύγκριση. Υπήρχε βέβαια ένα φόβος, ο οποίος όμως διαλύθηκε με την πρεμιέρα της παράστασης. Έγινε μεγάλη επιτυχία».

Η υπόθεση του έργου τραγικά κλασσική: ένας απόστρατος στρατηγός, φτωχός πλέον αλλά ηθικά ακέραιος, δέχεται την τιμή να στηθεί άγαλμα του σε μια πλατεία. Αργότερα όμως μαθαίνει ότι η κίνηση αυτή δεν έγινε για να τον τιμήσουν, αλλά για να εισπράξουν οι πολιτικοί λεφτά από την κατασκευή του αγάλματος. Ένα έργο τόσο επίκαιρο, σαν να γράφτηκε χθες, μέσα από το οποίο περνά πλήθος μηνυμάτων: η διαφθορά των πολιτικών, η δύναμη του χρήματος, η ιδεολογία και η ακεραιότητα -που ωστόσο δεν ανταμείβονται.

Ο Χάρρυ Κλυνν βρίσκει αισιόδοξο το μήνυμα της παράστασης.

«Αυτό που προκύπτει είναι ότι δεν είναι τα πάντα ισοπεδωμένα. Δεν είναι όλοι ίδιοι, υπάρχει ελπίδα. Ο διεφθαρμένος πολιτικός υπάρχει, αλλά υπάρχει και ο αντίποδας, δηλαδή ο έντιμος χαρακτήρας. Ό, τι κακό και να γίνει θα υπάρξει στον αντίποδα και το καλό».

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έσπευσαν στο θέατρο για να παρακολουθήσουν την παράσταση. Μπορεί το θέατρο να μην ήταν γεμάτο, αλλά το κοινό ήταν πάρα πολύ θερμό, και λόγω των κωμικών στοιχείων, αλλά και λόγω της αμεσότητας που δημιουργούσε η ερμηνεία του Χάρρυ Κλυνν. Για την ανταπόκριση του κόσμου γενικά, ο ηθοποιός σχολίασε:

«Ενώ οι περισσότεροι δεν έχουν δει το έργο, αντιδρούν σαν να το γνωρίζουν. Το έργο μιλάει στο υποσυνείδητό τους, τους θυμίζει πράγματα οικεία».

Ο αγαπημένος κωμικός για τα μελλοντικά του σχέδια δήλωσε μόνο το εξής:

«Δεν κάνω ποτέ σχέδια. Υγεία μόνο να έχουμε και υπάρχει χρόνος να συνεχίσουμε αυτό ξεκινήσαμε, το οποίο το βλέπω κυρίως ως προσφορά και λιγότερο ως αμοιβή. Διαφορετικά, όπως είπε ο Στανισλάφσκι, παύει να είναι ιερέας του πάθους και της ομορφιάς ο ηθοποιός και γίνεται ένας ψυχρός έμπορος. Εγώ δεν έχω καταντήσει ακόμη έτσι!».

 

Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος, Ιούλιος 2009

Ida

Ida, 2013

Σκηνοθέτης: Pawel Pawlikowski

Παίζουν: Agata Kulesza, Agata Trzebuchowska

Η Άννα είναι μια νεαρή καλόγρια σε ένα καθολικό μοναστήρι. Μια εβδομάδα πριν χειροτονηθεί, η ηγουμένη θα την προτρέψει να συναντήσει την μοναδική εν ζωή συγγενή της, την θεια της. Συναντώντας την θα μάθει ότι την λένε Ίντα και ότι είναι Εβραία. Οι δυο γυναίκες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι για να βρουν που βρίσκονται θαμμένοι οι γονείς της Ίντα.

Η ταινία μας τοποθετεί στην Πολωνία του 1962, όπου τα τραύματα του πολέμου είναι ακόμα νωπά, ο κόσμος προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί και οι άνθρωποι να βρουν ταυτότητα. Το ιστορικό πλαίσιο αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα και γόνιμη βάση για να αναπτυχθεί η ιστορία της ταινίας, χωρίς να πρόκειται ωστόσο για ταινία πολιτική. Ιστορική τοποθέτηση και υπαρξιακή/προσωπική αναζήτηση συνδιαλέγονται με έναν μοναδικό τρόπο.

