Πάνος Καρκανεβάτος

Πάνος Καρκανεβάτος, σκηνοθέτης

«Σε συνθήκες κρίσης και πίεσης οι προτάσεις που προκύπτουν είναι ακόμα πιο προωθημένες»

 

Κατάγεστε από τις Σέρρες, αλλά εδώ και πάρα πολλά χρόνια δε μένετε εδώ.

Από τις Σέρρες έφυγα μικρός, ούτε καν το Λύκειο δεν τελείωσα εδώ. Αλλά είχα πάντα μια σχέση με τον τόπο μου -και μέσα από τις ταινίες μου. Πατρίδα μου είναι οι Σέρρες, αυτό δεν αλλάζει.

Ποια είναι η αλήθεια σας, που θέλετε να προβάλλετε μέσα από τις ταινίες σας;

Θεωρώ ότι οι ταινίες γενικά πρέπει να περιέχουν προσωπική και βιωμένη αλήθεια και αυτό να μπορεί να μιλάει στους ανθρώπους. Μια έντιμη και ειλικρινής σχέση με τον κόσμο και τα πράγματα μπορεί να παράξει αλήθεια. Τότε μόνο η ταινία έχει την ελπίδα να κινηθεί σε ευρύτερες περιοχές… Διαφορετικά, οι ταινίες γίνονται όχι απλώς προσωπικές, αλλά ιδιωτικές δηλώσεις και τάσεις, που δεν ξέρουν και κατά πόσο αφορούν κάποιον.

Ως σκηνοθέτης έχετε φτάσει στο σημείο που θα θέλατε;

Η αναζήτηση δε σταματά ποτέ. Είναι ένα βάσανο, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια διαδικασία δημιουργική, το να αισθάνεσαι ότι δεν έφτασες ακόμα σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Αυτό είναι που με κινητοποιεί –νιώθεις ότι πρέπει να συνεχίσεις και να συναντήσεις κάτι παραπέρα!

Δεν μπορεί όμως αυτή η συνεχής αναζήτηση να οδηγήσει στο αίσθημα του ανικανοποίητου;

Δεν έχει να κάνει με το αίσθημα του ανικανοποίητου, έχει να κάνει με το να συναντήσεις έναν καλύτερο εαυτό σε ένα επόμενο βήμα.

Στόχοι σας, λοιπόν, για το μέλλον;

Το μέλλον άδηλον, με όλα αυτά που ζούμε… Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, μπορώ να θυμηθώ και δυσκολότερες συνθήκες. Όχι βέβαια πως τα πράγματα αυτή τη στιγμή είναι ευνοϊκά, απλώς, σε αυτή τη δουλειά, έχουμε μάθει να μην εξαρτάται ο αγώνας μας και η θέληση μας από τις συνθήκες. Επηρεάζεται ασφαλώς, αλλά προσπαθούμε να μην καθορίζεται καταλυτικά.

Υπάρχουν, δηλαδή, περιθώρια για έκφραση και δημιουργία.

Πάντα υπάρχουν. Οι τρόποι έκφρασης είναι πολλαπλοί και πολυεπίπεδοι, είναι ένα πεδίο πάντα ανοιχτό. Και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης και πίεσης οι προτάσεις που προκύπτουν είναι ακόμα πιο προωθημένες. Αλλά η κρίση, από την άλλη, μπορεί να γίνεται και άλλοθι για την απραξία.

Έχουμε καινούργιες φωνές αυτή τη στιγμή στον ελληνικό κινηματογράφο;

Υπάρχουν φωνές και υπάρχουν και πολλά πράγματα που περνούν απαρατήρητα –τα οποία ίσως να είναι και τα πιο ενδιαφέροντα. Είναι πολύ σημαντικό να μην είναι τα πράγματα μονοσήμαντα, να μην κινούνται δηλαδή μέσα από μία «μόδα» και να μην στρέφουν τον κόσμο προς μία κατεύθυνση. Θέλει αντιστάσεις αυτό, το να μην μπαίνει κανείς στο χώρο ανάλογα με τη «μόδα». Καλό είναι να στέκεσαι νηφάλιος και να απευθύνεσαι σε ένα πεδίο πιο πλατύ, πιο ευρύ.

