Χρήστος Θηβαίος

Το να συζητάς με τον άνθρωπο που τραγούδησε το «Μικρή Πατρίδα» και το «Πόσο πολύ σ’ αγάπησα» -τραγούδια που σε κυνηγάνε από τα χρόνια της εφηβείας και σε κάνουν ακόμη και τώρα να ανατριχιάζεις- είναι ευχάριστο, είναι ίσως και συγκινητικό. Το να διαπιστώνεις όμως ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ πιο συμπαθής και ενδιαφέρων από όσο είχες φανταστεί, είναι κάτι περισσότερο από έκπληξη και ενθουσιασμός. Γιατί γνωρίζοντας έναν καλλιτέχνη από κοντά, ή που θα απογοητευτείς ή που θα τον αγαπήσεις εις διπλούν. Και –ευτυχώς- με τον Χρήστο Θηβαίο συνέβη το δεύτερο.

Ο Χρήστος Θηβαίος, με το φουλάρι του, τα μακριά του μαλλιά, με την κιθάρα του κάπου ακουμπισμένη στο δωμάτιο, με υποδέχτηκε με τέτοια φιλικότητα και με τόσο πλατύ χαμόγελο, που με έκανε να ξεστομίσω μόλις τον είδα «Χρήστο θα μου συγχωρέσεις που θα σου μιλάω στον ενικό, αλλά ακούω τόσα χρόνια τα τραγούδια σου που είναι σαν να γνωριζόμαστε». Κούνησε αμέσως θετικά το κεφάλι του. «Μα φυσικά».

Με το που ξεκινήσαμε, μου ήρθε πολύ έντονα στο μυαλό μια δήλωση που έχει κάνει, ότι τις Σέρρες τις βλέπει ως πατρίδα του.

«Μια μικρή πατρίδα, ναι», συμφώνησε κατευθείαν μόλις το ανέφερα. «Γιατί έχω όλα αυτά τα χρόνια φιλία με τον Γιώργο Ανδρέου, όχι μόνο επί σκηνής αλλά και εκτός σκηνής. Είμαστε φίλοι. Μπορεί να τηλεφωνηθούμε στις πέντε το πρωί και να μιλήσουμε για τις οικογένειες μας ή να ονειρευτούμε ένα ταξίδι στο Παρίσι. Και αυτό βγαίνει και προς τα έξω, λειτουργούμε πολύ ιδιαίτερα όταν είμαστε οι δυο μας επί σκηνής».

Έχοντας συνηθίσει να συνδυάζουμε τους καλλιτεχνικούς κύκλους με ανταγωνισμούς, μικροκακίες και ζήλεια, ακούγονται πολύ ωραία αυτά τα λόγια από το στόμα του Χρήστου Θηβαίου. Πριν βιαστώ να βγάλω συμπεράσματα, αναρωτιέμαι αν πιστεύει ότι μπορούν όντως να σταθούν πραγματικές φιλίες στον χώρο αυτό.

«Προτού σου απαντήσω θετικά ή αρνητικά, καταρχήν το εύχομαι. Και νομίζω ότι υπάρχουν. Όπως επίσης άλλοι δυο φίλοι μου που τους νιώθω πλέον σαν οικογένεια μου είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Γιάννης Χαρούλης. Δεν μπορώ να σκεφτώ την πορεία μου αν δεν τους είχα γνωρίσει. Και εκτός από αυτούς έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη –που είναι οικογένεια μου και επίσημα πλέον- ο Θάνος Μικρούτσικος. Φίλος είναι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Γενικότερα έχω συναντήσει σε αυτήν την πορεία ότι όλοι είμαστε φίλοι μεταξύ μας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, το ίδιο συμβαίνει και με τον Μαχαιρίτσα, με τον Αλκίνοο, με τον Μάλαμα. Και να σου πω την αλήθεια, το τελευταίο πράγμα για το οποίο συζητάμε μεταξύ μας είναι το επάγγελμά μας. Μπορεί η ζωή μας να είναι μουσική, αλλά μιλάμε και για τις οικογένειες μας και για τις ανάγκες μας... Ακόμη και με συναδέλφους που δεν έχουμε τόσο στενή σχέση, όταν βρεθούμε σε μία συναυλία γινόμαστε μια μεγάλη παρέα».

Και επειδή όλοι οι καλλιτέχνες τείνουν να παραπονιούνται για τις δυσκολίες που συναντούν στο χώρο αυτό, αποτελεί ευχάριστο ξάφνιασμα να ακούς από έναν τραγουδιστή τέτοιου βεληνεκούς να λέει ότι δεν συνάντησε μεγάλα προβλήματα.

