Μήπως το παρακάνουμε με το politically correct;

Διανύουμε εποχή μεταβατική, εποχή κρίσιμη, ίσως πολύ πιο κρίσιμη από τις προηγούμενες. Όχι μόνο γιατί πάρα πολλές χώρες περνούν οικονομική κρίση ή γιατί ο πλανήτης μοιάζει κάθε μέρα έτοιμος να εκραγεί, αλλά γιατί έχει έρθει ο καιρός για αλλαγές και για αναθεώρηση ιδεών.

Η θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, η προστασία των ζώων, η αποδοχή των αλλόθρησκων και των αλλοεθνών είναι μερικά μόνο από τα θέματα που συζητιούνται συνεχώς και για τα οποία μοιάζουν σιγά-σιγά να αλλάζουν οι στερεότυπες αντιλήψεις. Μια ανάγκη για ισότητα, μια πιο απελευθερωμένη αντίληψη μοιάζει να είναι διάχυτη (την ίδια -ειρωνικά- στιγμή που οι φανατισμένοι, οι οπαδοί των θεωριών συνομωσίας και οι ακροδεξιοί αυξάνονται).

Το ίδιο συμβαίνει και με ένα σωρό άλλα ζητήματα. Όλες αυτές οι δειλές αλλαγές έχουν κάνει, θαρρείς, πολύ αυστηρά τα όρια στο τι πρέπει να λέμε. Οι διαφημίσεις, οι σειρές, τα δημοσιογραφικά κείμενα δεν πρέπει να προσβάλλουν καμία κοινωνική ή φυλετική ομάδα. Αστεία και εκφράσεις, που μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν αποδεκτά ή ακόμα και κουλ, σήμερα θεωρούνται απαράδεκτα αν έχουν οποιουδήποτε είδους ρατσιστικό περιεχόμενο. Είναι πλέον πάρα πολύ εύκολο, ειδικά στα social media, να χαρακτηριστείς ρατσιστής, σεξιστής, μισαλλόδοξος.

Κοντολογίς, διανύουμε την εποχή του politically correct. Πρέπει να λέμε αυτό που είναι "σωστό"  και να φερόμαστε όπως "πρέπει".

Παρόλο λοιπόν που μοιάζουμε να οδεύουμε σε απελευθέρωση από στερεότυπα και ταμπού, γιατί τόση "λογοκρισία"; Γιατί γίναμε πιο άκαμπτοι, πιο ευέξαπτοι, λιγότερο ανάλαφροι; Είναι η εποχή μας -και η γενιά που την χαρακτηρίζει, οι millennials- συντηρητική τελικά; Και μήπως υπερβολική;

Σε μεταιχμιακές εποχές πάντα τα πράγματα είναι λίγο οξυμένα, ακούγονται πολλές φωνές, τα λόγια μπερδεύονται, οι ιδέες είναι ρευστές, οι γνώμες δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμα. Υπάρχουν οι μετριοπαθείς, υπάρχουν οι πιο ένθερμοι, υπάρχουν και οι ακραίοι. Μέσα σε όλα αυτά, και οι υπερβολές παίζουν τελικά τον ρόλο τους. Αν δεν περάσεις έστω για λίγο στο άλλο άκρο, αν δεν ενστερνιστείς, έστω προσωρινά, μια ακραία άποψη, πώς θα καταλάβεις ότι η άποψη που ισχύει μέχρι σήμερα έχει παλιώσει; Δυστυχώς, καμιά φορά χρειάζεται και η υπερβολή για να καταδείξεις το πρόβλημα, για να ταράξεις τα νερά, για να κάνεις τον διάλογο να ξεκινήσει.

Προς το παρόν ναι, σε κάποια ζητήματα έχουμε περάσει στο άλλο άκρο. Αλλά αυτό προφανώς είναι το απαραίτητο στάδιο για να επέλθει η ισορροπία και να βρεθεί η χρυσή τομή. Είμαστε τυχεροί που μέσω του internet και των social media έχουμε τη δυνατότητα να ζήσουμε όλες τις ζυμώσεις από κοντά. Ευκαιρία λοιπόν να ανοίξουμε λιγάκι το μυαλό μας.