Η τελευταία σας ταινία «Όχθες» είναι η τρίτη που γυρίζετε στις Σέρρες, μετά το «Μεταίχμιο» και το «Χώμα και νερό». Προς τι η επιλογή;

Για την τελευταία ταινία ο λόγος ήταν ο Στρυμώνας. Χρειαζόμασταν ένα ποτάμι και το συγκεκριμένο ήταν ό,τι έπρεπε. Γενικά έχω επιλέξει το νομό Σερρών για γυρίσματα και γιατί το τοπίο ταίριαζε στις ιστορίες των συγκεκριμένων ταινιών, αλλά και για λόγους …συναισθηματικούς. Μπορεί κανείς να σκεφτόταν ότι αυτό γίνεται για λόγους ευκολίας, αλλά η αλήθεια είναι ότι συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, ότι εδώ είναι ίσως ακόμα πιο δύσκολο απ’ ότι θα ήταν οπουδήποτε αλλού. Είναι αυτό που έλεγα πριν για τη βιωμένη αλήθεια. Κάτι που το έχεις ζήσει και το έχεις δει το προσεγγίζεις καλύτερα. Και ένιωθα ότι αυτό μπορεί να ισχύσει και εδώ. Έπειτα, η περιοχή των Σερρών έχει ένα δυναμικό χώρων συγκλονιστικό. Έχει πολλά πρόσωπα, πολλές εκδοχές, και σε τόσο μικρή απόσταση το ένα από το άλλο. Σε άλλα μέρη έχεις ένα στοιχείο, εδώ δέκα! Είναι ένα απέραντο πλατό! Στο εξωτερικό βέβαια συμβαίνει και το άλλο, δηλαδή οργανώνονται υποδομές ώστε να προσελκύουν γυρίσματα, παραγωγές, και αυτό φυσικά έχει μια πολλαπλασιαστική επίδραση. Αλλά αυτά δε συμβαίνουν εδώ…

Τι θα ήσασταν αν δεν είχατε γίνει σκηνοθέτης;

Α, δεν ξέρω. Απλώς δεν είχα σκεφτεί ποτέ κάτι άλλο. Από πολύ μικρός ήταν η μόνη μου επιλογή, ένας μονόδρομος.

Πώς πήρατε την απόφαση;

Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι είχε ανοίξει ένα σινεμά στη μέση του πουθενά, είχα δει εκεί εκατοντάδες ταινίες, και μάλιστα ιδιαίτερες, απορώ πραγματικά πώς έφταναν εδώ. Τότε το σινεμά ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο, μια σπουδή. Πολύ μικρός βρέθηκα έξω και μου ήταν όλα γνωστά, οικεία… Δεν το αποφάσισα να γίνω σκηνοθέτης, δεν το σκέφτηκα καν, ήρθε αυτονόητα.

Η πιο σημαντική στιγμή της καριέρας σας;

Δεν είναι μία στιγμή, είναι κάποια πράγματα μικρά και αδιόρατα και προσωπικά. Είναι κάτι που επαναλαμβάνεται με όλες τις ταινίες, όταν μετά από τη διαδρομή των τριών-τεσσάρων χρόνων, από τη στιγμή που υπάρχει μια ιδέα μέχρι τη στιγμή που η ταινία είναι έτοιμη, κάθομαι μόνος μου στην αίθουσα και είμαι ο πρώτος θεατής. Είναι μια ιδιαίτερη και πολύ μοναχική στιγμή, που κρύβει παράλληλα και έναν μεγάλο αγώνα. Και μετά από αυτό αυτονομούνται τα πράγματα, δε σε χρειάζονται πια, έχουν δικό τους παλμό και πορεύονται και διαγράφουν την πορεία τους σε βάθος χρόνου.

 

(Περιοδικό Ser-Free, #38, Οκτώβριος 2015)

Όχθες

Όχθες (Riverbanks), 2015

Σκηνοθέτης: Πάνος Καρκανεβάτος

Ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Έλενα Μαυρίδου

 

Στο ποτάμι του Έβρου, στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας, ο Γιάννης υπηρετεί τη θητεία του ως ναρκαλιευτής: καθαρίζει την περιοχή από νάρκες. Εκεί θα γνωρίσει τη Χρύσα, η οποία σε συνεργασία με τους Τούρκους βοηθά μετανάστες να περάσουν στην Ελλάδα. Ο Γιάννης και η Χρύσα σύντομα θα ερωτευτούν και θα σχεδιάσουν μια καινούργια ζωή μαζί. 