Οι δύο ηρωίδες, εξαιρετικές στους ρόλους τους, είναι τα άκρα αντίθετα. Η μια δεν έχει ζήσει τίποτα, είναι ταγμένη και αφοσιωμένη στην πίστη της. Η άλλη έχει ζήσει τα πάντα, προσπαθεί μέσα από το αλκοόλ, το τσιγάρο και το σεξ να ξεπεράσει τις ενοχές του παρελθόντος. Η μια εκπροσωπεί το παλιό, η άλλη το νέο, εκ των πραγμάτων γίνονται σύμβολα πέρα από το χώρο και το χρόνο.

Η προσπάθεια της υπαρξιακής τοποθέτησης, η αναζήτηση ταυτότητας, η εξιλέωση, η επιθυμία, το ανεκπλήρωτο είναι μερικές μόνο από τις έννοιες που πραγματεύεται η ταινία στα 80 λεπτά που διαρκεί.

Πέρα από το ενδιαφέρον θέμα, η ταινία κερδίζει τις εντυπώσεις με τη σκηνοθεσία και τη φωτογραφία. Ασπρόμαυρη -που επιτείνει το αίσθημα κατήφειας και μελαγχολίας- και σε τετράγωνο καρέ, ο σκηνοθέτης έχει καταφέρει να παραδώσει μια ταινία στυλιζαρισμένη και αριστουργηματικά γυρισμένη. Τα πλάνα μοιάζουν με φωτογραφίες, είναι όλα σταθερά, αδιαφορώντας σχεδόν για τους ήρωες που κινούνται μέσα σε αυτά. Οι λασπωμένοι επαρχιακοί δρόμοι, οι μικρές πόλεις, ο γκρίζος ουρανός, η φύση, όλα δημιουργούν την θλιβερή ατμόσφαιρά που θέλει να πετύχει ο σκηνοθέτης, χωρίς ωστόσο να καθιστούν την ταινία ψυχρή ή καταθλιπτική.

Η ταινία απέσπασε ένα σωρό βραβεία, μεταξύ των οποίων και το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Οι (ευσυνείδητοι) οδηγοί και οι (ασυνείδητοι) πεζοί

Περπατώντας στους δρόμους της πόλης τον τελευταίο καιρό διαπίστωσα το εξής: όλο και περισσότεροι οδηγοί σταματούν για να περάσει γονιός με το καρότσι του παιδιού του, σε τόσο μεγάλο βαθμό μάλιστα που κοντεύει να γίνει κανόνας. Θα μου πεις βέβαια, αυτονόητο δεν είναι; Θα πρέπει να τους δώσουμε και τα εύσημα; Σε μια κοινωνία που η κακή οδηγική συμπεριφορά έχει παράδοση, ναι, λέω να τους δώσουμε τα εύσημα.

Οι πάντες -οδηγοί και πεζοί- βρίζουν τους οδηγούς. Και καλά κάνουν δηλαδή, γιατί η αλήθεια είναι ότι όσοι έχουν αυτοκίνητο τείνουν να παρκάρουν σε διαβάσεις, ράμπες και θέσεις ατόμων με ειδικές ανάγκες, να διπλοπαρκάρουν και να δυσκολεύουν την κυκλοφορία ή ακόμα και να παίρνουν το αυτοκίνητο τους για ψύλλου πήδημα επιτείνοντας έτσι το κυκλοφοριακό χάος.

Τα τελευταία όμως δέκα χρόνια που οδηγώ πλέον κι εγώ διαπίστωσα με έκπληξη το εξής: δεν είναι μόνο οι οδηγοί που δεν ξέρουν να συμπεριφέρονται, είναι και οι πεζοί -για να μην πω κυρίως οι πεζοί. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε μειονεκτική θέση -με την έννοια ότι σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση σίγουρα ο πεζός θα είναι ο …χαμένος-, θεωρούν αυτονόητο ότι οι οδηγοί πρέπει να τους προσέχουν, γιατί αν τους χτυπήσουν πολύ απλά θα τους στείλουν στο νοσοκομείο! Με αυτό το σκεπτικό (γιατί προφανώς αυτό είναι το σκεπτικό, δεν μπορώ να βρω άλλη λογική εξήγηση), κάνουν ό,τι γουστάρουν: περπατούν σε μέση ενός μη πολυσύχναστου δρόμου, διασχίζουν πολύ αργά το δρόμο, πετάγονται απέναντι ακόμα κι αν το φανάρι τους είναι κόκκινο επειδή θεωρούν ότι το αυτοκίνητο βρίσκεται ακόμα μακριά, κάνουν κατάχρηση του κανόνα ότι τα αυτοκίνητα πρέπει να σταματούν στις διαβάσεις και περνούν απέναντι από όποιο σημείο τους καπνίσει.

