Όχθες

Όχθες (Riverbanks), 2015

Σκηνοθέτης: Πάνος Καρκανεβάτος

Ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Έλενα Μαυρίδου

 

Στο ποτάμι του Έβρου, στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας, ο Γιάννης υπηρετεί τη θητεία του ως ναρκαλιευτής: καθαρίζει την περιοχή από νάρκες. Εκεί θα γνωρίσει τη Χρύσα, η οποία σε συνεργασία με τους Τούρκους βοηθά μετανάστες να περάσουν στην Ελλάδα. Ο Γιάννης και η Χρύσα σύντομα θα ερωτευτούν και θα σχεδιάσουν μια καινούργια ζωή μαζί. 

Η ταινία είναι γεμάτη συμβολισμούς και αντιθέσεις και ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε δύο άκρα. Η Ελλάδα και η Τουρκία. Ο θάνατος, η απειλή του οποίου στέκεται κυριολεκτικά πάνω από κάθε σκηνή, και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Η μοναξιά και ο έρωτας. Ο ωμός ρεαλισμός της σκληρής πραγματικότητας και η ποιητικότητα των εικόνων, αλλά και της ψυχοσύνθεσης του κεντρικού ήρωα.

Η φωτογραφία και η ατμόσφαιρα της ταινίας ανήκουν στα μεγάλα της ατού, καθώς δημιουργούνται χωρίς δυσκολία ο ερωτισμός, η απειλή του θανάτου, η ανίκητη ομορφιά της φύσης, η αγωνία των ανθρώπων για κάτι καλύτερο.

Με άγκυρα την ερωτική ιστορία, ο σκηνοθέτης θίγει ένα πολύ φλέγον ζήτημα των ημερών μας -το μεταναστευτικό- διαλέγοντας παράλληλα να αφηγηθεί την ιστορία του μέσα από τη διαρκή αναζήτηση του ήρωα και την πορεία του προς την αυτοπραγμάτωση.

Η έντονη ποιητικότητα της ταινίας ωστόσο στέκεται εμπόδιο ώστε να πατήσει η ιστορία σε πιο στερεή βάση και να απογειωθεί το όλο εγχείρημα. Οι ήρωες, οι οποίοι τυγχάνουν παρεμπιπτόντως εξαιρετικών ερμηνειών από τους ηθοποιούς, θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερο βάθος. Ομοίως και το σενάριο θα μπορούσε να αποφύγει κάποιες αμηχανίες και να δώσει στην ταινία έναν πιο σφιχτό και μεστό χαρακτήρα.

Ενδιαφέρουσα σε γενικές γραμμές, και μόνο για το θέμα που πραγματεύεται, με δυνατές στιγμές και ατάκες, που δεν της λείπουν πολλά για να χαρακτηριστεί αξιόλογη.

Memento

Memento, 2000

Σκηνοθέτης: Christopher Nolan

Ηθοποιοί: Guy Pearce, Carrie-Anne Moss, Joe Pantoliano

 

Ο Lenard Shelby (Guy Pearce), εξαιτίας ενός τραυματισμού, έχει αποκτήσει απώλεια μνήμης. Για την ακρίβεια, θυμάται όλα όσα συνέβησαν στη ζωή του πριν τον τραυματισμό, αλλά από εκεί και πέρα συγκρατεί μονάχα τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά. Για να μπορέσει να αντεπεξέλθει κρατάει σημειώσεις, κάνει τατουάζ τις πιο σημαντικές πληροφορίες και τραβάει φωτογραφίες με Polaroid, στις οποίες βάζει διευκρινιστικούς υπότιτλους... Σκοπός της ζωής του Lenard πλέον είναι να βρει τους δολοφόνους της γυναίκας του –όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό στην κατάσταση του.

«Ιδιαίτερο» θα ήταν ο καλύτερος χαρακτηρισμός για αυτό το φιλμάκι του Nolan, στο οποίο το μόνο παράξενο δεν είναι η «ασθένεια» του πρωταγωνιστή, αλλά ο τρόπος που εκτυλίσσεται η πλοκή: μας πάει από το τέλος στην αρχή. Κομματιασμένο σε πολλές σκηνές, η καθεμιά τελειώνει εκεί που είχε αρχίσει η προηγούμενη, ενώ ανάμεσα στις σκηνές υπάρχει άλλη μια σειρά –ασπρόμαυρων-σκηνών (τουλάχιστον που εξελίσσονται με τη φυσιολογική χρονική σειρά) και δρουν συμπληρωτικά στην όλη υπόθεση.