Η ταινία είναι γεμάτη συμβολισμούς και αντιθέσεις και ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε δύο άκρα. Η Ελλάδα και η Τουρκία. Ο θάνατος, η απειλή του οποίου στέκεται κυριολεκτικά πάνω από κάθε σκηνή, και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Η μοναξιά και ο έρωτας. Ο ωμός ρεαλισμός της σκληρής πραγματικότητας και η ποιητικότητα των εικόνων, αλλά και της ψυχοσύνθεσης του κεντρικού ήρωα.

Η φωτογραφία και η ατμόσφαιρα της ταινίας ανήκουν στα μεγάλα της ατού, καθώς δημιουργούνται χωρίς δυσκολία ο ερωτισμός, η απειλή του θανάτου, η ανίκητη ομορφιά της φύσης, η αγωνία των ανθρώπων για κάτι καλύτερο.

Με άγκυρα την ερωτική ιστορία, ο σκηνοθέτης θίγει ένα πολύ φλέγον ζήτημα των ημερών μας -το μεταναστευτικό- διαλέγοντας παράλληλα να αφηγηθεί την ιστορία του μέσα από τη διαρκή αναζήτηση του ήρωα και την πορεία του προς την αυτοπραγμάτωση.

Η έντονη ποιητικότητα της ταινίας ωστόσο στέκεται εμπόδιο ώστε να πατήσει η ιστορία σε πιο στερεή βάση και να απογειωθεί το όλο εγχείρημα. Οι ήρωες, οι οποίοι τυγχάνουν παρεμπιπτόντως εξαιρετικών ερμηνειών από τους ηθοποιούς, θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερο βάθος. Ομοίως και το σενάριο θα μπορούσε να αποφύγει κάποιες αμηχανίες και να δώσει στην ταινία έναν πιο σφιχτό και μεστό χαρακτήρα.

Ενδιαφέρουσα σε γενικές γραμμές, και μόνο για το θέμα που πραγματεύεται, με δυνατές στιγμές και ατάκες, που δεν της λείπουν πολλά για να χαρακτηριστεί αξιόλογη.

Memento

Memento, 2000

Σκηνοθέτης: Christopher Nolan

Ηθοποιοί: Guy Pearce, Carrie-Anne Moss, Joe Pantoliano

 

Ο Lenard Shelby (Guy Pearce), εξαιτίας ενός τραυματισμού, έχει αποκτήσει απώλεια μνήμης. Για την ακρίβεια, θυμάται όλα όσα συνέβησαν στη ζωή του πριν τον τραυματισμό, αλλά από εκεί και πέρα συγκρατεί μονάχα τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά. Για να μπορέσει να αντεπεξέλθει κρατάει σημειώσεις, κάνει τατουάζ τις πιο σημαντικές πληροφορίες και τραβάει φωτογραφίες με Polaroid, στις οποίες βάζει διευκρινιστικούς υπότιτλους... Σκοπός της ζωής του Lenard πλέον είναι να βρει τους δολοφόνους της γυναίκας του –όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό στην κατάσταση του.

«Ιδιαίτερο» θα ήταν ο καλύτερος χαρακτηρισμός για αυτό το φιλμάκι του Nolan, στο οποίο το μόνο παράξενο δεν είναι η «ασθένεια» του πρωταγωνιστή, αλλά ο τρόπος που εκτυλίσσεται η πλοκή: μας πάει από το τέλος στην αρχή. Κομματιασμένο σε πολλές σκηνές, η καθεμιά τελειώνει εκεί που είχε αρχίσει η προηγούμενη, ενώ ανάμεσα στις σκηνές υπάρχει άλλη μια σειρά –ασπρόμαυρων-σκηνών (τουλάχιστον που εξελίσσονται με τη φυσιολογική χρονική σειρά) και δρουν συμπληρωτικά στην όλη υπόθεση.

Όχι τόσο μπερδεμένο όσο ακούγεται, απλώς χρειάζεται να το δει κανείς με λίγη περισσότερη προσοχή. Υπόθεση που δε χάνει το ενδιαφέρον, παρόλο που το τέλος είναι ήδη γνωστό από την αρχή, με απορίες που γεννιούνται σε κάθε σκηνή και λύνονται στην επόμενη, με μικρές εκπλήξεις που όλο και πληθαίνουν και με ένα τέλος ανοιχτό σε διάφορες εικασίες.