Σαν να μην έφταναν οι πεζοί, πλέον υπάρχουν και τα ποδήλατα (τα οποία αυξήθηκαν λόγω κρίσης και λόγω …μόδας), τα οποία πηγαίνουν αντίθετα σε μονόδρομους, πορεύονται στη μέση του δρόμου και παραβαίνουν γενικά τον ΚΟΚ επειδή "είναι ποδήλατα" οπότε οκ, δεν πειράζει. Και σαν να μην έφταναν τα ποδήλατα ήρθαν και οι γονείς με τα καρότσια που ούτε διαβάσεις τηρούν και πολλές φορές δεν πηγαίνουν καν από το πεζοδρόμιο.

Δε φταίνε μόνο οι οδηγοί για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους. Ούτε πάσχουν μόνο οι οδηγοί από έλλειψη παιδείας. Από έλλειψη παιδείας πάσχουμε όλοι μας, αυτό πια κάνει μπαμ από μακριά. Σε τελική ανάλυση όμως το θέμα είναι το εξής: αν θέλουμε να μας σέβονται οι οδηγοί, θα πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους να αρχίσουμε να τους σεβόμαστε κι εμείς.

Πρωινό ξύπνημα

Και τα κορμιά μας

κατακερματισμένες ήπειροι,

επλήγησαν

κάποιο πρωινό,

ανάμεσα σε έναν βιαστικό καφέ

και ένα αντίο.

Coco

Coco (2017)

Σκηνοθέτης: Lee Unkrich

Ο Μιγκέλ είναι ένα 12χρονο αγόρι που θέλει διακαώς να γίνει μουσικός. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: η οικογένεια του θεωρεί απαγορευμένη κάθε επαφή με τη μουσική, από τότε που ο προπάππους του μικρού εγκατέλειψε τη γυναίκα του και την κόρη τους, Κοκό, για να γίνει μουσικός. Την ημέρα των Νεκρών, ο Μιγκέλ θα αποπειραθεί να κλέψει την κιθάρα του -νεκρού πλέον- ειδώλου του, Ερνέστο ντε λα Κρουζ, και θα μεταφερθεί μαγικά στον κόσμο των νεκρών...

Το Κοκό αγαπήθηκε τρελά από τους σινεφίλ και δικαίως θεωρείται ένα από τα καλύτερα animation των τελευταίων ετών. Το μεγαλύτερο του ατού είναι η πρωτοτυπία του: νεκροί και ζωντανοί συνδέονται με ιδιαίτερα ευφάνταστο και διασκεδαστικό τρόπο, ενώ ο κόσμος των νεκρών παρουσιάζεται με χιούμορ και φαντασία, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.

Ωραία ιδέα να αξιοποιηθεί τόσο το έθιμο της Μέρας των Νεκρών όσο και γενικά η μεξικάνικη κουλτούρα με την μουσική της, τις παραδόσεις της και την ...Φρίντα Κάλο.

Φυσικά -μιας και πρόκειται για ταινία που απευθύνεται και σε παιδιά- δε λείπουν οι συγκινητικές στιγμές, τα μηνύματα περί αγάπης και αξίας της οικογένειας και το μότο του να κυνηγάς τα όνειρα σου.

Όλα αυτά απογειώνονται με την υπέροχη μουσική της ταινίας και με ένα απίστευτο plot twist που θα πείσει τελικά ακόμα και τους πιο δύσπιστους.

Μια ταινία χάρμα οφθαλμών, μια πανδαισία χρωμάτων, μουσικής και συναισθημάτων που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και κερδίζει τους πάντες.