«Για μένα προσωπικά δεν υπάρχουν δύσκολα. Δόξα τω Θεώ. Αυτό βέβαια προϋποθέτει και μία ανάλογη δική σου στάση, και τη δουλειά και την προσπάθεια και την πορεία που έχεις επιλέξει ο ίδιος για τον εαυτό σου –γιατί κανένας δεν μπορεί να σου επιλέξει την πορεία του εαυτού σου, αυτό είναι ξεκάθαρο. Ακόμη και από την αρχή που ξεκίνησα, εκάστοτε προστριβές που συνέβησαν είχαν να κάνουν περισσότερο με την αγωνία της διοργάνωσης παρά με την πορεία ή με το είδος ή με το ύφος ή με τη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους».

Και η κουβέντα μας ξεφεύγει. Παίρνοντας αφορμή από την ερώτηση μου για τα προβλήματα στους καλλιτεχνικούς κύκλους, αρχίζει να μου εξηγεί –χαμηλόφωνα πάντα και ήρεμα- πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στην επιτυχία η στάση που θα κρατήσει ο ίδιος ο τραγουδιστής.

«Σίγουρα υπάρχει μια δυσκολία για αυτούς που πραγματικά θέλουν να ασχοληθούν με αυτόν τον χώρο, για τους οποίους η πραγματική δυσκολία είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Αν δεν τα έχεις εσύ καλά με τον αυτό σου και δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, αποκλείεται να έχει διάρκεια. Εξαρτάται τι σε ενδιαφέρει. Σε ενδιαφέρει να φαίνεται το πρόσωπο σου στο εξώφυλλο και σε μια τηλεοπτική εκπομπή ή σε ενδιαφέρει να γράψεις τραγούδια τα οποία θα τα τραγουδάει όλος ο κόσμος, τα οποία δεν θα τα έχεις γράψει για να κάνεις ένα σουξέ εποχιακό, αλλά γιατί βγαίνουν μέσα από την ψυχή σου».

Μ’ αρέσουν οι απόψεις του και η διαύγεια του στον τρόπο σκέψης. Ούτε συνταγές επιτυχίας, ούτε παιχνίδια δημοσιότητας, με λίγα λόγια η στάση του κάθε καλλιτέχνη είναι αυτό που ξεχωρίζει τον επιτυχημένο από τον μη.

«Μέσες άκρες ναι. Αν έχεις μέσα στην ερώτηση σου και τη διαφορά ανάμεσα στο έντεχνο και το “εμπορικό” -γιατί και το έντεχνο εμπορικό είναι, από τη στιγμή που ο Παπακωνσταντίνου έχει 7.000 κόσμο και ο Ρουβάς 600. Ποιος είναι ο εμπορικός; Όχι βέβαια πως θέλω να θίξω τον Ρουβά, σχολιάζω απλά τον τρόπο που χρησιμοποιούνται οι λέξεις αυτές. Το θέμα είναι ότι και στον χώρο του “εμπορικού-ποπ” τραγουδιού υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Ρουβάς, η Παπαρίζου.... οι οποίοι δουλεύουν και ασχολούνται πραγματικά με αυτό και έχουν επιτυχία στον κόσμο, χωρίς όμως να είναι εποχιακοί. Άσχετα αν δεν είναι το είδος μουσικής που ακούω εγώ. Αλλά έχουν αποδείξει με τη δουλειά τους ότι διαρκούν και έχουν ταλέντο».

Δείχνει πολύ ισορροπημένος και κατασταλαγμένος έτσι όπως εκθέτει τη γνώμη του περί καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει όμως πάντα ζωντανός ο κίνδυνος για έναν καλλιτέχνη να παρασυρθεί από την ματαιοδοξία του χώρου; Και σε αυτήν την περίπτωση, ο Θηβαίος μιλάει και πάλι για τις εσωτερικές ισορροπίες του καθενός.

«Είναι πάρα πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την εμπορικότητα, από την προβολή, είτε είναι στην αρχή της καριέρας του είτε όχι. Η Αρλέτα μου είχε πει κάτι πάρα πολύ σημαντικό, ότι στην αποτυχία χάνεις το μυαλό σου, αλλά στην επιτυχία χάνεις την ψυχή σου. Αυτό όμως και πάλι που έχει σημασία είναι τι ακριβώς θέλεις εσύ ο ίδιος, τι ζητάς. Δεν υπάρχει συνταγή για να το αποφύγεις. Αν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, φεύγει από μόνο του».