Η ταινία όμως κυρίως ξεχωρίζει όχι για την καθεαυτή υπόθεση της, αλλά για τον πανέξυπνο τρόπο με τον οποίο ξετυλίγεται το κουβάρι της πλοκής της. Ο Nolan προφανώς έχει αχαλίνωτη φαντασία και ένα ικανοποιητικό IQ ώστε να κολλάει τον θεατή στην πολυθρόνα και να τον γοητεύει με την πρωτοτυπία των ταινιών-γρίφων που γυρίζει. Η υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου (γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και από τον Jonathan Nolan), οι καλές ερμηνείες και η προσεκτική σκηνοθεσία προστίθενται στα ατού της ταινίας.

Θρίλερ ή αστυνομικό θρίλερ -κατηγορίες στις οποίες τείνουν να το κατατάσσουν- δεν είναι και ο χαρακτηρισμός «ορόσημο» είναι μάλλον υπερβολικός. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα το δείτε με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον και θα αγαπήσετε τον Nolan ακόμα παραπάνω.

Οι απόκριες, η Κυριακή της συγχώρεσης και η Σαρακοστή

Ξεκινά η Σαρακοστή λοιπόν και αρχίζει η νηστεία. Τυπικά δηλαδή ξεκινά η περίοδος που δεν τρώμε κρέας και πέφτουμε με τα μούτρα στα νηστίσιμα. Λέγοντας νηστίσιμα μη φανταστούμε τώρα καμιά στέρηση, απλώς αυτό που θα φάμε να μην έχει κανένα αυγό μέσα ή τίποτα βούτυρα και το κασέρι να είναι σόγιας. Αυτά για τους σκληροπυρηνικούς -οι υπόλοιποι απλώς δεν τρώνε κοψίδια και μουσακά, αλλά τρώνε ψάρι αβέρτα. Κάποτε μάλιστα άκουσα και μια ακόμα πιο ωραία άποψη περί νηστείας: "ε τώρα τι είναι αυτό με τη νηστεία, δηλαδή απαγορεύεται να φας λάδι, αλλά επιτρέπεται να φας ελιά;".

Η λέξη νηστεία βγαίνει από το στερητικό "νη" και το "εσθίω" που θα πει τρώω, άρα κάνω νηστεία θα πει δεν τρώω. Όχι δεν τρώω-πεθαίνω της πείνας, αλλά δεν τρώω-ακολουθώ έναν καθαρό τρόπο διατροφής, καθαρίζω τον οργανισμό μου από κάποιες τροφές, αισθάνομαι τη στέρηση της γαστρονομικής απόλαυσης και ηδονής. Αυτό βέβαια από μόνο του -τουλάχιστον από θρησκευτικής άποψης- δε λέει τίποτα: η νηστεία πρέπει να γίνει παράλληλα με τον εξαγνισμό από όλων των ειδών τις σωματικές ηδονές, αλλά και με την αποχή από κακές σκέψεις και πράξεις, τον πνευματικό εξαγνισμό δηλαδή.

Η Σαρακοστή είναι η περίοδος προετοιμασίας -πνευματικής και σωματικής- ώστε να βρούμε την κάθαρση και την Ανάσταση το Πάσχα. Αντ' αυτών εμείς τι κάνουμε; Κόβουμε το κρέας και τρώμε γύρο από σόγια.

Θα μου πεις ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει και μπράβο του και δε θα δώσει λόγο σε κανέναν. Αλλά και πάλι μου κάνει εντύπωση πόσο πολύ μας αρέσει να προσκολλόμαστε στους τύπους και να χάνουμε την ουσία. Τα έθιμα, οι παραδόσεις και οι πατροπαράδοτες συνήθειες είναι τόσο παντοδύναμα και μας ενθουσιάζουν τόσο πολύ που τα έχουμε αναγάγει σε μόδα και σε αφορμή για επίδειξη. Καμιά φορά και σε πανηγύρι.

Ξαφνιάζομαι πάντα με τη λύσσα και την υστερία που γλεντάμε στα καρναβάλια, σαν να είναι η τελευταία μας διασκέδαση πριν τη σύνεση της Σαρακοστής. Την Καθαρά Δευτέρα την έχουμε κάνει πάρτι στη φύση και στις ταβέρνες και μια ωραία ευκαιρία να πάμε κάπου για τριήμερο. Για να μην πω για την 25η Μαρτίου -τη μοναδική μέρα μέσα στη Σαρακοστή που επιτρέπεται να φάμε ψάρι- που καταναλώνουμε το μισό Αιγαίο, λες και τον υπόλοιπο χρόνο δεν μπορούμε να φάμε μπακαλιάρο. Έχουν ένα λαογραφικό ενδιαφέρον αυτά από τη μια, από την άλλη είμαστε για γέλια.