(Περιοδικο Ser-Free, τ.48, Απριλιος 2018)

Hereafter

Hereafter (Η ζωή μετά), 2010

Σκηνοθέτης: Clint Eastwood

Παίζουν: Matt Damon, Cécile De France, Bryce Dallas Howard

«Η ζωή μετά» είναι μια ταινία που έχει να κάνει με τον θάνατο: αυτός είναι ο πρωταγωνιστής και αυτός αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας. Ένας Αμερικάνος που έχει το «χάρισμα» της επικοινωνίας με τους νεκρούς, μία Γαλλίδα δημοσιογράφος που πέθανε και επανήλθε στη ζωή και ένα παιδί από την Αγγλία που έχασε ένα αγαπημένο του πρόσωπο –τρία άτομα που έχουν την προσωπική τους αναμέτρηση με το θάνατο. Πού θα τους οδηγήσει τελικά η αναμέτρηση αυτή;

Ένα τέτοιο θέμα θα μπορούσε να κάνει την ταινία να βουλιάξει, θα μπορούσε να την είχε κάνει από ανυπόφορα καταθλιπτική έως γελοία και εξωπραγματική. Ή θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια ωραιότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας. Εδώ όμως είναι που φαίνεται και η μαεστρία του Eastwood: παίρνει ένα θέμα εντελώς σουρεαλιστικό, όπου άνθρωποι επικοινωνούν ή θέλουν να επικοινωνήσουν με νεκρούς, και το αποδίδει με τρόπο τόσο ρεαλιστικό, ώστε η ταινία τελικά δεν «μπάζει» από πουθενά. Είναι βαθιά ανθρώπινη και άκρως συγκινητική (δεν αποκλείεται να βουρκώσετε).

Όχι πως το φιλμάκι κάνει πουθενά κοιλιά, αλλά ίσως σε κάποιες στιγμές να αισθανθείτε ότι η εξέλιξη προχωρά πιο αργά από το αναμενόμενο. Παρόλ’ αυτά, το καλογραμμένο σενάριο, οι καλές ερμηνείες, η προσεκτική σκηνοθεσία (και η μουσική με την υπογραφή του ίδιου του σκηνοθέτη) αποδεικνύουν για άλλη μια φορά πως καμιά ταινία του Clint Eastwood δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

The girl on the train

The girl on the train (Το κορίτσι του τρένου), 2016

Σκηνοθέτης: Tate Taylor

Ηθοποιοί: Emily Blunt, Haley Bennett, Rebecca Ferguson

 

Η Ρέιτσελ (Emily Blunt) πηγαίνοντας καθημερινά στη δουλειά με το τρένο περνά μπροστά από το σπίτι του πρώην συζύγου της, στο οποίο μένει τώρα με τη νέα του γυναίκα και το παιδί τους. Στον ίδιο δρόμο παρατηρεί πάντα και ένα άλλο σπίτι, όπου μένει ένα νέο ζευγάρι. Το ζευγάρι αυτό συμβολίζει για την Ρέιτσελ την απόλυτη ευτυχία, μέχρι που κάποια μέρα θα δει κάτι που θα αλλάξει τα πάντα.

Ενδιαφέρουσα ταινία, βλέπεται άνετα χωρίς να κάνει κοιλιά, χωρίς να φλυαρεί, χωρίς να χάνει το στόχο και τον ρυθμό της. Η ιστορία ξετυλίγεται αργά, αφήνοντας κάθε στιγμή όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, χωρίς να ξέρεις πού ακριβώς θα καταλήξει. Και έχει σε αρκετά σημεία και τις ανατροπές της. Η πλοκή παίζει πολύ με το παρελθόν και το παρόν, με το ποιος είναι αθώος και ποιος ένοχος, τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα.

Όλα αυτά συμπλέκονται με έναν ωραίο τρόπο, σε μια ατμόσφαιρα μουντή που επιτείνει την μυστηριακή αίσθηση της ταινίας, με την πρωταγωνίστρια να ανυψώνει άξια το όλο εγχείρημα.

Βέβαια, το Κορίτσι του Τρένου δεν είναι καμιά ταινία πρωτότυπη ούτε κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Κι αν έπρεπε να βάλουμε μια ταμπέλα και να την κατατάξουμε στα θρίλερ μυστηρίου, και πάλι δεν μπορεί να συγκριθεί με αριστουργήματα του είδους. Όπως και να έχει όμως, είναι εξαιρετική.

Lion

Lion, 2016

Σκηνοθέτης: Garth Davis

Ηθοποιοί: Dev Patel, Nicole Kidman, Rooney Mara, Sunny Pawar

Ο Σαρού, ένα πεντάχρονο αγόρι από την Ινδία, παίρνει μια μέρα το λάθος τρένο και χάνεται στην τεράστια και αφιλόξενη Καλκούτα. Αδυνατώντας να βρει την οικογένεια του, θα καταλήξει σε ορφανοτροφείο και θα δοθεί για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι στην Αυστραλία. Όταν μεγαλώσει όμως θα θελήσει να αναζητήσει την πραγματική του οικογένεια.

Όμορφη, ενδιαφέρουσα και συγκινητική ταινία, το "Lion" καταφέρνει εύκολα να πετύχει τους στόχους για τους οποίους φαίνεται να γυρίστηκε: και φέρνει δάκρυα στα μάτια του θεατή, αλλά και του τραβά την προσοχή για ένα τόσο φλέγον θέμα όπως είναι τα χαμένα παιδιά της Ινδίας (σύμφωνα με την ταινία, εξαφανίζονται ετησίως 80.000 παιδιά).