Όχι τόσο μπερδεμένο όσο ακούγεται, απλώς χρειάζεται να το δει κανείς με λίγη περισσότερη προσοχή. Υπόθεση που δε χάνει το ενδιαφέρον, παρόλο που το τέλος είναι ήδη γνωστό από την αρχή, με απορίες που γεννιούνται σε κάθε σκηνή και λύνονται στην επόμενη, με μικρές εκπλήξεις που όλο και πληθαίνουν και με ένα τέλος ανοιχτό σε διάφορες εικασίες.

Η ταινία όμως κυρίως ξεχωρίζει όχι για την καθεαυτή υπόθεση της, αλλά για τον πανέξυπνο τρόπο με τον οποίο ξετυλίγεται το κουβάρι της πλοκής της. Ο Nolan προφανώς έχει αχαλίνωτη φαντασία και ένα ικανοποιητικό IQ ώστε να κολλάει τον θεατή στην πολυθρόνα και να τον γοητεύει με την πρωτοτυπία των ταινιών-γρίφων που γυρίζει. Η υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου (γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και από τον Jonathan Nolan), οι καλές ερμηνείες και η προσεκτική σκηνοθεσία προστίθενται στα ατού της ταινίας.

Θρίλερ ή αστυνομικό θρίλερ -κατηγορίες στις οποίες τείνουν να το κατατάσσουν- δεν είναι και ο χαρακτηρισμός «ορόσημο» είναι μάλλον υπερβολικός. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα το δείτε με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον και θα αγαπήσετε τον Nolan ακόμα παραπάνω.

Οι απόκριες, η Κυριακή της συγχώρεσης και η Σαρακοστή

Ξεκινά η Σαρακοστή λοιπόν και αρχίζει η νηστεία. Τυπικά δηλαδή ξεκινά η περίοδος που δεν τρώμε κρέας και πέφτουμε με τα μούτρα στα νηστίσιμα. Λέγοντας νηστίσιμα μη φανταστούμε τώρα καμιά στέρηση, απλώς αυτό που θα φάμε να μην έχει κανένα αυγό μέσα ή τίποτα βούτυρα και το κασέρι να είναι σόγιας. Αυτά για τους σκληροπυρηνικούς -οι υπόλοιποι απλώς δεν τρώνε κοψίδια και μουσακά, αλλά τρώνε ψάρι αβέρτα. Κάποτε μάλιστα άκουσα και μια ακόμα πιο ωραία άποψη περί νηστείας: "ε τώρα τι είναι αυτό με τη νηστεία, δηλαδή απαγορεύεται να φας λάδι, αλλά επιτρέπεται να φας ελιά;".

Η λέξη νηστεία βγαίνει από το στερητικό "νη" και το "εσθίω" που θα πει τρώω, άρα κάνω νηστεία θα πει δεν τρώω. Όχι δεν τρώω-πεθαίνω της πείνας, αλλά δεν τρώω-ακολουθώ έναν καθαρό τρόπο διατροφής, καθαρίζω τον οργανισμό μου από κάποιες τροφές, αισθάνομαι τη στέρηση της γαστρονομικής απόλαυσης και ηδονής. Αυτό βέβαια από μόνο του -τουλάχιστον από θρησκευτικής άποψης- δε λέει τίποτα: η νηστεία πρέπει να γίνει παράλληλα με τον εξαγνισμό από όλων των ειδών τις σωματικές ηδονές, αλλά και με την αποχή από κακές σκέψεις και πράξεις, τον πνευματικό εξαγνισμό δηλαδή.

Η Σαρακοστή είναι η περίοδος προετοιμασίας -πνευματικής και σωματικής- ώστε να βρούμε την κάθαρση και την Ανάσταση το Πάσχα. Αντ' αυτών εμείς τι κάνουμε; Κόβουμε το κρέας και τρώμε γύρο από σόγια.