Σκέφτομαι τα τραγούδια του, πόσο βαθύ νόημα έχουν και πόσο πολύ καταφέρνουν να αγγίξουν τον κόσμο, ακούω και τις απόψεις του και αναλογίζομαι τι έχει σημασία για αυτόν σε ό, τι αφορά στο τραγούδι. Με ποιον άξονα και με ποια αξία υπηρετεί αυτό που λέγεται μουσική.

«Με το αν το βράδυ που θα επιστρέψω σπίτι μου έχω αισθανθεί ότι μέσα και από τρία λεπτά έστω τραγουδιού έγινα καλύτερος άνθρωπος. Και όχι μόνο τα δικά μου τραγούδια, αλλά και άλλων. Ακούω κάτι και λέω “ναι, έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος”».

Μόνο που το τραγούδι δεν είναι μόνο τι δίνει ο καλλιτέχνης στον κόσμο ή στον εαυτό του, αλλά και τι εισπράττει πίσω από το κοινό. Και στην περίπτωση του Θηβαίου, μάλλον έχει να εισπράξει πολλά.

«Για να είμαι ειλικρινής δεν το αισθάνομαι ως κεκτημένο, αλλά ότι διαρκώς το κερδίζω. Και το εκτιμώ αφάνταστα ότι ο κόσμος συνεχώς μου χαρίζει αυτήν την δυνατότητα και τον ευχαριστώ βαθιά μέσα από την καρδιά μου που μου δίνει διαρκώς την ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος».

Άρα λοιπόν, σκέφτομαι στο φινάλε της συνέντευξης, δεν είναι ούτε η στάση ούτε η ισορροπία που μετράνε μόνο, αλλά μάλλον το να ανταγωνίζεσαι διαρκώς τον εαυτό σου. Κι αυτό δίνει και μια αισιοδοξία ότι μπορούμε να περιμένουμε ακόμη καλύτερα πράγματα από τον Χρήστο Θηβαίο.

Περιοδικό Ser-Free, #11, Μάρτιος 2010

Ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", Οδός Πανός

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου. Ένα καλοκαίρι που ανακυκλώνεται, μια πορεία που κυκλώνει και λόγια ζεστά και γεμάτα εικόνες που ξεθωριάζουν, αλλά μένουν για πάντα. Αξιόλογη δουλειά.

Αλέξανδρος Στεργιόπουλος, Περιοδικό Οδός Πανός, τχ 181, Ιανουάριος-Μάρτιος 2019

Είναι η ευτυχία το ζητούμενο;

Η ευτυχία ως απόλυτος σκοπός της ζωής είναι …"εφεύρεση" της σύγχρονης εποχής, των τελευταίων μόλις δεκαετιών. Θέλω να πω, αν ζούσες πριν καμιά ογδονταριά χρόνια, το πιθανότερο είναι ότι θα ήσουν φτωχός, θα έκανες καμιά βαριά χειρωνακτική δουλειά και θα πέθαινες από καμιά ασήμαντη αρρώστια ή σε κανέναν πόλεμο, οπότε μάλλον δε θα είχες την πολυτέλεια να αναζητάς την ευτυχία, θα πάλευες περισσότερο για την επιβίωση.

Ενώ τώρα -με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εξέλιξη της επιστήμης της ψυχολογίας και τη δομή της σημερινής κοινωνίας που επιδιώκει ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο- η ίδια η κοινωνία σε σπρώχνει, σου λέει: σπούδασε ό,τι θες! βρες ό,τι δουλειά θες! βγάλε όσα λεφτά θες! ζήσε όπως θες! Κι αν κάτι από όλα αυτά δε σου πάει καλά, ναι, μπορείς και να διαμαρτυρηθείς!

Ωραίο σαν πλάνο και σαν ιδέα, αλλά τελικά λειτουργεί στην πράξη; Τελικά είμαστε ευτυχισμένοι; Ή μήπως θολώσαμε από τη δυνατότητα των απεριόριστων επιλογών; Μήπως τελικά θέσαμε τον πήχη υπερβολικά ψηλά και τώρα δεν τον φτάνουμε; Και πού σταματάει αυτή η αναζήτηση της ευτυχίας; Πότε μπορείς να σταματήσεις και να πεις "ωραία, τώρα τα έχω όλα, είμαι ευτυχισμένος";

Η Ελλάδα, όπως οι κοινωνίες των δυτικών χωρών, σε αντίθεση με τις κοινωνίες των παλιότερων εποχών ή πολλών άλλων χωρών, έχει θέσει στο κέντρο της τον άνθρωπο. Και του έδωσε τη δυνατότητα να κινηθεί, σε γενικές γραμμές, όπως θέλει. Παρόλ' αυτά όμως, όχι, δεν είμαστε ευτυχισμένοι.