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία (και με την προτροπή στους θεατές να επισκεφτούν το www.lionmovie.com για περαιτέρω ενημέρωση), το "Lion" έχει το προσόν να πραγματεύεται ένα ιδιαίτερο και σημαντικό θέμα που δε βλέπουμε συχνά στη μεγάλη οθόνη.

Το δίωρο της ταινίας κυλά με απίστευτη ταχύτητα -ειδικά το πρώτο μέρος με την πορεία του πεντάχρονου ακόμα Σαρού (το οποίο και -αναπόφευκτα- θυμίζει λίγο "Slumdog Millionaire"). Η ταινία σε κρατά από το χέρι και σε σέρνει μέχρι το λυτρωτικό φινάλε, χαρίζοντας σου μια γνήσια και δακρύβρεχτη κινηματογραφική εμπειρία. Φωτογραφία, σκηνοθεσία, σενάριο, μουσική, ερμηνείες, όλα είναι άψογα και αψεγάδιαστα (και δικαιολογημένες οι έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Β' Ανδρικού -για τον Dev Patel- και Β' Γυναικείου Ρόλου -για την Nicole Kidman-, Προσαρμοσμένου Σεναρίου, Φωτογραφίας και Μουσικής).

Η πλοκή βέβαια ακολουθεί μια γενικά απλή πορεία και τα πάντα μοιάζουν να ταιριάζουν μεταξύ τους και να εξελίσσονται με έναν τρόπο βολικό και απλοϊκό, ακόμα κι όταν φτάνουμε στο σχετικά αναμενόμενο φινάλε. Είναι προφανές ότι οι δημιουργοί της ταινίας αρπάχτηκαν από το αβανταδόρικο θέμα της και έριξαν το βάρος στο συναίσθημα. Ακόμα κι έτσι όμως, η ταινία δεν καταφέρνει να χάσει την ομορφιά της.

Είναι γιορτή η Ημέρα της γυναίκας;

Κάποιες φορές έχει πλάκα. Οργανωμένες ladies night, προσφορές σε καταστήματα, φοράς τα καλά σου και βγαίνεις έξω, ο αγαπημένος σου σού εύχεται χρόνια πολλά, ξεπορτίζεις με τις κολλητές. Ωραία πράγματα.

Αυτό βέβαια είναι άλλο ένα παράδειγμα από τα μυριάδες κατά τα οποία χάνουμε το νόημα και την ουσία των πραγμάτων και βρίσκουμε ευκαιρίες για καλοπέραση ή χαζολόγημα.

Πίσω από τη γιορτή της γυναίκας είναι η εκδήλωση διαμαρτυρίας κάποιων εργατριών κλωστοϋφαντουργίας το 1857 στη Νέα Υόρκη που ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Και πίσω από την κινητοποίηση αυτή είναι χιλιάδες χρόνια καταπίεσης της γυναίκας, σε μια κοινωνία που δεν την θεωρούσε ποτέ ισότιμη με τον άντρα.

Ακόμα και ο φεμινισμός -τη σημασία του οποίου επίσης γελοιοποιούμε, λέγοντας ότι οι φεμινίστριες θέλουν να μένουν αξύριστες και καίνε τα σουτιέν τους- δε θέλει να μας πει ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι μαγκιόρες και να κάνουν ό,τι γουστάρουν. Για να έχουμε μετά τα κλισέ ότι οι γυναίκες έχουν χάσει τη θηλυκότητα τους κι ότι έχουν τάχα ευνουχίσει τους άντρες. Ο φεμινισμός υποστηρίζει απλώς την ισότητα των δύο φύλων και το δικαίωμα της γυναίκας να έχει ίσες ευκαιρίες με τους άντρες σε όλους τους τομείς.

Η 8η Μαρτίου είναι μια ωραία μέρα για να το ξαναθυμηθούμε αυτό και να προβληματιστούμε και να αλλάξουμε τις τυχόν σεξιστικές απόψεις μας. Αντ' αυτού, εξαντλούμε βλακωδώς την ημέρα με χαριτωμένα τσιτάτα στο fb, με καρδούλες και τριαντάφυλλα, με έξοδο σε μπαράκια και πέρα από όλα αυτά υποστηρίζοντας κάθε τι εμπορικό που έχει ανθίσει γύρω από αυτήν την μέρα.

Υπήρξαν γυναίκες που αγωνίστηκαν για την ισότητα των δύο φύλων, υπάρχουν γυναίκες σε πάρα πολλά κράτη του κόσμου που καταπιέζονται μέχρι σήμερα, υπάρχουν γυναίκες που κακοποιούνται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Αυτές ας σκεφτούμε σήμερα -τουλάχιστον σήμερα.