Θα μου πεις ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει και μπράβο του και δε θα δώσει λόγο σε κανέναν. Αλλά και πάλι μου κάνει εντύπωση πόσο πολύ μας αρέσει να προσκολλόμαστε στους τύπους και να χάνουμε την ουσία. Τα έθιμα, οι παραδόσεις και οι πατροπαράδοτες συνήθειες είναι τόσο παντοδύναμα και μας ενθουσιάζουν τόσο πολύ που τα έχουμε αναγάγει σε μόδα και σε αφορμή για επίδειξη. Καμιά φορά και σε πανηγύρι.

Ξαφνιάζομαι πάντα με τη λύσσα και την υστερία που γλεντάμε στα καρναβάλια, σαν να είναι η τελευταία μας διασκέδαση πριν τη σύνεση της Σαρακοστής. Την Καθαρά Δευτέρα την έχουμε κάνει πάρτι στη φύση και στις ταβέρνες και μια ωραία ευκαιρία να πάμε κάπου για τριήμερο. Για να μην πω για την 25η Μαρτίου -τη μοναδική μέρα μέσα στη Σαρακοστή που επιτρέπεται να φάμε ψάρι- που καταναλώνουμε το μισό Αιγαίο, λες και τον υπόλοιπο χρόνο δεν μπορούμε να φάμε μπακαλιάρο. Έχουν ένα λαογραφικό ενδιαφέρον αυτά από τη μια, από την άλλη είμαστε για γέλια.

Κι όλα αυτά καλά, αλλά φέτος είδα και το άλλο: την Κυριακή πριν την Καθαρά Δευτέρα πόσταραν όλοι στο fb κάτι φωτογραφίες ότι ζητούν συγχώρεση από όσους πλήγωσαν, γιατί είναι η Κυριακή της συγχώρεσης. Πάρτε ένα τηλέφωνο σε αυτούς που πληγώσατε, παιδιά, αν θέλετε να σας συγχωρήσουν, το fb δε δίνει άφεση αμαρτιών.

Οπότε τι να είναι άραγε πιο τίμιο: να ψάξουμε την ουσία των πραγμάτων ή να αφήσουμε και τους τύπους κατά μέρος;

Drive

Drive, 2011

Σκηνοθέτης: Nicolas Winding Refn

Ηθοποιοί: Ryan Gosling, Carey Mulligan

 

Ο νεαρός πρωταγωνιστής της ταινίας (Ryan Gosling) είναι ένας οδηγός, ο οποίος τη μέρα εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων και κασκαντέρ και τη νύχτα βοηθάει ληστές να διαφύγουν της αστυνομίας. Κλειστός, σοβαρός, λιγομίλητος, ο ήρωας μας θα δει τον εαυτό του να αλλάζει όταν θα γνωρίσει την Irene (Carey Mulligan) και το γιο της. Ένα αίσθημα θα αρχίσει να αναπτύσσεται μεταξύ τους, μέχρι τη στιγμή που ο σύζυγος της Irene θα αποφυλακιστεί. Ο οδηγός θα προσπαθήσει να τον βοηθήσει να ξεμπλέξει, αλλά τα πράγματα θα πάρουν μια πολύ άσχημη τροπή...

Ταινία στιβαρή, σοβαρή, ρεαλιστική, μακριά από εντυπωσιασμούς, εφέ και υπερβολές. Μεγαλύτερο ατού της η υπέροχη ερμηνεία του Ryan Gosling, ο οποίος με τη μελαγχολική ματιά του, τη σοβαρότητα του, την ψυχραιμία του θα κάνει την ταινία αυτό που πραγματικά είναι. (Δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεώρησαν αδικία το ότι απουσίαζε το όνομα του από τις υποψηφιότητες των Όσκαρ).

Πολύ καλή σκηνοθεσία, καταπληκτική φωτογραφία. Θα ερωτευτείτε τα πλάνα που θα εναλλάσσονται στην οθόνη σας καθώς το αυτοκίνητο θα διασχίζει τους δρόμους της πόλης τη νύχτα, θα αγαπήσετε την ησυχία της ταινίας, την αίσθηση των 80s που αποπνέει, μπορεί να νιώσετε ότι είστε μέσα σε αυτήν. Ταινία καλογυρισμένη, με έμφαση στη λεπτομέρεια, άψογη αισθητική. Πολύ καλές και οι ισορροπίες στα συναισθήματα: η σκληρότητα, η ευαισθησία, ο έρωτας, ο πόνος, όλα στις σωστές δόσεις και όλα με συνέπεια απέναντι στην υπόθεση και τους ήρωες.