Είμαστε αγχωμένοι, από τις υποχρεώσεις, από τους πολλούς ρόλους στους οποίους πρέπει να ανταποκριθούμε, από τους υπερβολικά πολλούς στόχους που έχουμε θέσει. Είμαστε πολύ απασχολημένοι με τον εαυτό μας, με το φαίνεσθαι μας και με το έχειν μας, κι αυτό μας εμποδίζει από το να χαλαρώσουμε, από το να απολαύσουμε πολλές στιγμές της ζωής μας. Είμαστε φοβισμένοι με όσα συμβαίνουν, τρέχουμε να πιαστούμε από θεωρίες συνωμοσίας και με την πρώτη ευκαιρία στρεφόμαστε ο ένας εναντίον του άλλου. Προσπαθούμε να αρπάξουμε ό,τι προλαβαίνουμε, να βολευτούμε με τρόπο ύπουλο και ανήθικο, να φτάσουμε ψηλά πατώντας πάνω στους άλλους. Είμαστε ένα απελπισμένο καζάνι που βράζει, μια ανάστατη χώρα στην οποία συμβαίνουν καθημερινά άγρια, ανήκουστα πράγματα.

Η ευτυχία ως όραμα, εκτός από ουτοπικό και αφελές, είναι και λάθος. Δε θα έπρεπε να είναι η ευτυχία το ζητούμενο. Το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι να γίνουμε οι καλύτερες εκδοχές του εαυτού μας.

Να διαβάσουμε, να μορφωθούμε, να ανοίξει το μυαλό μας. Να φροντίσουμε για το πνεύμα μας παράλληλα με την εμφάνιση μας. Να καλλιεργήσουμε τα χαρίσματα μας, να βρούμε τις κλίσεις μας. Να ξεχωρίσουμε το ουσιώδες από το ασήμαντο. Να είμαστε πιο τίμιοι και πιο ειλικρινείς. Να είμαστε πιο ευαισθητοποιημένοι απέναντι στα προβλήματα των άλλων και απέναντι στις ευπαθείς ομάδες. Να σεβόμαστε. Να προστατεύουμε το περιβάλλον. Να προσφέρουμε. Να βοηθάμε όποιον έχει ανάγκη. Να μην είμαστε μίζεροι, να μην ζηλεύουμε.

Υπάρχει κάτι το εγωιστικό στον τρόπο που αναζητούμε την ευτυχία. Ας αλλάξουμε πλάνο. Ας σπάσουμε λίγο τα όρια της ατομοκεντρικής μας ευτυχίας και ας προσπαθήσουμε να γίνουμε όλοι καλύτεροι, ας το κάνουμε αυτό και για εμάς και για όλους τους άλλους. Τότε πιστεύω πως θα συμβούν υπέροχα πράγματα.

Περιοδικό Ser-Free, #51, Δεκεμβριος 2018

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", theoharrispapadopoulos.blogspot.com

Η ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν» είναι η δεύτερη της Χρυσάνθης Ιακώβου και συνήθως, όταν διαβάζουμε την δεύτερη ποιητική συλλογή ενός ποιητή, περιμένουμε να έχει κάνει ένα βήμα παραπάνω από την πρώτη. Μην έχοντας, όμως, υπόψη μας την πρώτη της ποιητική συλλογή, αρκεστήκαμε να διαβάσουμε τη δεύτερη και βρήκαμε αρκετές αρετές, που την χαρακτηρίζουν ως ένα ώριμο ποιητικό έργο.

Τα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και είναι κυρίως ολιγόστιχα. Ελάχιστα ξεπερνούν τη μια σελίδα, δείχνοντας μας πως η ποιήτρια γνωρίζει καλά την οικονομία των λέξεων και την απόδοση του νοήματος χωρίς τίποτα περιττό.