Κι όλα αυτά καλά, αλλά φέτος είδα και το άλλο: την Κυριακή πριν την Καθαρά Δευτέρα πόσταραν όλοι στο fb κάτι φωτογραφίες ότι ζητούν συγχώρεση από όσους πλήγωσαν, γιατί είναι η Κυριακή της συγχώρεσης. Πάρτε ένα τηλέφωνο σε αυτούς που πληγώσατε, παιδιά, αν θέλετε να σας συγχωρήσουν, το fb δε δίνει άφεση αμαρτιών.

Οπότε τι να είναι άραγε πιο τίμιο: να ψάξουμε την ουσία των πραγμάτων ή να αφήσουμε και τους τύπους κατά μέρος;

Drive

Drive, 2011

Σκηνοθέτης: Nicolas Winding Refn

Ηθοποιοί: Ryan Gosling, Carey Mulligan

 

Ο νεαρός πρωταγωνιστής της ταινίας (Ryan Gosling) είναι ένας οδηγός, ο οποίος τη μέρα εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων και κασκαντέρ και τη νύχτα βοηθάει ληστές να διαφύγουν της αστυνομίας. Κλειστός, σοβαρός, λιγομίλητος, ο ήρωας μας θα δει τον εαυτό του να αλλάζει όταν θα γνωρίσει την Irene (Carey Mulligan) και το γιο της. Ένα αίσθημα θα αρχίσει να αναπτύσσεται μεταξύ τους, μέχρι τη στιγμή που ο σύζυγος της Irene θα αποφυλακιστεί. Ο οδηγός θα προσπαθήσει να τον βοηθήσει να ξεμπλέξει, αλλά τα πράγματα θα πάρουν μια πολύ άσχημη τροπή...

Ταινία στιβαρή, σοβαρή, ρεαλιστική, μακριά από εντυπωσιασμούς, εφέ και υπερβολές. Μεγαλύτερο ατού της η υπέροχη ερμηνεία του Ryan Gosling, ο οποίος με τη μελαγχολική ματιά του, τη σοβαρότητα του, την ψυχραιμία του θα κάνει την ταινία αυτό που πραγματικά είναι. (Δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεώρησαν αδικία το ότι απουσίαζε το όνομα του από τις υποψηφιότητες των Όσκαρ).

Πολύ καλή σκηνοθεσία, καταπληκτική φωτογραφία. Θα ερωτευτείτε τα πλάνα που θα εναλλάσσονται στην οθόνη σας καθώς το αυτοκίνητο θα διασχίζει τους δρόμους της πόλης τη νύχτα, θα αγαπήσετε την ησυχία της ταινίας, την αίσθηση των 80s που αποπνέει, μπορεί να νιώσετε ότι είστε μέσα σε αυτήν. Ταινία καλογυρισμένη, με έμφαση στη λεπτομέρεια, άψογη αισθητική. Πολύ καλές και οι ισορροπίες στα συναισθήματα: η σκληρότητα, η ευαισθησία, ο έρωτας, ο πόνος, όλα στις σωστές δόσεις και όλα με συνέπεια απέναντι στην υπόθεση και τους ήρωες.

Μικρό φιλμάκι -κρατάει μόλις 96 λεπτά- που θα σας κρατήσει το ενδιαφέρον. Ίσως θα μπορούσε να ξεκινάει πιο δυναμικά η υπόθεση ή ίσως θα μπορούσαν κάποια θέματα της ταινίας να αναλυθούν καλύτερα (όπως πχ το love story) –η ταινία έχει τις μικροαδυναμίες της και κάποιες από τις καλές κριτικές που έλαβε ήταν ενδεχομένως υπερβολικές. Παρόλ’ αυτά, θα συγκινηθείτε, θα νιώσετε αγωνία, θα παθιαστείτε ίσως σε κάποιες σκηνές –θα δοκιμάσετε όλα τα συναισθήματα ώστε να αξίζει που θα το δείτε.