Μικρό φιλμάκι -κρατάει μόλις 96 λεπτά- που θα σας κρατήσει το ενδιαφέρον. Ίσως θα μπορούσε να ξεκινάει πιο δυναμικά η υπόθεση ή ίσως θα μπορούσαν κάποια θέματα της ταινίας να αναλυθούν καλύτερα (όπως πχ το love story) –η ταινία έχει τις μικροαδυναμίες της και κάποιες από τις καλές κριτικές που έλαβε ήταν ενδεχομένως υπερβολικές. Παρόλ’ αυτά, θα συγκινηθείτε, θα νιώσετε αγωνία, θα παθιαστείτε ίσως σε κάποιες σκηνές –θα δοκιμάσετε όλα τα συναισθήματα ώστε να αξίζει που θα το δείτε.

 

Ένας άλλος κόσμος

Ένας άλλος κόσμος (Worlds apart), 2015

Σκηνοθέτης: Χριστόφορος Παπακαλιάτης

Ηθοποιοί: Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Μηνάς Χατζησάββας, Μαρία Καβογιάννη, J. K. Simmons

 

Στην Αθήνα της κρίσης, παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών ζευγαριών όλων των ηλικιών, οι οποίες επηρεάζονται από τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Η νεαρή Δάφνη ερωτεύεται έναν Σύριο πρόσφυγα, ο Γιώργος περνάει κρίση στο γάμο του και κινδυνεύει να μείνει και άνεργος, ενώ η Μαρία στο πρόσωπο του Γερμανού Sebastian ίσως βρήκε μια δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα.

Καλή προσπάθεια από Χριστόφορο Παπακαλιάτη, ο οποίος, αν μη τι άλλο, παραδίδει πάντα δουλειές καλοσχεδιασμένες, με ωραία σκηνοθεσία, φωτογραφία, μουσική, ερμηνείες. Ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει εκμεταλλευτεί μέχρι στιγμής επαρκώς τα θέματα της κρίσης, του προσφυγικού, των κοινωνικών αναταράξεων, οπότε είναι ενδιαφέρον να τα βλέπεις όλα αυτά σε μια ταινία που φιλοδοξεί να σκανάρει και να δώσει το στίγμα της εποχής μας.

Η ταινία ωστόσο αδυνατεί -παρά το σκληρό της θέμα- να βγει από τον μελοδραματισμό της και τον υπέρμετρο συναισθηματισμό της -γνωρίσματα που συναντούμε πάντα σε όλες τις δουλειές του Παπακαλιάτη. Παρόλο, επίσης, που πραγματεύεται σύγχρονα θέματα με μια σχετικά ρεαλιστική ματιά, τα παρουσιάζει απλουστευμένα και δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τα κλισέ: οι Έλληνες έδωσαν τα φώτα τους σε όλον τον κόσμο, οι Ευρωπαίοι ευθύνονται εξ ολοκλήρου για την κρίση, η αγάπη είναι η λύση.

Αξίζει να τη δει κανείς γιατί είναι ενδιαφέρουσα, σε κρατάει προσηλωμένο σε όλη τη διάρκεια της. Γιατί βλέπουμε τον Μηνά Χατζησάββα στον τελευταίο ρόλο της καριέρας του, η Μαρία Καβογιάννη είναι απλά συγκλονιστική, ο J. K. Simmons μάς έκανε την τιμή να συμμετέχει σε ελληνική ταινία. Γιατί όλες οι ιστορίες της ταινίας συμπλέκονται με τρόπο ενδιαφέροντα και αναπάντεχο, χαρίζοντας μας κάποιες δυνατές στιγμές. Και γιατί σε σύγκριση με το "Αν" ο Παπακαλιάτης είναι ωριμότερος σεναριακά και σκηνοθετικά, και αυτό είναι αν μη τι άλλο θετικό.