Πολλά ποιήματα μας άρεσαν, όμως, εκείνο, που μας άρεσε περισσότερο, ίσως το πιο χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Αναμονή», όπου σε μια εικόνα τραγικής συμμετοχής των άψυχων αντικειμένων, το λεωφορείο μπορεί να περάσει από τη στάση μόνο αν θυμηθεί «πως χρόνια τώρα στέκεται κάποιος εκεί.»

Τα περισσότερα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι απαισιόδοξα. Ο λάθος έρωτας κάνει τις νύχτες του Αυγούστου ανυπόφορες, ενώ ο πόνος βαφτίζεται αγάπη «για να έχουμε να λέμε / πως είμαστε ζωντανοί.» Οι λύσεις σε εκείνα, που μας βασανίζουν είναι «ένα κλειδί / σε κάποιο συρτάρι / ξεχασμένο.» Όσοι θέλουν να κλέψουν λίγο χρόνο ανακαλύπτουν τραγικά «πως δεν υπάρχει και χρόνος.», ενώ λέμε ψέματα στον εαυτό μας και πίνουμε απ’ τα λάθη μας και μεθάμε. Τα λάθη χαρακτηρίζονται ως οι λάθος στροφές, που πήραμε και θα κουβαλάμε το βάρος τους για πάντα.

Στην ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου υπάρχουν και ορισμένα αποφθεγματικά δίστιχα, όπου με συμπυκνωμένο λόγο μας αποκαλύπτεται μια φιλοσοφία ζωής: «μια ψευδαίσθηση η ζωή μας, / ένα κυνήγι για τα ανέφικτα» και αλλού: «κολυμπήσαμε σε ολόκληρο ωκεανό / και μια στάλα νερού / δε βρήκαμε».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου «Τεθλασμένοι χρόνοι» είναι ένα σημαντικό βήμα της ποιήτριας στο δύσκολο δρόμο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα βήματά της.

29 Αυγούστου 2018, theoharrispapadopoulos.blogspot.com

 

La grande bellezza

La grande bellezza (Η τέλεια ομορφιά), 2013

Σκηνοθέτης: Paolo Sorrentino

Παίζουν: Toni Servillo, Carlo Verdone, Sabrina Ferilli

 

Ο Jep Gambardella είναι ένας 65άρης δημοσιογράφος, που στα νιάτα του έγραψε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα, χάρη στο οποίο κατάφερε να βρεθεί στο κέντρο της ιταλικής ελίτ και στην κορυφή της κοσμικής ζωής της Ρώμης. Η καθημερινότητα του είναι μια ατελείωτη σειρά από πάρτι, δεξιώσεις και συμμετοχές σε κοσμικές εκδηλώσεις, όμως αυτός, όντας πλέον στο κατώφλι των γηρατειών, αισθάνεται ότι η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα.

Μια ταινία-ύμνος στην ομορφιά της Ρώμης και μια σπουδή στην ψυχοσύνθεση μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η "Τέλεια Ομορφιά" κατάφερε να συνδυάσει πολύ καλά την πόλη με το άτομο, δημιουργώντας μια πολύ ενδιαφέρουσα αλληλεπίδραση ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη. Η Ρώμη δεν λειτουργεί μόνο ως φόντο-χάρμα οφθαλμών, αλλά ως παράγοντας που επηρεάζει και διαμορφώνει τη ζωή των κατοίκων της. Μια ζωή που αποτελείται κυρίως από πάρτι, εκκωφαντικές μουσικές, προκλητικά δρώμενα και ανθρώπους κενούς, που βρίσκονται ένα βήμα πριν την απελπισία.

Στο κέντρο όλων αυτών ο ήρωας μας, ένας ωραίος τύπος, έξυπνος, οξυδερκής, με χιούμορ, ο οποίος βρίσκεται σε υπαρξιακό αδιέξοδο. Και είναι τόσο εύστοχα μα και με απλό τρόπο δοσμένο το αδιέξοδο αυτό, που δεν μπορεί παρά να παρασύρει τον θεατή στο ταξίδι αυτοκριτικής και ενδοσκόπησης που επιδιώκει να κάνει ο πρωταγωνιστής.

Ο Σορεντίνο κατάφερε να κάνει μια ταινία πανέμορφη σκηνοθετικά και με πολύ βαθιά νοήματα σεναριακά. Καταφέρνει να ασκήσει μια πολύ έξυπνη κριτική στον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς των ανθρώπων της σύγχρονης κοινωνίας, παρουσιάζοντας παράλληλα πολύ γλαφυρά -σχεδόν χειροπιαστά- την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στον απολογισμό της ζωής του. Δικαίως το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2014.